Όλες οι λέξεις στο ‘Φ’

Φάβα (η) (ινδοευρωπαϊκή) = είδος οσπρίου. Η φάβα ήταν βασική τροφή για τους προγόνους μας, γινόταν από διάφορα κοτσίρια (λαθούρια, μπίζια), που τα καλλιεργούσαν οι ίδιοι και προσφερόταν ως πρώτο πιάτο στο τραπέζι προς τιμή του νεκρού, έθιμο που συνεχίζεται και σήμερα.

Φαγανός, -ή, -ό (επίθ.) = καλοφάγανος. ορεξάτος (φαγανό παιδί).

Φάγνα (η) ή φάκνα (θ. φαγ-)  = το ξερό φαΐ για τα ζώα. (Μα ούτε βέλασμα, ούτε χλιμίτρισμα ηχολογούσε εκεί. Μόνο η φάκνα έτριζε και εκείνη έμενε ξερομασημένη στο στόμα τους…) – Α. Καρκαβίτσας, «Λόγια της Πλώρης».

Φαγνίζω (<αόρ. έφαγα του ρ. τρώγω) = ταΐζω. (Φάγνισα τα ζα.)

Φάκα (η) (<τούρκ. fak) = η παγίδα για τα ποντίκια.

Φακαρόλα (η) (ιταλ.) = το φιτίλι της λάμπας.

Φακιόλι (το) (ελλν. κοιν.<λατ. faciale ή ελλ. φάκελος) = το κεφαλομάντηλο

Φακόσπορος (ο) = α) ο σπόρος της φακής
β) μετφ. ο πολύ κοντός άνθρωπος.

Φαλάδα (η) = αυτό που δεν έπιασε, δεν φύτρωσε ή ξεράθηκε. (Μου βγήκανε πολλές φαλάδες.)

Φαλάρω (ρ.) (<ιταλ. fallare) = δεν φυτρώνω, ατροφώ. (Κάποιες καταβολάδες μου φαλάρανε.)

Φαλιρίζω (ρ) (<ιταλ. fallire) = χάνω, πτωχεύω. (Το ρημάδι το χαρτί φαλίρισε πολλά σπίτια.)

Φαλτσέτα (η) (<ιταλ. falsetta) = το μαχαίρι των τσαγκάρηδων.

Φαμπελιά (η) (<ιταλ. familia) = η οικογένεια. (Το Βασιλίτσι τη δεκαετία του 60 είχε 200 φαμπελιές.)

Φάμπρικα (η) (ιταλ.) της Γερμανίας = εργοστάσιο. Ξενόφερτη λέξη της δεκαετίας του 60, όταν πολλοί Βασιλιτσιώτες μετανάστευσαν στη Γερμανία.

(Του) Φάναρη = τοπωνύμιο Δ του χωριού.

Φανάρι (το) (<αρχ. ελλ. φανός) = α) ένα μικρό φορητό και κλειστό περιμετρικά με τζάμι μεταλλικό σκεύος, μέσα στο οποίο έκαιγε φιτίλι σε λάδι.
β) ένα μεγάλο σαν ντουλάπι σκεύος (κλουβί) με μεταλλικό σκελετό και περιμετρικά πλευρές με δίχτυ, μέσα στο οποίο τοποθετούσαν φαγητά.

Φανερώματα (τα) (<φανερώνω<φαίνω) = η πρώτη φανερή συνάντηση των δύο οικογενειών για την επισημοποίηση της παντρειάς του ζευγαριού.

Φανερωμένη (η) = α) εξωκκλήσι της Παναγίας Φανερωμένης στα ριζά της ΝΑ πλευράς του Μαυροβουνίου, όπου μέχρι τη δεκαετία του 1960 λειτουργούσε ως μονή με άνδρες καλογέρους. Η αρχική  τοποθεσία της εκκλησίας βρισκόταν κάτω στην πεδιάδα, κοντά στη θάλασσα, όπου η προφορική παράδοση αναφέρει το κούρσεμά της από κουρσάρους που λυμαίνονταν τα παράλια της Πελοποννήσου και την αναγκαστική μεταφορά της στη σημερινή τοποθεσία.
β) Φανερωμένη λέγεται όλη η τοποθεσία και αναγνωρίζεται ως οικισμός του Βασιλιτσίου με κάποιες δεκάδες μόνιμους κατοίκους. Πηγές της αρχαίας ελληνικής γραμματείας και αρχαιολογικά ευρήματα υποδεικνύουν τη σημερινή Φανερωμένη ως τόπο κατοικήσιμο από τα αρχαΐκά χρόνια και τον όρμο στο Αμμούδι ως ναυπηγείο σε διάφορες περιόδους των ιστορικών χρόνων λόγω του φυσικού όρμου και της πλούσιας ξυλείας του Μαυροβουνίου.

Φαντάχτηκα (παθ. αόρ. του ρ. φαντάζουμαι) = φαντάστηκα

Φαουλάδικος, –ικη, -ικο (επίθ.) (<φαγ-+ούλα) = καλοφάγανος. (Ο Γιώργης μου είναι φαουλάδικο,  καλοφάγανο παιδί.)

Φαουλάρικο (το) = αυτό που είναι κατάλληλο για τροφή, φαγώσιμο.
(Να, ετούτο είναι  φαουλάρικο σταφύλι, φάτο, δηλ. είναι ωραίο τσουπωτό με καθαρές ρόγες σταφύλι, χωρίς σαπίλες, που αξίζει να φαγωθεί και να μη λιαστεί.)

Φάπα (η) (ηχοποιητική λέξη<φαπ) = το χτύπημα στο πρόσωπο με την παλάμη του χεριού, το σκαμπίλι.

Φάρα (η) (<αλβ. fara=ο σπόρος, το γένος) = η γενιά, το σόι.
(Για να διώξουν κάποια άλλη φάρα από το τόπο εκείνο…, Ν. Πασαγιώτης, «Ανεβοκατεβάτες». /Γ@@ώ τη φάρα σου, συνήθης βλασφημία των ανδρών.)

Φαρί (το) (μεσν. φαρίν<αραβ. faras=άλογο) = καλοθρεμμένο άλογο.
(Τότε σκοτάδι απλώθηκε και γίνηκεν η πλάση
μαύρο φαρί κατάμαυρο, έτοιμο ν΄αφηνιάσει…), δημ. τραγούδι.

Φαρμάκι = το δηλητήριο. (Έβαλε φαρμάκι για τα ποντίκια. / Ήπιε φαρμάκι.)
β) μετφ. το πικρό. (Φαρμάκι το στόμα μου, φαρμάκι και ο λόγος σου.)

Φαρμακίλα (η) = α) η πικρίλα του στόματος. (Σηκώθηκα με φαρμακίλα, το στόμα μου είναι δηλητήριο.)
 β) η στεναχώρια. (Έχω μεγάλη φαρμακίλα στη ψυχή μου.)

Φαρμακώνω-ουμαι (ρ.) = α) πίνω φαρμάκι. (Το μάθατε; Η Γιαννούλα της Λεωνίδαινας φαρμακώθηκε. Τη πάνε με το ξυλοκρέβατο.)
β) στεναχωριέμαι. (Με φαρμάκωσε ο αγλύκατος εσήμερα πάλε, ούλο γκρίνια έναι.)

Φαρμουντός, -ή, -ό (επίθ.) (<εφαρμόζω) = εφαρμοστός. (Φαρμουντό-φαρμουντό σου είναι το φουστάνι, να στο ανοίξει λιγούλι η μοδίστρα.)

Φαρσί (<τουρκ. farsi) = πολύ καλά. (Το έμαθα φαρσί το ποίημά μου.)

Φασκελώνω (ρ.) (<φάσκελος=μούντζα) = μουτζώνω. (Άστα, βράστα και φασκέλωστα.)

Φασκέλωμα (το) (<ελλνστ,. κοιν. σφάκελος) = το μούτζωμα. (Όσα φασκελώματα και να σου δώκω, δε κοκκινίζεις εσύ.)

Φασκιά (η) (<λατ. fascia) = μακρόστενη λωρίδα υφάσματος που τύλιγαν τα νεογέννητα για να ισιώνει το σωματάκι τους.

Φάσκιωμα (το) = το τύλιγμα με τη φασκιά.

Φασκιώνω (ρ.) = τυλίγω με τη φασκιά το νεογέννητο.

Φασούλι (το) (<μεσν. ελλ. φασούλιον, υποκορ.<φάσουλος<φασίολος) = το φασόλι. (Φασούλι το φασούλι γιομίζει το σακούλι.)

Φασουλάδα (η) = η φασολάδα.

Φαταούλας (ο) = αυτός που τα τρώει όλα, ο αχόρταγος.

Φαφατιάζω (ρ.) = μαλακώνω πάρα πολύ, μουλιάζω.
(Φαφατιάσανε τα χέρια μου. / Φαφάτιασα τις κόρες στο νερό.)

Φαφουτιάζω και φαφουτιαίνω (ρ.) = μου φεύγουν τα δόντια.

Φαφούτης (ο) (ηχοποιητική λέξη) = ο άνθρωπος χωρίς δόντια. (Οι παππούληδες και οι γιαγιάδες ήτανε ούλοι φαφούτηδες, -ισσες κείνα τα χρόνια.)

Φάτσα (η) (<ιταλ. faccia) = το πρόσωπο

Φεγγίτης (ο) = α) μικρό κλειστό άνοιγμα με τζάμι στη σκεπή ή σε τοίχο για φωτισμό σε εσωτερικό δωμάτιο.

Φελάει (ρ.) (<αρχ. ελλ. ωφελεί) = αξίζει.  (Δε φελάει τίποτα.)

Φελέκι (το) (<τούρκ. felek=τύχη) = μοίρα, τύχη. Χρησιμοποιείται ως βλασφημία. (Γ@@ώ το φελέκι μου.)

Φελί (το) (<λατ. ofellia) = κομμάτι. (Βάλε μου ‘να φελί μπακαλέο.)

Φέτο (επίρρ.) = εφέτος

Φευγάλα (η) και Φευγιό (το)  = το τρέξιμο, η φυγή. (Ρίξε μια φευγάλα μέχρι το (γ)κήπο, να φέρεις ΄να μαρούλι. / Έριξε μια φευγάλα και χάθηκε, πάει στα κομμάτια!)

Φηκάρι (το) (<θηκάρι<θήκη<τίθημι) = η θήκη. (Βάλ’ το στο φηκάρι.)

Φιδοπουκάμισο (το) = η αλλαγή του δέρματος του φιδιού. Παλιά, πολύ συχνά οι άνθρωποι έβρισκαν φιδοπουκάμισα στα χωράφια λόγω της καθημερινής επαφής τους με την ύπαιθρο. Τα θεωρούσαν καλό σημάδι και κάποιοι τα φύλαγαν ως φυλαχτό. Προφανώς αυτή η αντίληψη έχει σχέση με τις πανάρχαιες δοξασίες για ιερά φίδια (η θεά της γονιμότητας με τα φίδια στα χέρια, το φίδι της Αθηνάς).

Φίλεμα (το) = η προσφορά, το κέρασμα. (Σου ήφερα ‘να φίλεμα δυχατέρα.)

Φιλεύω (ρ.) (αρχ. ελλ.) = προσφέρω. (Κάτσε να σε φιλέψω θειά.)

Φιλιεί = αγγίζει. (Η ξυλοκερατιά στο νόχτο του Παναή θέριεψε πολύ και φιλιεί τα κεραμίδια της ξελόντζας μου. Θα του ειπώ να τη (γ)κόψει, γιατί θα βουλώσουνε τα κεραμίδια και μετά θα τρέχουνε τα νερά στα σανά.)

Φιλιώ (ρ.) = φιλώ. (Σε φιλιώ στα ‘νείρατά μου.)

Φιλιώνω (ρ.) = μονιάζω

Φιρί-φιρί (επίρρ.) (<τουρκ firil firil)) = επίμονα και σκόπιμα. (Φιρί φιρί το πάει.)

Φίσκα (επίρρ.) (<αρχ. ελλ. φύσκη) = γεμάτα. (Είναι φίσκα τα λιόφτα φέτο.)

Φκιάλα (η) (<αρχ. ελλ. φιάλη) = η νεροκολοκύθα. Την χρησιμοποιούσαν για μετάγγιση υγρών (νερό, λάδι, κρασί), αλλά και στερεών (δημητριακά, όσπρια).

Φκιάση (η) = η όψη. (Κάμε όμορφη φκιάση στη (μ)πίτα, με πολλά κεντίδια.)

Φκιασίδι (το) (<φύκος=κοκκινάδι) = το καλλυντικό, το στολίδι. (Βγάλε τα φκιασίδια. / Ούλο φκιασίδια και κουνήματα έναι.)

Φκιασίδωμα (το) = το μακιγιάρισμα, ο καλλωπισμός.

Φκιασιδώνω (ρ.) = ομορφαίνω, μακιγιάρω. Φκιασιδωμένος, -η, -ο (μετχ.) = μακιγιαρισμένος.

Φκιάχνω (ρ.) (μεσν. φτειάνω από αρχ. ευθειάζω ή από ελλνστ. φυκώ<φύκος=κοκκινάδι) = κάνω, κατασκευάζω.

Φκιασιά (η) = η κατασκευή/ (Έναι από τη φκιασιά του έτσι, έναι στραβοκομμένο.)

Φλασκί (το) (< μεσν. φλασκίον<ελλν. κοιν. φλάσκη, φλάσκα<υστερολατ. flasco) = η τσίτσα, μικρό δοχείο από δέρμα.

Φλεβάρια (τα) (από φλέβα νερού) = τοπωνύμιο στη Σέλιτσα με αντίστοιχη πηγή.

Φλεμπόνα (η) (<πλεμόνα) = το άγουρο καρπούζι.

Φλέντζα (η) (<ιταλ. fliete) = λεπτό ξύλο, κάτι αδύνατο. (Ήφερα λιγούλια λιανόξυλα, κάτι φλέντσες.)

Φλέσουρα (τα) (<φλοιός+σύρω) = α) τα ροκανίδια. (Ρίξε φλέσουρα στα χυμένα λάδια για να τα πιούνε.)
β) τα απομεινάρια από καρπό, ό,τι πέφτει από το κόσκινο. (Ρίξε τα φλέσουρα από το κόσκινο στις κότες.)
γ) τα  πεσμένα φύλλα. (Πήρε ο αέρας τα φλέσουρα και γιόμισ΄ η αυλή.)
δ) μετφ. το πλήθος. (Μαζεύτηκε το φλέσουρο.)

Φλέτουρα (τα) = τα φτερά

Φλετουράου (ρ.) (αλβ. flutaron) = α) φτερουγίζω. (Φλετουράνε οι κότες.)
β) μετφ. χαίρομαι πολύ. (Φλετουράου από τη χαρά μου.)
γ) μετφ. ξαφνιάζομαι. (Φλετούρηξε η ψυχή μου από τη σκιάχτρα μου.)

Φλίτσια (τα) = α) τα φύκια. (Έβγαλε η θάλασσα πολλά φλίτσια.)
β) το περίβλημα του καρπού. (Τα φλίτσια της κούκλας=τα γένια του καλαμποκιού, τα φλίτσια από το λίχνισμα.)

Φλοέρα (η) = η φλογέρα

Φλομώνω (ρ.) (<φλόμος, δηλητηριώδες φυτό) = α) τρώγω φλόμο και δηλητηριάζομαι
β) ζαλίζομαι. (Φλόμωσα απ΄ το καπινό.)
γ) μετφ. μπουχτίζω. (Φλόμωσα απ΄ τις παινιές της.)

Φόρα (η) (<αρχ. φορά.) = η δύναμη. (Βάλε φόρα και πιλάλα.)

Φοράδα (η) (αρχ. ελλ. φοράς) = α) το θηλυκό άλογο
β) χαρακτηρισμός αγενούς γυναίκας.

Φορτσάδο (το) (<ιταλ. forzato) = είδος τριχιάς, πιο λεπτό σκοινί από την τριχιά. (Δέσε καλά το φόρτωμα με το φορτσάδο.)

Φορτσάτος, -η, -ο (επίθ.) (<ιταλ. forzato) = πολύ δυνατός. (Ήρθε φορτσάτος. / Η βροχή ήταν φορτσάτη.)

Φορτοτριχιά (η) = η τριχιά που δένει το φορτίο.

Φόρτωμα (το) και φορτίο (<φέρω) = συγκεκριμένη ποσότητα μέσα σε σακιά ή δεμένη σε αγκαλιές, που φορτωνόταν και μεταφερόταν με το ζώο (άλογο, γαϊδούρι, σπανιότερα μουλάρι). Ήταν ένας τρόπος υπολογισμού της ποσότητας. (Έγειρε το φόρτωμα στο αριστερό πλευρό του γαϊδουριού. / Ήφερα ένα φόρτωμα ξύλα. / Άλεσα ένα φόρτωμα σιτάρι. / Εσήμερα μαζέψαμε τρία φορτώματα αρακά.)

Φορφωτήρα (η) (<φορτωτήρα<φορτώνω) = υποβοηθητικό ξύλο στήριξης με διχάλα για φόρτωμα, αλλά και ράβδος για χτύπημα.

Φούγα (η) (ιταλ.) = η ακμή μιας κατάστασης. (Τον Αύγουστο ο τρύγος είναι στη φούγα του.)

Φούμαρα (τα) = τα ψέματα, τα παραμύθια.

Φουμάρω (ρ.) (<ιταλ. fumare) = καπνίζω

Φουμαριστής (ο) = ο καπνιστής. Είναι και παρανόμι.

Φουμιά (η) = η ομορφιά. Φουμιά (τα) = τα στολίδια

Φουμίζω (ρ.) (<φημίζω<αρχ. ελλ. φήμη) = ομορφαίνω. (Στη τάβλα που καθόμαστε πρέπει να τραγουδάμε, για να φουμίζει η τάβλα μας κι ούλος ο νταϊφάς μας…) – Αντ. Γαϊτάνης, «Λαογραφικά και άλλα Βασιλιτσίου Μεσσηνίας».

Φούντα (η) (<ελλν. κοιν. φούνδα<funda ινδοευρ.) = α) ανθισμένο κλαδί (φούντα ελιάς)
β) φούντα μαλλιού. (Πετάει μια φούντα απ΄τα μαλλιά σου.)
γ) φούντα από γνέμα. (Πάρε μου μια φούντα γνέμα.)

Φουνταλώνω (ρ.) = ανάβω φωτιά. (Φουντάλωσε η φωτιά = έπιασε καλά και έχει μεγάλη φλόγα.)

Φουντάρω (ρ.) (<μεσν. κοιν. φούντος) = πέφτω μέσα, βυθίζομαι, καταστρέφομαι.

Φουντούλης (ο) (<τουρκ. fodul=o ριψοκίνδυνος) είναι παρανόμι.

Φουντώνω (ρ.) = α) αναπτύσσομαι. (Φουντώνουν τα δέντρα.)
β) ζεσταίνομαι. (Φουντώνουν τα μάγουλά μου.)
γ) θυμώνω. (Φουντώνουν τα νεύρα μου.)

Φούρια (η) (<ιταλ. furia) = η βιασύνη, η δύναμη. (Έφυγε με φούρια.)

Φουριόζος, -α, -ο (επίθ.) = ο βιαστικός

Φούρκα (η) (<ιταλ. furca) = η φουρκάδα, ο θυμός. (Πολλή φούρκα έχεις! Τόνε έκαμε φούρκα (επιρρ. κατηγορούμενο) ενάντιά μου.)

Φουρκάδα (η) (ιταλ.) = α) ο πάσσαλος. Τη φουρκάδα την έφτιαχναν από ελιές, που κλάδευαν ή άλλα ξύλα του βουνού. Τα έκοβαν στο ύψος του μέτρου, τα καθάριζαν από άλλα κλαδιά και στο επάνω μέρος τα έκαναν σαν διχάλα, για να πιάνουν και να στερεώνουν τα κλήματα στις σταφίδες.
β) συνεκδοχικά σήμαινε το χτύπημα με ξύλο. (Μωρέ, σου χρειάζεται φουρκάδα εσένα!)

Φουρκαδιάζω (ρ.) = βάζω φουρκάδες στα κλήματα και τα στηρίζω για να μην γείρουν από τον αέρα.
Το κόψιμο των φουρκάδων από το βουνό και κατόπιν το φουρκάδιασμα στις σταφίδες ήταν σημαντικές και κοπιαστικές αγροτικές εργασίες.

Φουρκέτα (η) (<ιταλ. forcheta) = διχαλωτή καρφίτσα για το στερέωμα του κότσου στα μαλλιά.

Φουρκίζω (ρ.) (<ιταλ. furca) = νευριάζω, θυμώνω. (Μη με φουρκίζεις.)

Φούρλα (η) (<ιταλ. frulla)) = η στροφή. (Πάρε μια φούρλα στο χορό.)

Φουρλέτσι (το) (<ιταλ. frulla) = άνω-κάτω και γρήγορα. (Τα ήφερε ούλα φουρλέτσι.)

Φουρλίζω ή φουρλατίζω = πάω πέρα δώθε ανήσυχος.

Φουρνέλο (το) (<ιταλ. fornelo) = υπόγειος δυναμίτης. (Στη μπάντα φουρνέλο…)

Φουρνίζω (<μεσν. φούρνος<λατ. furnus) = α) καίω το φούρνο και ψήνω το ψωμί
β) μετφ. έχω ανοιχτά τα πόδια και φαίνονται άσεμνα σημεία του σώματός μου.

Φουρνόλακας (ο) = α) το μπροστινό σημείο στο άνοιγμα του φούρνου, όπου μαζεύεται η στάχτη,
β) μετφ. το άνοιγμα και ξεσκέπασμα των ποδιών, ντροπιαστική κίνηση.

Φουρνόφτυαρο (το) = το φτυάρι με το οποίο έριχναν το ψωμί στο φούρνο.

Φουρφουλιάζω (ρ.) (ηχοποιητική λέξη από το αίσθημα του περπατήματος του ζωϋφίου) = γεμίζω.
(Φουρφούλιαξε ο τόπος από ψύλλους. /… ενώ από δαύτους σήμερις φουρφούλιαξεν η χώρα…, Π. Γλυφός, «Ομορφιές και μορφές της Κορώνης».)

Φούσκα (η) (<αρχ. ελλ. φύσκη) = α) η κύστη
β) η μπάλα. Τη φούσκα του γουρουνιού την έκαναν τα παιδιά μπάλα και έπαιζαν.
γ) το μπαλόνι. (Πατέρα, μου πήρες φούσκες;)

Φουσκοδεντριά (η) = λέγεται όταν το δέντρο έχει ανεβάσει χυμούς, εποχή ευφορίας.

Φουσκοθαλασσιά (η) = λέγεται όταν η θάλασσα έχει εσωτερικό βουβό κύμα. (Να βρίσκει φουσκοθαλασιά γερή κι αντρειωμένη,
που της μπενζίνας μονομιάς στομώνει τη τρεχάλα…) – Π. Γλυφός, «Ομορφιές και μορφές της Κορώνης».

Φούσκος (ο) (<αρχ. ελλ. φύσκη) και φούσκο (το) = το χαστούκι, το σκαμπίλι.

Φουσκί (το) (<φουσκίον<φύσκη) = η γινωμένη κοπριά ως λίπασμα

Φουσκίζω (ρ.) = ρίχνω φουσκί στο χωράφι.

Φούσκισμα (το) = η λίπανση με φουσκί. (Αυτό θα πει το φούσκισμα νάναι στην εποχή του…) – Π. Γλυφός,  «Ομορφιές και μορφές της Κορώνης».

Φουσκίτης (ο) = α) είδος μανιταριού
β) ο κενός περιεχομένου, ο αδύνατος.

Φουφούλα (η) = κοντό και φαρδύ με σούρα και λάστιχο σορτσάκι για τις γυμναστικές επιδείξεις.

Φράπα (η) (ίσως από <ιταλ. frappa=κομμάτι από σκισμένο ρούχο)  = α) είδος εσπεριδοειδούς. (Επειδή η φράπα κομματιάζεται για να γίνει γλυκό, με επιφυλάξεις κατά το Λεξ. της Κοινής Νεοελληνικής.)
β) το παχύ κι αφράτο. (Έχει μάγουλο φράπα, δηλ. στρογγυλό, παχουλό, σφριγηλό κι αφράτο.)

Φραξίδι (το) = φράχτης. (Με τα σφάλαχτρα φτιάχνανε φραξίδια στα κήπια τους.)

Φρεσκαδούρα (η) = α) ο δροσερός άνεμος. (Επιτέλους φύσηξε φρεσκαδούρα.)
β) μετφ. τα νιάτα. (Έχει μπόλικη φρεσκαδούρα το χωριό μας.)

Φρετζουλάου (ρ.) = πετάω με δύναμη μακριά. Η λέξη δεν υπάρχει σε λεξικά. Ίσως από το ρετζουλάω = πετάω νερό.

Φρέτζουλος (ο) = το πέταγμα, η απόρριψη. (Δώσ’ του ‘να φρέτζουλο.)

Φρίζω (ρ.) (<αρχ. ελλ. φρίκη) = εκπλήσσομαι αρνητικά, το σημερινό φρικάρω. Το ρήμα συναντάται στον αόριστο, μέλλοντα και συντελικούς χρόνους: έφριξα, θα φρίξω, έχω, είχα φρίξει. (Θα φρίξουτε μ΄αυτά που θ΄ακούσουτε.)

Φρίσσα (η) (<αρχ. ελλ. θρίσσα) =  το παξιμάδι. (Το πολύ ξερό ψωμί το κάναμε φρίσσες στο φούρνο και τις τρώγαμε μουσκευτές στο νερό, στις σούπες ή στη βραστογαλιά.)

Φρουγκάλα (η) = η φουσκάλα

Φρουμάζω (ρ.) (< ελληνστ. φριμάω-ω<αρχ. ελλ. φριμάσσομαι< ηχομιμητική λέξη) = αναπνέω δυνατά από τα ρουθούνια (κυριολεκτείται στα ζώα).

Φρούσιος, -ια, -ιο (επίθ.) = ο ξανθός (φρούσια φρύδια).

Φρύγανα (τα) (<αρχ. ελλ. φρύγανον) = τα ξερόχορτα

Φταπόδι (το) = το χταπόδι

Φτενός, -ή, -ό (επίθ.) (<φθίνω<ευ+τείνω) = αδύνατος

Φτερά (τα) του αλετριού = λεπτά ξύλα πάνω στην αλετροπόδα, πίσω από το υνί για να διώχνουν τα χώματα.

Φτίλι (το) ή φ(υ)ιτίλι ή φτιλάκι (<τούρκ. fitil, αρχ. ελλ. πτίλιον) = το φιτίλι του καντηλιού. Φιτίλια (τα) = τα νεύρα. (Μου άναψες τα φιτίλια.)

Φ(ι)τιλιά (η) = η ύπουλη κατηγορία, κρυφά λόγια εναντίον κάποιου.
(Η πεθερά ούλο φτιλιές βάνει στο γιο για την ανεπρόκοπη νύφη της.)

Φταμηνίτικο (το) = το εφταμηνίτικο παιδί.

Φτονερός, -ή, ό = ο φθονερός

Φτόνος (ο) = ο φθόνος

Φτούνος, -η, -ο και φτούνος φτου (αντων.) (αυτός+να+τος) = αυτός, ή, ό

Φτουράου (ρ.) (<ιταλ.futuro) = α) επαρκώ. (Μας φτούρησε το ψωμί = μας έφτασε.)
β) κάνω κάτι γρήγορα και αποτελεσματικά. (Μου φτουράνε οι δουλειές = φεύγουν γρήγορα οι δουλειές μου με καλό αποτέλεσμα.)

Φτούριος, –ια, -ιο = ο επαρκής, ο χορταστικός, ο γρήγορος.

Φτυώ (ρ.) = φτύνω

Φυλάδα (η) = το βιβλίο

Φυλάκοι (οι) = οι φύλακες

Φυλάου-φυλάουμαι (αρχ. ελλ. φυλάττω)= φυλάγω-φυλάγομαι, προστατεύω-ομαι

Φυλαχτάρι (το) = το φυλαχτό, ένα μικρό κομμάτι υφάσματος γεμισμένο με άγιο χώμα ή τίμιο ξύλο, που το φορούσαν οι άνθρωποι για προστασία από κάθε κακό.

Φύρα (η) (<αρχ. ελλην. φυράω-ώ) = η απώλεια βάρους και όγκου, η μείωση. (Είχε μεγάλη φύρα η σταφίδα, είχε πολλά σάπια και ξερά.)

Φυράδα (η) = η χαραμάδα. (Τα παρεθύρια στο σπίτι μας είναι ούλο φυράδες και μπάζει πολύ κρύο.)

Φυρνάου ή φυραίνω (ρ.) = χάνω όγκο, ξεφουσκώνω. (Φύρασε το ψωμί = ξεφούσκωσε. / Φύρασε η μάνα μου = αδυνάτισε.)

Φυρός (ο) = ο λειψός

Φυσούνα (η) ή φυσερό (το) = κούφιο καλάμι για το φύσημα της φωτιάς.

Φυτιλήθρα (η) = βάση από φελό για το φιτίλι του καντηλιού, η οποία επιπλέει στο λάδι.

Φυτειά (η) (<αρχ. φυτεία) = νεοφυτεμένη σταφίδα ή αμπέλι.

Φχαριστώ (ρ.) (<αρχ. ελλ. ευ+χάρις) = ευχαριστώ. Φχαριστιέμαι (παθ. φωνή).  Φχαριστημένος (μετχ.)

Φώλι (το) ή φώλος (ο) (<αρχ. ελλ. φωλεά) = α) το αβγό που έβαζαν στη φωλιά για να προσελκύσουν τις κότες να γεννήσουν και επειδή παρέμενε για πολύ στη φωλιά γινόταν κλούβιο, άρα το χαλασμένο αυγό. (Τήρα αν έχει φώλο η φωλιά. (Τήρα τ’ αβγά μην έναι κανάς φώλος.)
β) μετφ. ο τεμπέλης. (Στρογγυλοκάθεται ‘νας φώλος, δε πάει για δουλειά!)

Φωτάει (ρ.) (<αρχ. ελλ. φως), χαράζει, ξημερώνει (τώρα αρχίζει να φωτάει, να χαράζει, να ξημερώνει) ήταν τα ρήματα που χρησιμοποιούσαν για τον ερχομό της καινούριας μέρας.
Το φώτημα, το χάραμα, το ξημέρωμα είναι τα ουσιαστικά που δηλώνουν το διάστημα λίγο πριν την ανατολή του ηλίου.
(Με το φώτημα (ή με το χάραμα ή με το ξημέρωμα) το ψωμί το είχα βγαλμένο απ’ το φούρνο.)
Αφώτηγο, αχάραγο, αξημέρωτο ήταν τα αντίθετά τους, λίγο πριν να ξημερώσει. (Αφώτηγο (ή αχάραγο ή αξημέρωτο) είμαστούνε στο χωράφι.)

Φωτερά (τα) = τα μάτια. (Θα σου χύσω τα φωτερά!)

Φωτίκια (τα) = τα βαφτιστικά ρούχα, αλλιώς λαδίκια.

Φωτοβολάει ή φωτομανάει (ρ.) όξω = έχει ανέβει ο ήλιος ψηλά, έχει γίνει μέρα, έχει έντονο φως. (Σηκωθείτε, ακόμα κοιμόσαστε; Όξω φωτομανάει.)

 

 

Αναζήτηση αλφαβητικά

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ

Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω