Όλες οι λέξεις στο ‘Φ’

Φάβα (η) (ινδοευρ.) = όσπριο.
Η φάβα ήταν βασική τροφή για τους προγόνους μας, γινόταν από διάφορα κοτσίρια (λαθούρια, μπίζια), που τα καλλιεργούσαν οι ίδιοι και προσφερόταν ως πρώτο πιάτο στο τραπέζι προς τιμή του νεκρού, συνήθεια που συνεχίζεται και σήμερα

Φαγανός (επίθ.) = καλοφάγανος.
(Καλοφάγανο παιδί)

Φάγνα (η) ή φάκνα (θ.φαγ-)  = το ξερό φαϊ για τα ζώα

Φαγνίζω (<αόρ. έφαγα) = ταΐζω

Φάκα (η) (<τούρκ.fak) = η παγίδα για τα ποντίκια

Φακαρόλα (η) = το φιτίλι της λάμπας

Φακιόλι (το) (ελλν.κοιν.<λατ.faciale) = το κεφαλομάντηλο

Φακόσπορος (ο) = ο σπόρος της φακής, ο πολύ κοντός άνθρωπος

Φαλάδα (η) = αυτό που δεν έπιασε, δεν φύτρωσε ή ξεράθηκε.

Φαλάρω (<ιταλ.fallare) = δεν φυτρώνω, ατροφώ
(Κάποιες καταβολάδες μου φαλάρανε)

Φαλιρίζω (<ιταλ.fallire) = χάνω, πτωχεύω
(Το έρμο το χαρτί φαλίρισε πολλά σπίτια)

Φαλτσέτα (η) (<ιταλ.falsetta) = το μαχαίρι των τσαγκάρηδων

Φαμπελιά (η) (<ιταλ.familia) = η οικογένεια
(Το Βασιλίτσι στη δεκαετία του 60 είχε 200 φαμπελιές)

Φάμπρικα (η) (ιταλ.)( της Γερμανίας) = εργοστάσιο. Ξενόφερτη λέξη, κατεξοχήν της δεκαετίας του 60, όταν πολλοί Βασιλιτσιώτες μετανάστευσαν στη Γερμανία

Φανάρι (το) (<αρχ.ελλ.φανός) = 1. ένα μικρό φορητό και κλειστό περιμετρικά με τζάμι μεταλλικό σκεύος, μέσα στο οποίο έκαιγε φιτίλι σε λάδι,
2. ένα μεγάλο σαν ντουλάπι σκεύος (κλουβί) με μεταλλικό σκελετό και περιμετρικά πλευρές με δίχτυ, μέσα στο οποίο τοποθετούσαν φαγητά

Φανερώματα (τα) (<φανερώνω<φαίνω) = η πρώτη φανερή συνάντηση των δύο οικογενειών για την επισημοποίηση της παντρειάς του ζευγαριού

Φανερωμένη (η) = 1. εξωκκλήσι της Παναγίας Φανερωμένης,
2. τοποθεσία, οικισμός του χωριού

Φαντάχτηκα = φαντάστηκα

Φαουλάδικος (επίθ.) (<φαγ-+ούλα) = καλοφάγανος
(Ο Γιώργης μου είναι φαουλάδικο ή καλοφάγανο παιδί)

Φαουλάρικο (το) = αυτό που είναι κατάλληλο για τροφή
(Να, ετούτο είναι  φαουλάρικο σταφύλι, φάτο, δηλ. ένα ωραίο τσουπωτό με καθαρές ρόγες σταφύλι, χωρίς σαπίλες, που αξίζει να φαγωθεί και να μη λιαστεί )

Φάπα (η) (ηχοπλ.<φαπ) = το χτύπημα στο πρόσωπο με την παλάμη του χεριού, το σκαμπίλι

Φάρα (η) (<αλβ.fara=ο σπόρος, το γένος) = η γενιά, το σόι
(…για να διώξουν κάποια άλλη φάρα από το τόπο εκείνο…, «Ανεβοκατεβάτες», Ν. Πασαγιώτη, Βλασφημία των ανδρών: γ@@ώ τη φάρα σου)

Φαρί (το) (μσν.φαρίν<αραβ.faras=άλογο) = καλοθρεμμένο άλογο
(Τότε σκοτάδι απλώθηκε και γίνηκεν η πλάση
μαύρο φαρί κατάμαυρο, έτοιμο ν΄αφηνιάσει…, τραγ.)

Φαρμάκι = το δηλητήριο (έβαλε φαρμάκι για τα ποντίκια, ήπιε φαρμάκι), μεταφορικά το πικρό (φαρμάκι το στόμα μου, φαρμάκι και ο λόγος σου)

Φαρμακίλα (η) = 1. η πικρίλα του στόματος (Σηκώθηκα με φαρμακίλα, το στόμα μου είναι δηλητήριο), 2. η στεναχώρια (Έχω μεγάλη φαρμακίλα στη ψυχή μου)

Φαρμακώνουμαι = 1. πίνω φαρμάκι (Το μάθατε; Η Γιαννούλα της Λεωνίδαινας φαρμακώθηκε. Τη πάνε με το ξυλοκρέβατο),
2. στεναχωριέμαι (Με φαρμάκωσε ο αγλύκατος εσήμερα πάλε, ούλο γκρίνια είναι)

Φαρμουντός (επίθ.) (<εφαρμόζω) = εφαρμοστός
(Φαμουντό φαρμουντό σου είναι το φουστάνι, να στο ανοίξει λιγούλι η μοδίστρα)

Φαρσί (<τουρκ.farsi) = πολύ καλά
(Το έμαθα φαρσί το ποίημά μου)

Φασκελώνω = μουτζώνω
(Άστα, βράστα και φασκέλωστα…)

Φασκέλωμα (το) (<ελλν.κοιν.σφάκελος) = το μούτζωμα
(Όσα φάσκελα και να σου δώκω, δε κοκκινίζεις εσύ)

Φασκιά (η) (<λατ.fascia) = μακρόστενη λωρίδα υφάσματος που τύλιγαν τα νεογέννητα για να ισιώνει το σωματάκι τους

Φάσκιωμα (το) = το τύλιγμα με τη φασκιά, Φασκιώνω = τυλίγω με τη φασκιά το νεογέννητο

Φαταούλας (ο) = αυτός που τα τρώει όλα, ο αχόρταγος

Φαφατιάζω = μαλακώνω πάρα πολύ, μουλιάζω
(Φαφατιάσανε τα χέρια μου, φαφάτιασα τις κόρες στο νερό)

Φαφουτιάζω και φαφουτιαίνω = μου φεύγουν τα δόντια

Φαφούτης (ο) (ηχοπλ.) = ο χωρίς δόντια
(Οι παππούληδες και οι γιαγιάδες ήτανε ούλοι φαφούτηδες, -ισσες κείνα τα χρόνια)

Φάτσα (η) (<ιταλ.faccia) = το πρόσωπο

Φεγγίτης (ο) = μικρό κλειστό άνοιγμα με τζάμι στη σκεπή ή στο κατώι για φωτισμό

Φελάει (<αρχ.ελλ.ωφελεί) = αξίζει
(Δε φελάει τίποτα)

Φελέκι (το) (<τούρκ.felek=τύχη) = χρησιμοποιείται ως βλασφημία
(Γ@@ώ το φελέκι μου)

Φελί (το) (<λατ.ofellia) = το κομμάτι (Βάλε μου 2 φελιά μπακαλέο ή πίτας)

Φέτο (επίρρ.) = εφέτος

Φευγάλα (η) = το τρέξιμο, η φυγή
(Ρίξε μια φευγάλα μέχρι το (γ)κήπο, να φέρεις ΄να μαρούλι, Έριξε μια φευγάλα και χάθηκε, πάει στα κομμάτια!)

Φηκάρι (το) (<θηκάρι<θήκη<τίθημι) = η θήκη

Φιδοπουκάμισο (το) = η αλλαγή του δέρματος του φιδιού. Παλιά πολύ συχνά οι άνθρωποι έβρισκαν φιδοπουκάμισα στα χωράφια λόγω της καθημερινής επαφής τους με την ύπαιθρο. Τα θεωρούσαν καλό σημάδι και κάποιοι τα φύλαγαν ως φυλαχτό. Προφανώς αυτή η αντίληψη έχει σχέση με τις δοξασίες για ιερά φίδια (η θεά της γονιμότητας με τα φίδια στα χέρια, το φίδι της Αθηνάς)

Φίλεμα (το) = η προσφορά, το κέρασμα
(Τι φίλεμα μου ήφερες;)

Φιλεύω (αρχ.ελλ.) = προσφέρω
(Κάτσε να σε φιλέψω θειά)

Φιλιώ = φιλώ, Φιλιεί = αγγίζει
(Η ξυλοκερατιά στο νόχτο του Παναή θέριεψε πολύ και φιλεί τα κεραμίδια της ξελόντζας μου. Θα του ειπώ να τη (γ)κόψει, γιατί θα βουλώσουνε τα κεραμίδια και μετά θα τρέχουνε τα νερά στα σανά)

Φιρί-φιρί (επίρ.) (<τουρκ.firil firil)) = επίμονα και σκόπιμα
(Φιρί φιρί το πάει)

Φίσκα (επίρ.) (<αρχ.ελλ.φύσκη) = γεμάτα
(Είναι φίσκα τα λιόφτα φέτο)

Φ(ι)τιλιά (η) (τούρκ.) = η ύπουλη κατηγορία
(Η πεθερά ούλο φτιλιές βάνει στο γιο για την ανεπρόκοπη νύφη της)

Φκιάλα (η) (<αρχ.ελλ.φιάλη) = η νεροκολοκύθα. Την χρησιμοποιούσαν για μετάγγιση υγρών (λάδι, νερό, κρασί), αλλά και στερεών (δημητριακά, όσπρια)

Φκιάση (η) = η όψη
(Κάνε όμορφη φκιάση στη (μ)πίτα, με πολλά κεντίδια)

Φκιάχνω (μεσαιων. φτειάνω από αρχ. ευθύς) = κάνω

Φκιασιά (η) = η κατασκευή

Φκιασίδι (το) = το στολίδι
(Ούλο φκιασίδια και κουνήματα είναι.)

Φλασκί (το) (< μεσν. φλασκίον<ελλν.κοιν. φλάσκη, φλάσκα<υστερολατ. flasco) = η τσίτσα, μικρό δοχείο από δέρμα

Φλεβάρια (τα) = τοπωνύμιο στη Σέλιτσα (φλέβα νερού)

Φλεμπόνα (η) (<πλεμόνα) = το άγουρο καρπούζι

Φλέντζα (η) (<ιταλ.fliete) = λεπτό ξύλο, κάτι αδύνατο
(Ήφερα λιγούλια λιανόξυλα, κάτι φλέντσες)

Φλέσουρα (τα) (<φλοιός+σύρω) = 1. τα ροκανίδια, τα απομεινάρια από καρπό,  πεσμένα φύλλα (Πήρε ο αέρας τα φλέσουρα και γιόμισ΄ η αυλή),
2. μεταφορικά το πλήθος (Μαζεύτηκε το φλέσουρο)

Φλέτουρα (τα) = τα φτερά

Φλετουράου (αλβ.flutaron) = 1. φτερουγίζω (Φλετουράνε οι κότες),
2. χαίρομαι πολύ (Φλετουράου από τη χαρά μου),
3. ξαφνιάζομαι (Φλετούρηξε η ψυχή μου από τη σκιάχτρα μου)

Φλίτσια (τα) = τα φύκια (Έβγαλε η θάλασσα πολλά φλίτσια),
2. το περίβλημα του καρπού
(Τα φλίτσια της κούκλας=τα γένια του καλαμποκιού, τα φλίτσια από το λίχνισμα)

Φλομώνω (<φλόμος, δηλητηριώδες φυτό) = 1. τρώγω φλόμο και δηλητηριάζομαι,
2. ζαλίζομαι (Φλόμωσα απ΄ το καπινό),
3. μεταφ. μπουχτίζω (Φλόμωσα απ΄ τις παινιές της)

Φόρα (η) (<αρχ.φορά.) = η δύναμη
(Βάλε φόρα και στήλωστο)

Φοράδα (η) (αρχ.ελλ.η φοράς) = το θηλυκό άλογο, χαρακτηρισμός αγενούς γυναίκας

Φορτσάδο (το) (<ιταλ.forzato) = η τριχιά
(Δέσε καλά το φόρτωμα με το φορτσάδο)

Φορτσάτος (επίθ) (<ιταλ.forzato) = πολύ δυνατός
(Ήρθε φορτσάτος, η βροχή ήταν φορτσάτη)

Φορτοτριχιά = η τριχιά που δένει το φορτίο

Φόρτωμα (το) και φορτίο (<φέρω) = συγκεκριμένη ποσότητα, που μεταφερόταν με το ζώο (άλογο, γαϊδούρι, σπανιότερα μουλάρι). Ήταν ένας τρόπος υπολογισμού της ποσότητας (Έγειρε το φόρτωμα στο αριστερό πλευρό του γαϊδουριούν, ήφερα ένα φόρτωμα ξύλα, άλεσα ένα φόρτωμα σιτάρι, εσήμερα μαζέψαμε 3 φορτώματα αρακά).

Φορφωτήρα (η) (<φορτωτήρα<φορτώνω) = υποβοηθητικό ξύλο στήριξης με διχάλα για φόρτωμα, αλλά και ράβδος για χτύπημα

Φούγα (η) (ιταλ.) = η ακμή μιας κατάστασης
(Τον Αύγουστο ο τρύγος είναι στη φούγα του)

Φούμαρα (τα) = τα ψέματα, τα παραμύθια

Φουμάρω (<ιταλ.fumare) = καπνίζω, ο Φουμαριστής = παρατσούκλι

Φουμιά (η) = η ομορφιά, Φουμιά (τα) = τα στολίδια

Φουμίζω (<φημίζω<αρχ.ελλ. φήμη) = ομορφαίνω
(Στη τάβλα που καθόμαστε πρέπει να τραγουδάμε, για να φουμίζει η τάβλα μας κι ούλος ο νταϊφάς μας… δημ. τραγ. Αντ. Γαϊτάνη «Λαογραφικά και άλλα Βασιλιτσίου Μεσσηνίας)

Φούντα (η) (<ελλν. κοιν. φούνδα<funda ινδοευρ.) = ανθισμένο κλαδί, φούντα μαλλιού, φούντα από γνέμα

Φουνταλώνω = ανάβω φωτιά
(Φουντάλωσε η φωτιά = έπιασε καλά και έχει μεγάλη φλόγα)

Φουντάρω (<μεσν.κοιν.φούντος) = πέφτω μέσα, βυθίζομαι, καταστρέφομαι

Φουντούλης (ο) (<τουρκ.fodul=o ριψοκίνδυνος) = παρανόμι

Φουντώνω = 1. αναπτύσσομαι (Φουντώνουν τα δέντρα),
2. ζεσταίνομαι (Φουντώνουν τα μάγουλά μου),
3. θυμώνω (Φουντώνουν τα νεύρα μου)

Φούρια (η) (<ιταλ.furia) = η βιασύνη, η δύναμη
(Έφυγε με φούρια)

Φουριόζος (επίθ.) = ο βιαστικός

Φούρκα (η) (<ιταλ.furca) = η φουρκάδα, ο θυμός
(Τόνε έκαμε φούρκα ενάντιά μου)

Φουρκάδα (η) (ιταλ.) = 1. ο πάσσαλος. Τη φουρκάδα την έφτιαχναν από ελιές, που κλάδευαν ή άλλα ξύλα του βουνού. Τα έκοβαν στο ύψος του μέτρου, τα καθάριζαν από άλλα κλαδιά και στο επάνω μέρος τα έκαναν σαν διχάλα, για να πιάνουν και να στερεώνουν τα κλήματα στις σταφίδες, 2. συνεκδοχικά σήμαινε το χτύπημα με ξύλο (Μωρέ, σου χρειάζεται φουρκάδα εσένα!)

Φουρκαδιάζω = βάζω φουρκάδες στα κλήματα και τα στηρίζω για να μην γείρουν από τον αέρα. (Το κόψιμο των φουρκάδων από το βουνό και κατόπιν το φουρκάδιασμα στις σταφίδες ήταν σημαντικές και κοπιαστικές αγροτικές εργασίες)

Φουρκέτα (η) (<ιταλ.forcheta) = διχαλωτή καρφίτσα για το στερέωμα του κότσου στα μαλλιά

Φουρκίζω = νευριάζω, θυμώνω
(Μη με φουρκίζεις)

Φούρλα (η) (<ιταλ.frulla)) = η στροφή
(Κάνε μια φούρλα στο χορό)

Φουρλέτσι (το) (<ιταλ.frulla) = γρήγορα
(Τα ήφερε ούλα φουρλέτσι)

Φουρλίζω ή φουρλατίζω = πάω πέρα δώθε ανήσυχος

Φουρνέλο (το) (<ιταλ.fornelo) = υπόγειος δυναμίτης
(Στη μπάντα φουρνέλο…)

Φουρνίζω (<μεσν.φούρνος<λατ.furnus) = 1.  καίω το φούρνο και ψήνω το ψωμί, 2. μεταφ. έχω ανοιχτά τα πόδια και φαίνονται άσεμνα σημεία του σώματός μου

Φουρνόλακας (ο) = 1.  το σημείο που μαζεύεται η στάχτη του φούρνου, 2. μεταφ. το άνοιγμα και ξεσκέπασμα των ποδιών, ντροπιαστική κίνηση

Φουρνόφτυαρο (το) = το φτυάρι με το οποίο έριχναν το ψωμί στο φούρνο

Φουρφουλιάζω (ηχοπλ. από το αίσθημα του περπατήματος του ζωϋφίου) = γεμίζω
(Φουρφούλιαξε ο τόπος από ψύλλους, …Ενώ από δαύτους σήμερις φουρφούλιαξεν η χώρα, ποίημα, Π. Γλ.)

Φούσκα (η) (<αρχ.ελλ.φύσκη) = η μπάλα, η κύστη. Τη φούσκα του γουρουνιού την έκαναν τα παιδιά μπάλα και έπαιζαν

Φουσκοδεντριά (η) = λέγεται όταν το δέντρο έχει κατεβάσει χυμούς, εποχή ευφορίας

Φουσκοθαλασσιά (η) = λέγεται όταν η θάλασσα έχει εσωτερικό βουβό κύμα
(Να, βρίσκει φουσκοθαλασιά γερή κι αντρειωμένη,
που της μπενζίνας μονομιάς στομώνει τη τρεχάλα…, Π. Γλ.)

Φούσκος (ο) (<αρχ.ελλ.φύσκη) και το φούσκο = το χαστούκι, το σκαμπίλι.

Φουσκί (το) (<φουσκίον<φύσκη) = η κοπριά

Φουσκίζω = ρίχνω φουσκί στο χωράφι

Φούσκισμα (το) = η λίπανση με φουσκί
(…Αυτό θα πει το φούσκισμα νάναι στην εποχή του…, ποίημα, Π. Γλ.)

Φουσκίτης (ο) = ο κενός περιεχομένου, ο αδύνατος

Φουφούλα (η) = κοντό και φαρδύ με σούρα και λάστιχο σορτσάκι για τις γυμναστικές επιδείξεις

Φράπα (η) (ίσως από <ιταλ.frappa=κομμάτι από σκισμένο ρούχο)  = 1. είδος εσπεριδοειδούς (Επειδή η φράπα κομματιάζεται για να γίνει γλυκό, με επιφυλάξεις κατά το Λεξ. της Κοινής Νεοελληνικής), 2. το πολύ παχύ (Έχει μάγουλο φράπα, δηλ. στρογγυλό, παχουλό και σφριγηλό)

Φραξίδι (το) = φράχτης
(Με τα σφάλαχτρα φτιάχνανε φραξίδια στα κήπια τους)

Φρεσκαδούρα (η) = 1. ο δροσερός άνεμος (Επιτέλους φύσηξε φρεσκαδούρα),
2. τα νιάτα (Έχει μπόλικη φρεσκαδούρα το χωριό μας)

Φρετζουλάου = πετάω με δύναμη μακριά. Η λέξη δεν υπάρχει σε λεξικά. Ίσως από το ρετζουλάω = πετάω νερό

Φρέτζουλος (ο) = το πέταγμα, η απόρριψη
(Δώσ’ του ‘να φρέτζουλο)

(Φρίζω) (<αρχ. φρίκη) = εκπλήσσομαι αρνητικά, το σημερινό φρικάρω. Το ρήμα συναντάται στον αόριστο, μέλλοντα και συντελικούς χρόνους: έφριξα, θα φρίξω, έχω, είχα φρίξει
(Θα φρίξουτε μ΄αυτά που θ΄ακούσουτε)

Φρίσσα (η) (<αρχ.ελλ. θρίσσα) =  το παξιμάδι
(Το πολύ ξερό ψωμί το κάναμε φρίσσες στο φούρνο και τις τρώγαμε μουσκευτές στο νερό ή στη βραστογαλιά)

Φρουγκάλα (η) = η φουσκάλα

Φρουμάζω (< ελλν.φριμάω-ω<αρχ.ελλ.φριμάσσομαι< ηχομ. λέξη) = αναπνέω δυνατά από τα ρουθούνια (κυριολ. στα ζώα)

Φρούσιος (επίθ.) = ο ξανθός (φρούσια φρύδια)

Φρύγανα (τα) (<αρχ.ελλ. φρύγανον) = τα ξερόχορτα

Φταπόδι (το) = το χταπόδι

Φτενός (επίθ.) (<φθίνω<ευ+τείνω) = αδύνατος

Φτερά (τα) του αλετριού = λεπτά ξύλα πάνω στην αλετροπόδα, πίσω από το υνί για να διώχνουν τα χώματα

Φτίλι (το) ή φ(υ)ιτίλι ή φτιλάκι (<τούρκ.fitil, αρχ. ελλ. πτίλιον) = το φιτίλι του καντηλιού, τα Φιτίλια = τα νεύρα

Φ(ι)τιλιά (η) = η ύπουλη κατηγορία, λόγος που ανάβει φωτιά
(Του ΄βαλε φτιλιές για τη γυναίκα του και μετά έκανε την ανήξερη)

Φταμηνίτικο (το) = το επταμηνίτικο παιδί

Φτόνος (ο) = ο φθόνος

Φτούνος και φτούνος φτου (αντων.) (αυτός+να+τος) = αυτός

Φτουράου (<φτ(άνω)+λατ.(ob)duro) = 1. επαρκώ (Μας φτούρησε το ψωμί = μας έφτασε),
2. κάνω κάτι γρήγορα και αποτελεσματικά (Μου φτουράνε οι δουλειές = φεύγουν γρήγορα οι δουλειές μου με καλό αποτέλεσμα)

Φτούριο (το) = η προκοπή, Φτούριος = ο αποτελεσματικός

Φτυώ = φτύνω

Φυλάκοι (οι) = οι φύλακες

Φυλαχτάρι (το) = το φυλαχτό, ένα μικρό κομμάτι υφάσματος γεμισμένο με άγιο χώμα ή τίμιο ξύλο, που το φορούσαν οι άνθρωποι για προστασία από κάθε κακό

Φύρα (η) (<αρχ.ελλην.φυράω-ώ) = η απώλεια βάρους και όγκου, η μείωση
(Είχε μεγάλη φύρα η σταφίδα, είχε πολλά σάπια και ξερά)

Φυράδα (η) = η χαραμάδα
(Τα παρεθύρια στο σπίτι μας είναι ούλο φυράδες και μπάζει πολύ κρύο)

Φυρνάου ή φυραίνω = χάνω όγκο, ξεφουσκώνω
(Φύρασε το ψωμί = ξεφούσκωσε, φύρασε η μάνα μου = αδυνάτισε)

Φυρός (ο) = ο λειψός

Φυσούνα (η) ή φυσερό(το) = κούφιο καλάμι για το φύσημα της φωτιάς

Φυτιλήθρα (η) = βάση από φελό για το φιτίλι του καντηλιού, η οποία επιπλέει στο λάδι

Φυτειά (η) (<αρχ.φυτεία) = νεοφυτεμένη σταφίδα ή αμπέλι

Φχαριστώ-φχαριστιέμαι, μετχ. φχαριστημένος (<αρχ.ελλ.ευ+χάρις) = ευχαριστώ

Φώλι (το) ή ο φώλος (<αρχ.ελλ. φωλεά) = το αυγό που έβαζαν στη φωλιά για να προσελκύσουν τις κότες να γεννήσουν και επειδή παρέμενε για πολύ στη φωλιά γινόταν κλούβιο, γενικά το χαλασμένο αυγό (Τήρα αν έχει φώλο η φωλιά), μεταφορικά ο τεμπέλης (Στρογγυλοκάθεται ένας φώλος, δε πάει για δουλειά!)

Φωτάει (<αρχ.ελλ. φως), χαράζει, ξημερώνει (τώρα αρχίζει να φωτάει, να ξημερώνει) ήταν τα ρήματα που χρησιμοποιούσαν για τον ερχομό της καινούριας μέρας.
Το φώτημα, το χάραμα, το ξημέρωμα ήταν τα ουσιαστικά
(Με το φώτημα, ή με το χάραμα, ή με το ξημέρωμα το ψωμί το είχα βγαλμένο απ’ το φούρνο)
και αφώτηγο, αχάραγο, αξημέρωτο ήταν τα αντίθετά τους, λίγο πριν να ξημερώσει.
(Αφώτηγο ή αχάραγο ή αξημέρωτο είμαστούνε στο χωράφι)

Φωτερά (τα) = τα μάτια
(Θα σου χύσω τα φωτερά!)

Φωτίκια (τα) = τα βαφτιστικά ρούχα, αλλιώς λαδίκια

Φωτοβολάει ή φωτομανάει όξω = έχει ανέβει ο ήλιος ψηλά, έχει γίνει μέρα, έχει έντονο φως

 

 

Αναζήτηση αλφαβητικά

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ

Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω