Νάζι (το) (<τούρκ. naz) = το σκέρτσο, η τσαχπινιά.
Νάθε (να+ήθελε) = μακάρι. (Νάθε ‘ρχόσουνα…)
Νάκα (η) (<αρχ. ελλ. νάκη=προβιά) = η δερμάτινη φορητή κούνια μωρού, την οποία κρεμούσαν στους ώμους τους οι γυναίκες. (Το δόλιο Κατσαντώνη, που τον επιάσαν ζωντανό σαν το παιδί στη νάκα…) – Αντ. Γαϊτάνης «Λαογραφικά και άλλα Βασιλιτσίου Μεσσηνίας».
(Α)Νάκαρο (το) (<αρχ. ελλ. ανακαρώνω<ανά+καρών<καρόω<κάρα) = δύναμη ψυχική και σωματική αντοχή. (Πάει, δεν έχει πια τ’ ανάκαρο για τίποτα.)
Νάμου ή Νόμου (δώ μου<δώσε μου, προστ. αορ.) = δώσε μου.
(Νάμου ‘να πενηνταράκι, μάνα, να πάρω ‘να παστέλι. / Νόμου το χέρι σου.)
Νάτα! = πάρε ένα μούντζωμα.
Ναχρεικά (τα) (δες τη λέξη ανάχρεια<ανά+χρεία) = τα απαραίτητα. (Κινήσανε οι μαστόροι μ΄ ούλα τα ναχρεικά τους.)
Νέκρα (η) και νεκραΐλα (η) = α) η σωμάρα, το αίσθημα του αδειάσματος. (Νιώθω μια νέκρα μέσα μου, πάγωσα με το κακό που βρήκε το χωριό μας…)
β) η έλλειψη ζωής, κίνησης, η απόλυτη ησυχία. (Τώρα στα χωριά μας υπάρχει νεκραΐλα, κάτι γέροι απομείνανε και που και που κάνας μεσόκοπος.)
γ) δίνεται ως αγενής απάντηση στην κατάφαση του ναι. (-Ναι. -Νέκρα και ξερό!)
Νεκροκρέβ(β)ατο (το) = πρόχειρη κατασκευή με δυο γερές σανίδες, που τις τοποθετούσαν σε δύο σιδερένια τρίποδα και πάνω έβαζαν τον νεκρό για να τον ξενυχτήσουν. (Κατάρα: Να σε ιδώ σε νεκροκρέβατο, καταραμένε!)
Νεραϊδοπαρμένος, η, ο (επίθ.) = ο δαιμονισμένος, ο θεοπάλαβος, ο αλαφροΐσκιωτος.
Νεροδεσιά (η) = το φράξιμο του νερού με χώμα στο αυλάκι.
Νεροκολοκύθα ή νεροκολόκυθο (το) = ξερή κολοκύθα διαμορφωμένη ως κούπα, που την χρησιμοποιούσαν ως σκεύος μετάγγισης υγρών (νερό, λάδι…)
Νερόπλυμα (το) = α) πλύμα (=το υγρό από την πήξη του τυριού) αραιωμένο με νερό, τροφή για τα γουρούνια
β) το άπηχτο και άνοστο φαγητό. (Οι χυλοπίτες δε πήξανε, ‘να νερόπλυμα γένανε).
Νεροσουρμή (η) = μεγάλο αυλάκι με νερό που κατεβαίνει με ορμή μετά από έντονη βροχή.
Νεροτρουβή (η) = λακούβα, φυσική ή τεχνιτή, γεμάτη με νερό, κάτω από πηγή ή άφθονο τρεχούμενο νερό, όπου μέσα έριχναν και έτριβαν τα μάλλινα υφαντά, πριν τα χρησιμοποιήσουν για πρώτη φορά ή για το ετήσιο πλύσιμο.
Νετάρω (ρ.) (<ιταλ. nettare) = τελειώνω, ξεκαθαρίζω. (Δόξα στο Παντοδύναμο, νετάραμε και φέτο με το καλό τις σταφίδες μας. Δεν είχε βροχές, είχαμε καλό πράμα. Και του χρόνου με το καλό!)
Νέτος, -η, -ο (επίθ.) (<ιταλ. netto) = α) ο καθαρός, χωρίς απόβαρο. (Νέτο πράμα=καθαρό πράμα.)
β) ο τελειωμένος, ο ολοκληρωμένος. (Είναι νέτο, έτοιμο το χωράφι.)
γ) ο εξοφλημένος, άφραγκος. (Έμεινα νέτος, ταπί.)
δ) Νέτα σκέτα (επιρρηματική έκφραση) = απλά και κοφτά, ξεκάθαρα, στ’ αλήθεια. (Πες μου νέτα σκέτα, συμφωνείς ή όχι;)
Νηχός (ο) = ο ήχος (ρυθμός) του τραγουδιού. (Ελάτε, γυναίκες, πάμε, όπως ο νηχός…)
Νιά (θηλ. του αριθμ. ένας) = μια. (Νια βολά κι ένα καιρό…)
Νιά (η), νιός, -ιά, -ιό, (επίθ.) = η νέα. (Ήμουνα νια και γέρασα.)
Νιανιά (άκλιτο) = το λιωμένο φαγητό για τα μωρά.
Νιάνιαρο (το) (<ίσως βεν. gnagnara ή <νινί) = το μικρό παιδί.
Νίβουμαι (ρ.) (<αρχ. ελλ. νίπτω) = πλένομαι στο πρόσωπο.
Νικολοβάρβαρα (τα) = οι γιορτές της Αγίας Βαρβάρας (4 Δεκεμβρίου), του Αγίου Σάββα (5 Δεκεμβρίου) και του Αγίου Νικολάου (6 Δεκεμβρίου). Το γιορτινό αυτό τριήμερο συμβολίζει την έλευση του Χειμώνα με βροχές και κρύα. (Από τα Νικολοβάρβαρα αρχίζει ο χειμώνας), παροιμία.
Νίλα (η) (<μεσν. νίλα<λατ. nila) = η καταστροφή, η ζημιά, η αγωνία. (Μεγάλη νίλα με βρήκε.)
Νιονιό (το) (<ιταλ. gnogno) = το μυαλό. (Νιονιό κουκούτσι δεν έχεις.)
Νιόνυφη (η) (<νέα+νύφη) = η μόλις παντρεμένη, φρεσκοπαντρεμένη.
(«Καλώς τήνε τη (μ)πέρδικα, την όμορφή μας νιόνυφη!
… Ο Μπέης τόνε φώναξε από το παρεθύρι
–Μαμούτη κάτσε φρόνιμα, έλα να προσκυνήσεις
–Μπέη, δεν είμαι νιόνυφη να ρθω να προσκυνήσω…») – Αντ. Γαϊτάνης, «Λαογραφικά και άλλα Βασιλιτσίου Μεσσηνίας». Εμπνευσμένο από τη δολοφονία του Βασιλιτσιώτη αγά Μαμούρη στην πλατιά Άμμο, παραλία Μεμί.
Νισάφι (το) ως επίρρημα (<τουρκ. insaf) = έλεος, αρκετά πια, σπλαχνίσου με.
Νιτερέσιο (το) (<μεσν. ιντερέσο<ιταλ. interesse=τόκος) = η δοσοληψία, το δούναι και λαβείν. (Oύλη τη νώρα σούξου-μούξου μου είσαι με το (Μ)Παυλή του Νικολού. Τι νιτερέσια έχουτε του λόγου σας;)
Νογάου (ρ.) (<νογώ<αρχ. ελλ. νοώ) =αντιλαμβάνομαι, καταλαβαίνω.(Δε νογάς πού πα(νε) τα τέσσερα.)
Νοματαίος, -αίοι, Νομάτοι (ο) (<μεσν. ονομάτοι<ελλ. ονόματοι <όνομα) = άτομο, άνθρωποι. (Μαζευτήκανε καμιά δεκαπενταριά νοματαίοι.)
Νομή (η) (<ελληνιστ. κοινή νομή<αρχ. ελλ. νομή-νέμω) = η βοσκή, τροφή για ζώα. (Πήρα τη νομή στ΄ Αραποχώραφο του μπαρμπα-Νιόνιου = μπορώ να πάω τα ζώα μου για βοσκή στο χωράφι του…)
Νοτίζω (ρ.) (<νότος) = υγραίνω. Νοτισμένος, -η, -ο (μετχ.) = αυτός που έχει υγρασία. (Μουχλιάσαμε από την όστρια, ούλα είναι νοτισμένα.)
Νουρά (η) = η ουρά. (Βγάλε τη νουρά απ΄ το κολάνι.)
Νόχτος (ο) = ο όχθος. (Είχε τέτοιονε χειμώνα φέτο, που γκρεμιστήκανε ούλοι οι νόχτοι.)
Ντάβανος (ο)(<λατ. tabanus) = η αλογόμυγα
Νταβαντούρι (το) (<τουρκ. tevatur) = η φασαρία, ο θόρυβος. (Μεγάλο νταβαντούρι κάνουτε.)
Νταβάς (ο) (<τούρκ. tava) = μικρό χαλκωματένιο ταψί, ένα από τα χαλκώματα-προίκα της νύφης.
Νταβίζω (ρ.) (<τουρκ. dava) = γκρινιάζω, πιέζω. (Τι με νταβίζεις;)
Νταβραντισμένος, η, ο (επίθ.) (<τούρκ. davrandim) = ο γερός, ο ακμαίος, ο «βαρβάτος».
Νταβλαράς (ο) (<τούρκ. dagli) = ο μεγαλόσωμος, ο πολύ ψηλός.
(Ψήλωσ΄ ο γιος σου μωρ-Μαριώ, κοτζιάμ νταβλαράς γένηκε!)
Νταγιαντίζω ή νταντίζω (ρ.) (<τούρκ. dayandum) = κουράζομαι πολύ, υπομένω, απελπίζομαι. (Νταγιάντισα, δε μπορώ πλιά, πάου να ξαποστάσω.)
Νταής (ο) (<τούρκ. dayi) = ο ψευτοπαλικαράς. (Μη μου το παίζεις νταής μένανε, άει σιαπέρα, ρε!)
Ντάιμα (επίρρ.) (<τούρκ. daima) = συνέχεια, τακτικά, συχνά. (Έχουμε ντάιμα μουσαφίρηδες.)
Νταϊφάς (ο) (ταϊφάς<τούρκ. tayfa) = η αντροπαρέα. (Στη τάβλα που καθόμαστε να τραγουδάμε, για να φουμίζει η τάβλα μας κι ούλος ο νταϊφάς μας…) – Αντ. Γαϊτάνης «Λαογραφικά και άλλα Βασιλιτσίου Μεσσηνίας».
Ντάκος(ο) (<ιταλ. tacco) = κομμάτι ξερού ψωμιού, ξύλο για στερέωση.
Ντάλα (επίρρ.) (<τουρκ. dal) = ακριβώς, στη μέση, στο αποκορύφωμα. (Ντάλα μεσημέρι, ντάλα καλοκαίρι.)
Νταλαβέρι (το) (<ιταλ. dare vere) = το αλισβερίσι, η δοσοληψία, το «δούναι και λαβείν».
Νταλασουμάνα (η) = ψηλή, δυναμική, πληθωρική γυναίκα, η νταρντάνα.
Νταλοδέρνω (ρ.) (<νταλώνω+δέρνω) = χτυπάει η καρδιά μου δυνατά και γρήγορα, βασανίζομαι, βολοδέρνω.
Νταμάχι (το) (<τουρκ. tamah) = πολλή προσπάθεια, εργασιομανία, άγχος, απληστία, κατάχρηση. (Τον έφαε το πολύ νταμάχι. / Το πολύ νταμάχι τρώει το στομάχι, παροιμία.)
Νταμαχιάρης, α, ικο (επίθ.) = εργασιομανής. (Έναι νταμαχιάρης ο άντρωπος.)
Νταμιτζιάνα (η) (<ιταλ. damiziana) = γυάλινο μεγάλο μπουκάλι 4 λίτρων περιτυλιγμένο με ψάθα, αργότερα με πλαστικό, κατάλληλο για τη μεταφορά υγρών, κυρίως του κρασιού. Στους γάμους μαζί με τα προικιά και τις χάρες πηγαινοερχόντουσαν στα σπίτια του γαμπρού και της νύφης οι νταμιτζιάνες γεμάτες κρασί.
Νταμπλάς (ο) (<τουρκ. damla) = μου ήρθε κεραμίδα, συγκοπή, σοκ. (Μου ήρθε νταμπλάς!)
Ντάνα (η) (<ιταλ. tana) = στοίβα όμοιων πραγμάτων. (Μία ντάνα σακιά.)
Ντανιάζω (ρ.) = στοιβάζω. Ντανιασμένος, -η, -ο (μετχ.) (Οι τσαντίλες στα λιτρουβιά ήταν ντανιασμένες.)
Νταντέλα (η) (γαλλ. dentele) = η δαντέλα
Νταντεμένος, -η, -ο (μετχ. του ρ. νταντεύω) = χαϊδεμένος
Ντάρα (η) (<μεσν. τάριον) = απόβαρο, μεταφορικά άδειος. (Έμεινα ντάρα, ρέστος.)
Ντα(ε)ρλικώνω (ρ.) (<τουρκ. dirlik) = τρώω μέχρι σκασμού, την κάνω ταράτσα. (Τη ντερλίκωσα!)
Νταρντάνα (<κατά Μπαμπινιώτη δαρδανίδες γυναίκες<προβηγκ. tartana) = ψηλή, γεροδεμένη γυναίκα.
Νταρνταούρι (το) = το πολύ κρύο. (Κάνει νταρνταούρι δωχάμου, πάμε μέσα.)
Ντέ (<τουρκ. de) (μόριο προτρεπτικό) = άιντε ντε, προχώρα ντε.
Ντεβεκέλης ή ντεφεκέλης (ο) (<λατιν. devekeli=άσκοπος) = ο γαλαντόμος, ο γενναιόδωρος.
Ντεγλέρω (η) = γυναίκα κουτσομπόλα.
Ντεγνέκι (το) (<τουρκ. degnek=μαγκούρα κατά Γ. Σκαμπαρδώνη) = βρομόξυλο, μπερντάχι, το πολύ ξύλο.
Ντελάλης (ο) (<τουρκ. tellal<αραβ. dallal) = διαλαλητής στα χωριά για μια είδηση, κήρυκας. Στο χωριό μας θυμηθήκαμε ντελάλη τον μπαρμπα-Αγγελή: «Όποιος έχασε το γαϊδούρι του, είναι δεμένο στη Βατούραα, να πάει να το πάαρει!»
Ντελικατσόνα (η) (<λατ. delicatus) = η ψηλόλιγνη γυναίκα. (Μια πανώρια, ντελικατσόνα γυναίκα μπήκε στην εκκλησιά και γυρίσαμε ούλες να τήνε εϊδούμε.)
Ντενεκές ξεγάνωτος = άνθρωπος χωρίς αξία, όπως τα αγάνωτα χαλκώματα.
Ντεντεκλάου (ρ.) (<γαλλ. decliner κατά Σκαρλάτο Βυζάντιο) = σκοντάφτω και πέφτω, παραπατάω. (Πρόσεχε, γιαγιά, να πιάνεσαι από το (ν)τοίχο, σιγά-σιγά, μη ντεντεκλίσεις και πέσεις).
Ντένω (ρ.) (<ντύνω<αρχ. ελλ. ενδύω) = ντύνω, φοράω ρούχα. (Ντένω το παιδί. / Ντένω το πάπλωμα.)
Ντερβενάκι (το) (υποκορ. του ντερβένι<τουρκ. derveht<περσ. derbent) = στενό πέρασμα και τοπωνύμιο του χωριού. (…κλείσαν οι στράτες του Μοριά, κλείσαν και τα ντερβένια…) – Αντ. Γαϊτάνης, «Λαογραφικά και άλλα Βασιλιτσίου Μεσσηνίας».
Ντερέκι (το)(<τουρκ. direk) = πολύ ψηλός κι αδύνατος. (Πού να τόνε φτάσω, έναι κοτζιάμ ντερέκι!)
Ντερμεντέ (επίρρ.) (<τούρκ.) = ντε και καλά, επίμονα, με το έτσι θέλω. (Αμάν, χριστιανέ μου, ντερμεντέ να σου περάσει!)
Ντερμπεντέρης (ο) (<τούρκ. derbeder<πέρσ. dar ba dar) = ο λεβέντης, ο καλός, ο συνεπής, ο γλεντζές. Ντερμπεντέρισσα (η) = η ντόμπρα, η ανοιχτόκαρδη.
Ντέρτι (το) (<τουρκ.dert) = ο καημός, η στενοχώρια.
Ντερώνουμαι (ρ.) (<εν εδραίος-ούμαι) = προβάλλω το στήθος προς τα μπρος και απλώνω τα χέρια με δύναμη εισπνέοντας βαθιά για να νιώσω ευεξία, περπατώ καμαρωτά.
Ντερωτός, -ή, -ό (ρημ. επίθ.) = καμαρωτός. Ντερωτά (επίρρ.) = καμαρωτά.
Ντηριέμαι (ρ.) (<εν+τηρούμαι) = δυσκολεύομαι, δειλιάζω, διστάζω. (Ντηριέμαι να πάρ΄ απόφαση.)
Ντιβάνι (το) (<μσν. ντιβάνι<διβάνι<τούρκ. divani=αίθουσα συνεδριάσεων τουρκικής κυβέρνησης με χαμηλά καθίσματα στους τοίχους) = κρεβάτι με σύρματα.
Ντιπ (επίρρ.) (<τούρκ. dip) = καθόλου
Ντοβλέτι (το) (<τούρκ. devlet) = η εξουσία στο Οθωμανικό κράτος.
(Είμαι Μαμούρης ξακουστός σε ούλο το ντοβλέτι..), δημ. τραγούδι.
Ντόμπρος, –α, -ο (επίθ.) (<σλαβ.dobro) = ο ειλικρινής, ο ευθύς.
Ντοπάκος (ο) (<τοπάκος) = ο μικρός τόπος.
Ντορβάς (ο) (<τούρκ. torba) = μικρό σακούλι, στο οποίο έβαζαν την τροφή των ζώων, κριθάρι, βρώμη και το κρεμούσαν στο λαιμό του ζώου για να την φάει. Επίσης ντορβά έλεγαν και το σακούλι που έδεναν στη μέση τους οι άντρες, όταν ανέβαιναν στη χοντρολογιά για να μαζέψουν τις χοντρολιές. τις οποίες έριχναν μέσα προσεκτικά για να μην πληγωθούν.
Ντορής (ο) (<τουρκ. doru) = άλογο κοκκινωπό.
Ντόρος (ο) (<ίσως από αρχ. ελλ. τορός=με διαπεραστική φωνή) = δυνατός θόρυβος, η φασαρία. (Πολύ ντόρο κάνουτε. /… κάνοντας ντόρο δυνατό σ΄ όλους τους μαχαλάδες) – Π. Γλυφός, ποίημα.
Ντορός (ο) = το σημάδι, το ίχνος, άσχημη μυρωδιά. (Βρωμάει ο (ν)τορός σου…) Η ετυμολογία της λέξης δεν είναι σίγουρη. Η λέξη υπάρχει στα σλαβικά torb = ομαλός δρόμος και στα βουλγαρικά = το ίχνος. Στα ελληνικά σημαίνει το ίχνος, την πατημασιά ιδιαίτερα των ζώων, αλλά και ανθρώπων. Κατά Ανδριώτη: ίσως από αρχ. τορός, κατά Μπαμπινιώτη από το αλβ. Torrua.
Ντουβάρι (το) (<τουρκ. duvar) = α) ο τοίχος β) ο κουτός άνθρωπος.
Ντουβλούκι (το) (τουρκ.) = ο αργόστροφος, ο αστοιχείωτος, ο αμόρφωτος. (Ντιπ ντουβάρι, ντιπ ντουβλούκι είσαι κακομοίρη μου.)
Ντουβρώνω (ρ.) (<ντουρώνω<λατ. duro) = δυναμώνω, ανακτώ δυνάμεις. Ντουβρωμένος, η, ο (μετχ.) = ο δυναμωμένος, ο δυνατός.
Ντούβρωμα (το) = η δύναμη.
Ντουγρού (επίρρ.) (<τουρκ. dogru) = κατευθείαν μπροστά, ίσια.
Ντούζα (επίρρ.) (τουρκ.) = στάση με εμφανή άσεμνα σημεία του σώματος. (Σκεπάσου μωρή, τι κάθεσαι με τα πόδια ντούζα!)
Ντουζένια (τα) (<τουρκ. düzen) = η ζωή, η διάθεση για γλέντι, τα νιάτα. (Είναι μεσ΄ τα ντουζένια του.)
Ντουζίνα (η) (<βεν. dozzina) = η δωδεκάδα. (Ούλα τα προικιά της δυχατέρας μου της τα είχα σε ντουζίνες, μια ντουζίνα σεντόνια, μια ντουζίνα μαξιλαροθήκες, μια ντουζίνα τραπεζομάντιλα…)
Ντουζώνω (ρ.)= περπατώ και προτάσσω το στήθος ή τα οπίσθια. (Περπατάει και ντουζώνει τα κολομέρια της!)
Ντούκια (επίρρ.) (<εν κοιτών) = κοιμάται κάποιος βαθιά. (Τον πήρε τον ύπνο ντούκια.)
Ντούκου (επίρρ. )(ηχομιμ. από το χτύπημα στον πάγκο) = α) τοις μετρητοίς. (Θα στα πληρώσω ντούκου.)
β) απαρατήρητα. (Πέρασε ντούκου.)
Ντουμάνι (το) (<τουρκ. duman) = σύννεφο από καπνό. (Στα καφενεία πάει ντουμάνι ο καπινός.)
Ντουμανιάζω (ρ.) = γεμίζω καπνό. (Άμα φυσάει όστρια ντουμανιάζει το μαγερειό.)
Ντουλάπης (ο) (<ντουλάπι<τουρκ. dolap) = εσωτερικό στον τοίχο ντουλάπι για αποθήκευση, στην κουζίνα για τρόφιμα, στα δωμάτια για ρούχα, στη σάλα για γυαλικά.
Ντουμούζα(ω) (η) = η χοντρή γυναίκα.
Ντουνιάς (ο) (<τουρκ. dünya) = ο κόσμος, η ανθρωπότητα.
Ντουντούκα (η) (<τουρκ. düdük) = τηλεβόας, αυτός που μιλάει δυνατά.
Ντουράκι (το) (υποκορ. τουρλάκι<τουρλί) = πέτρινο παγκάκι. (Μάστορα, χτίσε και΄να ντουράκι παρέκει στο παραγώνι, να ξαποσταίνω τα βράδια.)
Ντούρος (ο) (<λατ. duro) = γερός, δυνατός. Ντούρος και κουμουντούρος (έκφραση) = πολύ ακμαίος.
Ντουράς (ο) = νήμα πλεξίματος σε 5 θηλιές.
Ντράβαλα (τα) (<ιταλ. travaglio) = φασαρίες, περιπέτειες. (Καινούρια ντράβαλα με βρήκανε, νυφή.)
Ντραφιάζω (ρ.) (<τραφιάζω<εν+τράφνυφήος) = βάζω σε τάφρο, θάβω. (Παιδιά μου, σα (μ)πεθάνω να με ντραφιάσουτε στο νάη Βασίλη.)
Ντρίτα (επίρρ.) (<ιταλ. dritto ή αλβ. drejte) = α) στα ίσια, ευθεία.
(Πααίναμε ούλο ντρίτα και ντρίτα, μέχρι που ξαγναντήσαμε το γιαλό.)
β) καθαρά, σωστά. (Σου μιλάου ντρίτα…)
Ντρίτος -α, -ο (επίθ.) = ευθύς, ντόμπρος.
Ντρίτσα (επίρρ.) (<ιταλ. drizza) = ανάποδα. (Βάλε τη (ν)τάβλα ντρίτσα.)
Ντρίτσας = ο δύστροπος. Ήταν και παρανόμι στο χωριό μας.
Ντριτσόνι (το) = χοντρό ψάθινο καπέλο, που το φορούσαν οι γαμπροί. Όταν κάποιος επρόκειτο να παντρευτεί, έραβε κουστούμι και έπαιρνε και καπέλο, το ντριτσόνι. Στις γιορτές φορούσε το κουστούμι και το ντριτσόνι.
Ντρέ(γ)ουρος, -η, -ο (επίθ.) (<τρελός+άγουρος) = ανήσυχος, ζόρικος. (Ο Γιωργής μου είναι πολύ ντρέγουρος, ούλη την ώρα τόνε μαλώνω, δεν ακούει καθόλου).
Ντρένιος (ο) (<δρυς) = ο δρύινος. (Ντρένιο βαρέλι). Είναι και παρανόμι.
Ντρίλι (το) (γαλλ. drille) = ανθεκτικό βαμβακερό δίμιτο ύφασμα, ανάλογο του τζιν.
Ντρίμερα (τα) = τα κυκλάμινα
Ντρογύρω (επίρρ.) (<τρογύρω) = γύρω γύρω. (Ντρογύρω του χωριού. / Ντρογύρω με πάει η ανημπόρια.)
Ντρουμπούκι (το) (<λουμπούκι) = α) το κοτσάνι του καλαμποκιού (ή λούκι),
β) μικρό κομμάτι από κλάρα ελιάς, το οποίο το έκαναν φυτίστρα και το μεταφύτευαν μετά από 3-4 χρόνια.
Ντύμα (το) (<ένδυμα) = θήκη για πάπλωμα, για τετράδιο.
(Ξέντυσα το πάπλωμα και θέλω να του ράψω το καινούριο ντύμα.)
Ντυμασιά (η) = η ενδυμασία. (Έχω δυο καλές ντυμασιές.)
Ντώνω (ρ.) (εν+δίδωμι) = α) μεγαλώνω, ανοίγω. (Να ντώσω τα μανίκια, με στενεύουν.)
β) αραιώνω, απλώνω. (Θα ντώσω το ζυμάρι, είναι σφιχτό.)
γ) ξεσφίγγω, χαλαρώνω. (Έντωσα τη ζωστήρα. / Έντωσε η μέση μου.)
δ) δίνω ή παίρνω χώρο, έκταση. (Ντώσε με στο πάνου μέρος του χωραφιού και θα στο δώσω στο κάτου.)
ε) ανακουφίζω. (Ντώσου ν’ ανασάνεις.)
Νυφαριά (η) (μεγενθυντικό της νύφης) = χαρακτηρισμός για τη νύφη συνήθως ειρωνικός και απαξιωτικός. (Η νυφαριά μου, γλέπεις, δε το καταδέχεται το κονάκι μας!)
Νυφή (η) (<νύφη<αρχ. ελλ. νύμφη) = προσφώνηση στη γυναίκα του γιου ή του αδερφού. Η χρήση της συγγενικής σχέσης ήταν ευρεία και συχνά αντικαθιστούσε το όνομα. (Καλημέρα νυφή μου, τι κάνουτε;)
Νυφίτσα (η) (<νυμφίτσα<νύμφη) = η βερβερίτσα, μετφ. ο κρυφός και πονηρός άνθρωπος.
Νυφοπάζαρο (το) (<νύφη+παζάρι) = τόπος για βόλτα γυναικών και ιδίως κοριτσιών. Στο χωριό μας δεν έβγαιναν οι γυναίκες έξω από τα σπίτια για να κάνουν μια βόλτα. Κάθε Κυριακή όμως και κάθε γιορτή πήγαιναν πάντα στην εκκλησία. Έτσι η εκκλησία και το προαύλιό της λειτουργούσαν ως νυφοπάζαρο, αφού εκεί τις έβλεπαν οι άλλες γυναίκες και οι άντρες και αποφάσιζαν αν τους κάνουν για νύφες και έστελναν προξενιό.
Νυφοστόλι (το) = ο στολισμένος με κοφτό ασπρόρουχο καναπές ή δυο καρέκλες, όπου κάθονταν ο γαμπρός και η νύφη μετά την τέλεση του μυστηρίου, για να τους μελώσει η πεθερά, όταν γύριζε το ζευγάρι από την εκκλησία.
Νυχάκι (το) = χαμηλό χορτάρι, πόα, σαν το ξυνούλι, που το έτρωγαν οι γίδες και μύριζε ασχημα το γάλα τους, όπως και το τυρί και η μυτζήθρα. Γι αυτό και δεν τις ξαναπήγαιναν για βοσκή σε αυτό το χωράφι.
Νυχτέρι (το) (<νύχτα) = το ξενύχτι είτε για εργασία είτε για διασκέδαση. (Άποσπερού οι άντρες μας έχουνε νυχτέρι για λαγούς.)
Νυχτόημερο (το) = η νύχτα και η ημέρα.
Νωμίτης (ο) = η μανικοκόλληση, το κόψιμο στον ώμο ράβοντας ή πλέκοντας για να ενωθεί το μανίκι.
Νώμος (ο) = ο ώμος. (Στο νώμο το ταγάρι του, στο χέρι την αγκλίτσα…) – Π. Γλυφός, «Ομορφιές και μορφές της Κορώνης».
Αναζήτηση αλφαβητικά
Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ
Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω