Ωρέ (κλητική προσφώνηση) = ρε (Ώρε Μήτρο!)
Ώρες-ώρες: έκφραση = κάποιες στιγμές. (Ώρες-ώρες μου ΄ρχεται να κλαι.)
(Της) Ωριάς = τοπωνύμιο μιας βραχώδους παραλίας στο ακρωτήριο Ακρίτας.
Ώριος, -ια, ιο (<πανώριος<ωραίος) = ωραίος, όμορφος (ώριο κορίτσι, ώρια προικιά).
Αναζήτηση αλφαβητικά
Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ
Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω