Όλες οι λέξεις στο ‘Ξ’

Ξε (πρόθημα) = εκ, εξ, ξε
Το ξε επιτείνει τη σημασία του β΄συνθετικού με τις παρακάτω επιρρηματικές έννοιες: α) πάρα πολύ (ξεθερμίζω = καίω πάρα πολύ),
β) έξω (ξεμυτίζω = βγάζω τη μύτη έξω)
γ) αντίθετα (ξελέω = ακυρώνω ό,τι είπα),
δ) εντελώς (ξαλαργεύω = απομακρύνομαι εντελώς).

Ξαγγλίζω (ρ.) (εξ+αγκύλη+ιζω) = χτενίζω μπερδεμένα μαλλιά. (Ξάγγλισ΄ τα κατσόμαλλά σου.)

Ξαγκουσεύω (ρ.) (<ξε+αγκουσεύω) = ξαλαφρώνω, ξεματιάζω.

Ξαδειάζω (ρ.) = αδειάζω εντελώς, ευκαιρώ.
(Να προλάβω να ξαδειάσω το βαρέλι. /Μόλις ξαδειάζω, θε νά ‘ρθω.)

Ξάι (το) = τα αλωνιστικά  δικαιώματα.

Ξαίνω (ρ.) (<αρχ. ελλ. ξαίνω) = επεξεργάζομαι το μαλλί για να γίνει νήμα.

Ξάκρι (το), ξάκρια (τα) = η άκρη, οι άκρες ενός πράγματος. (Δέσε τα ξάκρια με κόμπο.) Ως επίρρημα: άκρη-άκρη, έξω-έξω, μακριά. (Κάνε ξάκρι= πήγαινε έξω-έξω.)

Ξακρίδι (το) (<ξε+ακρίζω<άκρη) = το υπόλοιπο από τις άκρες ενός πράγματος (από ξύλο, από ρούχο, από χωράφι).

Ξακρίζω (ρ.) = βγαίνω έξω έξω,  στα όρια, καθαρίζω τις άκρες του χωραφιού. (Ξάκρισε να μη σε βαρέσω. / Σήμερα ξάκρισα ούλο το χωράφι.)

Ξαλαργεύω (ρ.) (ξε+αλαργεύω) = απομακρύνομαι πολύ. (Ξαλάργεψε η συγγένεια μας.)

 Ξαμολάου–ξαμολιέμαι (ρ.) (<εκ+αμολάου) = αφήνω, τρέχω.
(Ξαμοληθήκαμε στη πιλάλα. /… Σχολάζει τώρα η εκκλησιά κι ο κόσμος ξαμολιέται…, Π. Γλυφός, «Ομορφιές και μορφές της Κορώνης». /Ξαμολυθήκανε οι γίδες=μπήκανε σε ξένο χωράφι.)

 Ξαμώνω (ρ.) (< μεσν. εξαμώνω<λατ. examen=μετρώ) = α) αγγίζω, μαλώνω. (Ίσια που το ξάμωσα, το παιδί είναι μυγιάγγιχτο.)
β) αποτρέπω. (Ξάμωσε τις γίδες να μη πάνε στο περβόλι.)

Ξανά-μανά (επίρρ.) (<εκ+ανά-μ(ξ)ανά) = πάλι και πάλι. (Άειντε ξανά μανά τα ίδια!!!)

Ξαπλωταριά (επίρρ.) = ξάπλα (…ξαπλωταριά ν΄ αρμένιζα…) – Π. Γλυφός, «Ομορφιές και μορφές της Κορώνης».

Ξαπόστα (επίρρ.) (<ξε+λατ. apposta) = επίτηδες. (Ξαπόστα του το  είπα, μπας και καταλάβει!)

Ξαποσταίνω (ρ.) (ξε+αποσταίνω) = ξεκουράζομαι. (Να ρίξεις λίγο δροσερό νερό στη μούρη σου, να πλύνεις κάνα φρούτο, να ξαποστάσεις, να πάρεις δύναμη να συνεχίσεις…) – Β. Μάραντος, «Ζάγκα».

Ξαποστικός, -ικιά, -ικό (επίθ.) = κατάλληλος, επί τούτου. (Τον έστειλα ξαποστικό να κάμει τη κουβέντα.)  Ως επίρρημα: Ξαποστικά

Ξα(ε)στοχάου (ρ.) = ξεχνάω. (Το ξεστόχησα μωρ’ Κωσταντινιά, δε το ερμοθυμάμαι, πόσες κούπες ήτανε το γάλα σου ψες;)

Ξεβγάνω (ρ.) = α) ξεπλένω τα ρούχα. (Τ΄άσπρα τα ξεβγάνω πάντοτες με λουλάκι.)
β) ξεπροβοδίζω έξω από το σπίτι ή το χωριό. (Την ξέβγαλα τη θειά μου μέχρι τ΄Αχούρι, ας πάει στο καλό!)
γ) απαλλάσσομαι από κάποια υποχρέωση. (Θέλω να ξεβγάλω μια υποχρέωση.)
δ) οδηγώ κάποιον στον «κακό δρόμο» (Άιντε, πάει και η Γιαννούλα. Τη ξέβγαλε και φτούνη η πρωτεύουσα!)

Ξεβγαλμένη (η) = η ανήθικη γυναίκα.

Ξεβραχιονιάστηκε (αόρ. ρ. ξεβραχιονίζουμαι) = ξεμπρατσώθηκε.

Ξεβρούτσωτος, -η, -ο ή ξεβούρτσωτος (επίθ.) = αφρόντιστος, απεριποίητος.

Ξεγάνωτος, -η, -ο (επίθ.) (ξε+γανωτός) = αγάνωτος, χωρίς καλάι (ξεγάνωτο αγγειό)
β) μετφ. ανάξιος άνθρωπος, αγενής, αμόρφωτος. (‘Νας ξεγάνωτος τενεκές έναι και παλιάντρωπος.)

Ξεγδένω (ρ.) (<ξεγδύνω) = ξεγυμνώνω

Ξεγκόφιασμα (το) = το βγάλσιμο του γοφού, του ισχίου.

Ξεγκοφιάζω-ουμαι (ρ.) (<ξε+γοφός) = βγάζω το γοφό, το ισχίο  μου.

Ξεδραγκώνω (ρ.) (μάλλον από ξε+λαγγόνι) = ξεμουδιάζω, ξεντώνω.

Ξεζάλωμα (το) = ξεφόρτωμα

Ξεζαλώνω (ρ.) = ξεφορτώνω, βγάζω τη ζαλιά.

Ξεζένω ή ξεζεύω (ρ.) = βγάζω το ζυγό από το ζώο.

Ξεΐγκλωτος, -η, -ο (επίθ.) (<ξε+ίγκλα) = α) αυτός που δεν φοράει ίγκλα. (Το γαϊδούρι είναι ξεΐγκλωτο.)
β) ο χωρίς ζώνη, ο ασουλούπωτος. (Ντιπ ξεΐγκλωτος είσαι, κακομοίρη μου, συγυρίσου λιγούλι.)

Ξέκαμα (το) (<ξεκάνω)= η υπερβολική κούραση, η εξάντληση. (Μ’ έχεις για ξέκαμα.)

Ξεκάνω (ρ.) = α) ολοκληρώνω. (Κοντεύω να ξεκάμω τις κουρελούδες.)
β) κουράζω υπερβολικά, αποτελειώνω, σκοτώνω. (Θα το ξεκάμεις το γαϊδούρι, μη (ν)το πολυφορτώνεις.)
Ξεκαμώθηκα (παθ. αόρ.) = κουράστηκα πολύ, από την κούραση αρρώστησα.

Ξεκαπίστρωτος , -η, -ο (επίθ,) = α) χωρίς καπίστρι (ξεκαπίστρωτο γαϊδούρι)
β) ανεξέλεκτος (ξεκαπίστρωτος νιος, χωρίς έλεγχο).

Ξεκαπλατίζω (ρ.) (ξε+καπλατ(-ίζω) = βγάζω το καπλάτι (=χειροποίητη παπλωματοθήκη) από το πάπλωμα.

Ξεκατινιάζουμαι (ρ.) (ξε+ιταλ.catena=ραχοκοκαλιά) = α) κουράζομαι πολύ, αρρωσταίνω. (Πάει, ξεκατινιάστηκα, ούλα με πονιούνε.)
β) μετφ. τσακώνομαι. (Η Δημήτρω με τη Μαριώ ξεκατινιαστήκανε σήμερα, μαλλιά με μαλλιά πιαστήκανε.)

Ξεκλαρίζω (ρ.) (ξε+κλαρ-ίζω) = α) καθαρίζω το δέντρο από περιττά κλαδιά
β) καθαρίζω το χωράφι από τις κλάρες μετά το ράβδισμα του καρπού από τα δέντρα. Κυριολεκτείται μετά το μάζεμα της ελιάς.

Ξεκομποδιάζω (ρ.) (<ξε+κόμπος+δέμα) = λύνω τον κόμπο.

Ξεκόβω (ρ.) = α) σταματώ από κάτι. (Ξεξόβω το παιδί, το ζωντανό από το βύζαγμα.) 
β) αρνούμαι τελεσίδικα. (Του το ξέκοψα, τέρμα τα καμώματα.)

Ξέκοπα (επίρρ.) (<ξε+κόπος) = η αποκοπή, η ανάθεση μιας εργασίας με συνολικό τίμημα, χωρίς υπολογισμό μεροκάματου. (Τη (μ)πήρε τη δουλειά ξέκοπα ή αποκοπή.)

Ξεκορφίζω (ρ.) = α) βγάζω την κορφή (τον αφρό) από το ζουμί που βράζει. (Ξεκόρφιασε το κρέας.)
β) εμφανίζομαι στην κορυφή. (Ξεκορφίσανε στο Δεντρούλι τα γίδια.)

Ξεκουμπίδια (επίρρ.) = τσακίσου και φύγε, στον «αγύριστο», στα τσακίδια.

Ξεκουμπίσου (προστ. αορ. του ρ. ξεκουμπίζουμαι<εκκομίζω = μεταφέρω έξω, με επίδραση του ακουμπώ) = χάσου, εξαφανίσου από μπροστά μου.

Ξεκουρβουλώνω (ρ.) (<ξε+κούρβουλο=κλήμα+ώνω) = ξεριζώνω. Ξεκουρβουλιασμένος, -η, -ο (μετχ.) = ξεριζωμένος (ξεκουρβουλιασμένα κλήματα).

Ξεκουτιάστηκα (αόρ. του ρ. ξεκουτιάζουμαι<ξε+κουτί ή κουτός+ομαι) = αποβλακώθηκα, έχασα τα λογικά μου. Ξεκουτιασμένος, -η, -ο (μετχ.) = ξεμωραμένος, βλάκας.

Ξεκούτης (ο) (<ξε+κούτης) = ο χωρίς μυαλό, ο γεροξεκούτης.

Ξεκουτρουλιάζω – ουμαι (ρ,) (<ξε+κουτρούλα<κούτρα+ιζω) = αφήνω ακάλυπτο το κεφάλι κάποιου ή το δικό μου. Ξεκουτρουλιασμένος, -η, -ο (μετχ.) Ξεκουτρούλιασμα (το) = η πράξη του ρήματος.

Ξεκούτρουλος, -η, -ο (επίθ.) (<ξε+κούτρουλος<κούτρα=κεφαλή) = χωρίς σκουφί ή τσεμπέρι στο κεφάλι. (Πού πας, μωρή, ξεκούτρουλη, δε ντρέπεσαι;)

Ξεκουφαίνω (ρ.) (<ξε+κουφαίνω) = φωνάζω πολύ δυνατά και ενοχλώ το συνομιλητή μου στ΄ αυτιά του. (Τρέχαμε με πηδήματα στο σπίτι της γριούλας, όπου την ξεκουφαίναμε με τις ψιλές φωνές μας) – Π. Γλυφός, «Ομορφιές και μορφές της Κορώνης».

Ξεκωλώνω (ρ.) (<ξε+κωλώνω) = ξεριζώνω, ξεπατώνω. Ξεκωλωμένος, -η, -ο (μετχ.) = ξεριζωμένος.  Ξεκώλωμα (το) =  το ξερίζωμα.

Ξελάγγουρα (το) (<ξυλάγγουρο<ξύλο+αγγούρι=το ξερό αγγούρι) = τα τελευταία μικρά πεπόνια.

Ξελακκώνω (ρ.) (<ξε+λακκώνω<λάκκος) = σκάβω μικρό λάκκο γύρω από τα κλήματα στο αμπέλι. Ξελακκωμένος, -η, -ο (μετχ.) Ξελάκκωμα =η εργασία του ρήματος.

Ξελαμπικάρισε (ρ.) (<ξε+λαμπικάρισε<λάμπω+κάρα) = καθάρισε το μυαλό μου.

Ξέλαμπρα (επίρρ.) (<ξε+Λαμπρή) = εκτός Λαμπρής, μετά το Πάσχα.

Ξέλαση (η) (<ξε+ελαύνω) = η εθελοντική εργασία. Η ξέλαση ήταν κοινωνική εργασία (υποχρεωτική) για τα δημόσια έργα ή (προαιρετική) για κάποιον συγχωριανό που είχε ανάγκη, εξαιρετική πράξη αλληλεγγύης. Μαζεύονταν ομάδες συγχωριανών και έκαναν τις εργασίες του ασθενούς αφιλοκερδώς. Το χωριό λειτουργούσε ως ενιαίο σύνολο.

Ξελάστρα (η) (<ξε+ιταλ. lastra) = χωράφι χωρίς δέντρα.

Ξελεργάρω (ρ.) (<ξε+αλεγράρω<ιταλ. allegro) = ξεθολώνει το μυαλό μου, ξεσκάζω.

Ξελημεριάζω (ρ.) = περνώ την ημέρα μου, καθυστερώ.

Ξελιγώνω (ρ.) (ξε+λιγώνω<ολιγόω) = εξαντλώ κάποιον από την πείνα ή την κούραση. (Ξελιγώθηκα από τη (μ)πείνα. /Με ξελίγωσε στη δουλειά.)

Ξελογιάζω (ρ.) = ξεμυαλίζω. (Ξελογιάστηκε από την ομορφάδα της.)

Ξελογγώνω (ρ.) (ξε+λογγώνω<λόγγος<ιταλ. luoggo) = καθαρίζω το χωράφι από τους θάμνους. (Το χωράφι λόγγωσε. Πρέπει να το ξελογγώσω ή θέλει ξελόγγωμα.)

Ξελότζα (η) (<ξε+σλάβ. λόντζα) = πρόχειρο σπιτάκι για τα ζώα ή αποθήκη σανού ή άχυρου.

Ξελουπινιάστηκα (αόρ. του ρ. ξελουπινιάζουμαι) = συνήλθα, έγινα καλά. Η υπερβολική χρήση των λούπινων δημιουργούσε πεπτικά προβλήματα και μια γενική αδιαθεσία.

Ξελουρίζω (ρ.) (<ξε+λουρ(-ίζω) = βγάζω τις λούρες (βέργες) από τη σταφίδα μετά το κλάδεμα. Ξελούρισμα (το) = η εργασία του ρήματος. (Τέλειωσα και το ξελούρισμα.)

Ξεμαργώνω (ρ.) (<λατιν. mergo)= σηκώνομαι και κάνω κινήσεις μετά από ακινησία, ξεπιάνομαι.

Ξεμασκαλίζω (ρ.) (<ξε+μασχάλ(-ίζω) = κόβω μια μεγάλη κλάρα από ένα σταύρωμα του δέντρου.

Ξεμοναχιάζω (ρ.) = συναντώ κάποιον μόνο του, απομονώνω. Ξεμοναχιασμένος, -η, -ο (μετχ.)
Ξεμονάχιασμα (το) = η απομόνωση.

Ξεμονιάζω (ρ.) (<ξε+μονιάζω<μονός) = ξετυλίγω το νήμα. Ξεμονιασμένος, -η, -ο (μετχ.) = ξετυλιγμένος (ξεμονιασμένη κλωνά).

Ξεμπαμπουλώνουμαι (ρ.) (<ξε+μπαμπουλώνομαι<μπαμπούλα) = βγάζω την μπαμπούλα, μεγάλο ντρίλινο μαντήλι, που φορύσαν οι γυναίκες στο κεφάλι. Ξεμπαμπουλωμένος ή ξεμπαμπουλιασμένος, -η, -ο (μετχ.) = ο χωρίς μπαμπούλα. Ξεμπαμπούλωμα (το) = η αφαίρεση της μπαμπούλας από το κεφάλι.

Ξεμπέρλωτος, -η, -ο (επίθ.) (ξε+ιταλ. berta.) = ο ατημέλητος, ο άζωστος, ο αφρόντιστος (ξεμπέρλωτος άντρας, ξεμπέρλωτη γυναίκα).

Ξεμπινιάζω, -ουμαι (ρ.) (<ξε+τούρκ. μπινές) = κουράζω κάποιον πάρα πολύ – κουράζομαι πολύ, ξεθεώνω -ομαι στην κούραση. (Ξεμπινιάστηκα από τη πολλή δουλειά.)

Ξεμπουκάρω (ρ.) (<ξε+μπουκάρω<ιταλ. impoccare) = βγαίνω έξω από μη εμφανές σημείο.

Ξεμπρατσελώνουμαι (ρ.) = βγάζω έξω τα μπράτσα μου.  Ξεμπρατσελωμένος, -η, -ο (μετχ.) = ο αμανίκωτος. Ξεμπρατσέλωμα (το) = η επίδειξη των γυμνών μπράτσων.

Ξεμπράτσωτος, -η, -ο (επίθ.) = αυτός που έχει τα μπράτσα του γυμνά. (Την έιδες τη Γιαννούλα; Δε λογαριάζει κανένανε, βγήκε στη ρούγα ξεμπράτσωτη, χήρα γυναίκα!)

Ξεμπροστιάζω (ρ.) (<ξε+μπροστιάζω) = αντιπαρατίθεμαι με λόγια με κάποιον μπροστά σε άλλον, τον ντροπιάζω με τα λόγια.  Ξεμπροστιασμένος, -η, -ο (μετχ.) = ντροπιασμένος. Ξεμπρόστιασμα (το) = η έκθεση κάποιου για κάποιο σφάλμα του ενώπιον τρίτου, η αντιπαραβολή λόγου, το ντρόπιασμα ιδιωτικά ή δημόσια.

Ξεμυτάου (ρ.) = εμφανίζομαι ξαφνικά, σκάω μύτη.

Ξέμπαρκος , -η. -ο (επίθ.) =  α) ο χωρίς μπάρκο (για τους ναυτικούς)
β) ο ελεύθερος, ο χωρίς υποχρεώσεις γενικότερα.

Ξενερίζω (ρ.)= α) αλλάζω το νερό. (Ξενερίζω τις ελιές.)
β) έχω έλλειψη νερού. (Ξενερίσαμε, Μαγδάλω μου, άιντε να γιομίσεις το βαρέλι και τη βίκα.)

Ξενηστικωμάρα (η) = η μεγάλη πείνα, η ξελιγωμάρα.

Ξενογωνιά (η) = αυτή που θ’ αλλάξει γωνιά, (σπίτι), άρα το κορίτσι που θα παντρευτεί και θα κάνει άλλο σπίτι από το πατρικό της.

Ξενοκρένω (ρ.) = κρίνω, «κουβεντιάζω» τους άλλους.

Ξενοδούλι (το) (<ξένος+δουλειά) = η δουλειά σε ξένο χωράφι επί πληρωμή, το μεροκάματο.

Ξεντένω (ρ.) = ξεντύνω, βγάζω το ντύμα, το ρούχο.
(Ξεντένω το παιδί. / Ξεντένω το τετράδιο. / Ξεντένω το πάπλωμα.)

Ξεντώνω = α) ξεσφίγγω, ανοίγω. (Ξεντώνω το φουστάνι.)
β) αραιώνω, απλώνω. (Ξεντώνω το ζυμάρι.)
γ) χαλαρώνω, ανακουφίζομαι. (Ξεντώνω οικονομικά.)
δ) σπαταλώ. (Μη ξεντώνεσαι, έχουμε απάντρευτο κορίτσι.)

Ξεπαππάδισε (ρ. αόρ.) (ξε+παππάς) = δεν συνεχίζεται η διαδοχή του ιερέα από την ίδια οικογένεια. (Το Χριστοπλαίικο ξεπαππάδισε, δε γένηκε κανένας παπάς απ’  τη φαμίλια του παπα-Νικόλα.)

Ξεπαίδισε (ρ. αόρ.)(<ξε+παιδί) = δεν αφήνει απογόνους. Λέγεται για κάποιον που δεν θα συνεχίσει την οικογένειά του.

Ξεπαστρεύω (ρ.) = ξεδιαλέγω, ξεκαθαρίζω. (Ξεπάστρεψα τις ελιές.)
β)  αφανίζω. (Ξεπαστρεύτηκε ούλο το κοπάδι.) Ξεπάστρεμα (το) = το ξεκαθάρισμα, ο αφανισμός.

Ξεπατικώνω (ρ.) (<ξε+πατικώνω) = αντιγράφω σχέδιο. (Στο μάθημα της ζωγραφικής ξεπατικώναμε πολλά σχέδια.) Ξεπατίκωμα (το) = η αντιγραφή.

Ξεπατώνω (ρ.) (<ξε+πατώνω) =  καταστρέφω. (Τη ξεπάτωσα την αγριάδα.) Ξεπατώνουμαι = κουράζομαι πολύ. (Ξεπατώθηκα στη δουλειά σήμερα. ) Ξεπάτωμα (το) = η υπερβολική κούραση, η καταστροφή.

Ξεπάντουλος, -η, -ο (επίθ.) (ξε+ παντού+λος)  = αυτός που βρίσκεται παντού, ο πεταχτούλης. Χρησιμοποιείται κυρίως στις νεαρές γυναίκες και τα παιδιά. (Είναι μια ξεπάντουλη φτούνη! /Κατασκοτώθηκε το ξεπάντουλο, δε προσέχει το έρμο!)

 Ξεπαντουλώνω (ρ.) (ξε+παντουλώνω<παντού) = καταστρέφω εντελώς, αφανίζω ολοσχερώς. (Είχε ανάγκη από πληθυσμό, που ξεπαντουλωνόταν κυρίως στις ακτές από κουρσάρους, τους πολέμους και τους λιμούς που μάστιζαν κυρίως τον τόπο.) – Ν. Πασαγιώτης, «Ανεβοκατεβάτες».

Ξεπεζεύω (ρ.) (<ξε+πεζεύω<πεζός) = κατεβαίνω από το άλογο ή από άλλο ζώο, διανυκτερεύω κάπου μετακινούμενος με ζώο.

Ξεπερδικώνω (ρ.) (<ξε+περδίκι) = γίνομαι καλά από αρρώστια.

Ξεπερδουκλώνω (ρ.) (<ξε+περδουκλώνω) = λύνω τα περδούκλια από τα ζώα. Ξεπερδουκλωμένος, -η, -ο (μετχ.) = ο λυμένος από το περδούκλι. Ξεπερδούκλωμα (το) = το λύσιμο από το περδούκλι.

Ξεπεταρούδι (το) (<ξε+πεταρούδι<πετώ+αρίδα) = το μικρό πουλάκι, που μόλις αρχίζει να πετάει.

Ξεπιστρώνω (ρ.) (ξε+επί+στρώνω) = αλλάζω κάλυμμα, σεντόνι τραπεζομάντηλο, κλπ. (Ξεπίστρωσε το τραπέζι και στρώσε το καλό τραπεζομάντηλο με τα κεντίδια.)

Ξεπυ(ι)τίζω (ρ.) (<ξε+πυτιά) = μου βγαίνει η πυτιά, πεινάω πάρα πολύ. Ξεπυτισμένος, -η, -ο (μετχ.) = πολύ πεινασμένος.
(Ξεπύτισα απ’ τη πείνα, λουρί έγινε η κοιλιά μου.) Ξεπύτισμα (το) = η πείνα.

Ξεπιτούτου (επίρρ.) = επί τούτου, επίτηδες. (Ξεπιτούτου ήρθε.)

Ξεπλατίστηκα (ρ. παθ. αόρ.) =  α) μου βγήκε η πλάτη
β) μετφ. κουράστηκα και με πόνεσε πολύ η πλάτη μου. Ξεπλατισμένος, -η, -ο (μετχ.) Ξεπλάτισμα (το) = το βγάλσιμο της πλάτης.

Ξεπλεκούκια (η) = η γυναίκα με ξέπλεκα και μπερδεμένα μαλλιά.

Ξεπορτίζω (ρ.) = α) βγαίνω κρυφά από το σπίτι. (Ξεπόρτισε μες το σκοτάδι.)
β) φεύγω συχνά από το σπίτι μου και πάω σε άλλα σπίτια για γειτονιά. (Κάθε βράδυ η προκομμένη η νύφη μου ξεπορτίζει, δε τη χωράει το σπίτι της.)

Ξεπόρτισμα (το) = α) η έξοδος από το σπίτι β) η αποπομπή (Έφαγε ξεπόρτισμα=τον έδιωξαν.)

Ξεπορτίστρα (η) = αυτή που φεύγει από το σπίτι της συχνά και «γυρίζει» στα ξένα σπίτια, η πορτογύρω.

Ξεπουπουλιάζω (ρ.) = α) βγάζω τα φτερά από τα πουλιά. (Κάτι ξεπουπουλιασμένες (μετχ.) γερόκοτες μού μείνανε, οι περσσότερες ψοφήσανε οι μαγκούφες.)
β) σπαταλώ όλες τις οικονομίες. (Τόνε ξεπουπούλιασε ο προκομμένος ο γιος του, του τα ΄φαε ούλα.) 

Ξεπουπούλιασμα (το) = α) το βγάλσιμο των φτερών β) η σπατάλη

Ξέρα (η) και ξεραΐλα (η) = η ξηρασία, η ανομβρία. Ξέρες λέγανε και τους υφάλους στη θάλασσα.

Ξεράδια (τα) (<ξεράδι<ξερός) = α)  τα ξερά κλαδιά,
β) τα ξερά κόπρανα,
γ) χρησιμοποιείται και ως χλευαστική απάντηση στο «δε ξέρω».

Ξεράθηκε (ρ. παθ. αόρ.) = α) λιποθύμησε (Φέρτε οινόπνεμα, ξεράθηκε η θεια-Βασίλω)
β) έκλαψε πάρα πολύ που έμεινε ξερό. (Ξεράθηκε το παιδί απ’ το κλάμα.)

Ξέρασμα (το) ή  ξερατό (το) = ο εμετός

Ξερικός, -ή, -ό (επίθ.) = αυτός που δεν ποτίζεται. (Ξερικό χωράφι, ξερικό μποστάνι κλπ).

Ξερνάου (ρ.) και Ξερνοβολάου = κάνω εμετό.

Ξερός, -ή, -ό (επίθ.) = α) ο κατάστεγνος, ο άνυδρος (ξερό ποτάμι)
β) ο αναίσθητος, ο λιπόθυμος (Έμεινε ξερός.) 
γ) ξερό (το) = είδος κολύμβησης, το ύπτιο. (Άμα πάθεις κράμπα, όταν κολυμπάς, να κάνεις ξερό.)

Ξεροκόμματο (το) = το ξερό ψωμί. Σήμερα η λέξη χρησιμοποιείται μεταφορικά και ειρωνικά, για τα χρόνια εκείνα όμως ήταν η καθημερινή τους τροφή, εάν φυσικά υπήρχε. Ένα ξερό, πολυκαιριανό κουμούτσι ψωμί, που έμπαινε στο σακούλι με λίγο τυρί ήταν το φαΐ όλης της ημέρας.

Ξερομπούκι (το) = ξερή μπουκιά, κάτι που τρώγεται σκέτο. (Ξερομπούκι, ξεροφάι.)

Ξεροσταλιάζω (ρ.) (<ξερός+σταλιάζω) = είμαι όρθιος πολλές ώρες χωρίς να κάνω κάτι.

Ξεροστάλιασμα (το) = η πολύωρη αναμονή, η ορθοστασία.

Ξεροσφύρι  (το) = το ποτό που  πίνεται σκέτο. Χρησιμοποιείται ως επίρρημα. (Έφαγα λιγούλι ψωμί ούλη την ημέρα ξερομπούκι, ήπια δυο κούπες κρασί  ξεροσφύρι.)

Ξερολιθιά (η) Ξεροτοιχιά (η) = τοίχος με σκέτη πέτρα, τοίχος χωρίς συνεκτικό υλικό.

Ξεσήκωμα (το) = α) η αναστάτωση β) η αντιγραφή.

Ξεσηκώνω (ρ.) = α) αναστατώνω. (Ξεσήκωσε τη γειτονιά με τις φωνές του.)
β) αντιγράφω. (Ξεσήκωσα ‘να σχέδιο για ‘να καινούριο τραπεζομάντηλο.)

Ξεσηκώστρα (η) = α) η αντιγραφέας β) η κουτσομπόλα.

(Τον) ξεσκιέριωσε (ρ. αόρ. ) (ξε+ισκαριώτ(ης=Ιούδας) = του πέρασε ο θυμός. (Τόνε ξεσκέριωσε ο Σατανάς.)

Ξεσκορτσιάσου (ρ. προστ. αορ. ) (ξε+σκόρτσα<σκάρφα=λίγδα<ομηρ. κάρφος=το ξερό, το μαραμένο ή από το αλβ. κόρα=η πέτσα) = πλύσου με νερό να φύγει η σκόρτσα, η λίγδα, η κοράτσα.

Ξεσπινάου (ρ.) (<ξεσπινίζω<ξεσπυρίζω) = βγάζω το σπυρί (=τον καρπό) από τα φασόλια, τα κουκιά, τον αρακά, τις ροδιές κ.λ.π.

Ξεστάχυασε (ρ. αόρ. ) = παραωρίμασε π.χ. το γέννημα.

Ξεστραβώνουμαι (ρ.) = μαθαίνω γράμματα, βγαίνω στην κοινωνία.

Ξεστρατίζω (ρ.) = α) χάνω το δρόμο μου
β) βγαίνω από τον «καθώς πρέπει» τρόπο ζωής.

Ξεσυνέρια (η) (ξε+συν+έρις) = ο ζηλόφθονος ανταγωνισμός, η γκρίνια. (Τα σερνικά μου έχουνε μεγάλη ξεσυνέρια αναμεταξύ τους.)

Ξεσυνερίζουμαι (ρ.) (<ξε+συνερίζομαι<συν+ερίζω<έρις) = μετράω πολύ αυτά που λέει ή κάνει κάποιος και το κρατώ, θυμώνω. (Μη τόνε ξεσυνερίζεσαι, δεν είναι κακός, νευρικός έναι.)

Ξεσφερτσιάζω (ρ.) (<ξε+σφέρτσα<ιταλ. πέτσα) = βγάζω τη σφέρτσα (=το δέρμα) από ένα σφάγιο ή από τον ψητό μπακαλιάρο.

Ξετίκλωσε (αόρ. ρ. ξετικλώνω) (<ξε+τίκλωσε) = καθάρισε (το σπίτι, ο τόπος) από τους καπνούς της φωτιάς.

Ξετραχηλιάστηκε (αόρ. του ρ. ξετραχηλιάζουμαι) = έβγαλε τον τράχηλό της έξω. Λέγεται επιτιμητικά για γυναίκα που οφείλει να είναι σεμνή, π.χ. χήρα.

Ξετσούμισε (αόρ. ρ. ξετσουμίζω) (<ξε+τσουμίζω=σκοτώνω) = μεγάλωσε, άνοιξε τα φτερά του, πήρε δυνάμεις..

Ξεφάσκιωμα (το) (<ξε+φάσκιωμα<φασκιά) = το βγάλσιμο της φασκιάς από τα βρέφη.

Ξεφασκιώνω (ρ.) = βγάζω τη φασκιά από το βρέφος. Ξεφασκιωμένος, -η, -ο (μετχ.) (ξεφασκιωμένο μωρό).

Ξέφεξε, (αόρ. του ρ. ξεφεγγίζω) = φώτισε καλά (αναφέρεται στην ώρα λίγο πριν ανατείλει ο ήλιος).

Ξεφορτώνω ή ξιφορτώνω (ρ.) (ξε+φορτώνω) = κατεβάζω το φορτίο από το ζώο. (Ξιφόρτωσε τα πράματα από το ζο κι έλα γλήγορα να πας να γιομίσεις τη βίκα νερό, δεν έχουμε να πιούμε.)

Ξ(ε)ιφόρτωμα = το κατέβασμα του φορτίου από το ζώο.

Ξεφουσαίνω (ρ.) (<ξε+φουσαίνω<φυσάω) = κοιμάμαι βαθιά, ανασαίνω βαριά λόγω κούρασης ή στεναχώριας.

Ξέφυλλος (ο) ή το ξεφύλλημα = κοπιαστική εργασία της σταφίδας και του αμπελιού, κατά την οποία «ξεφυλλάνε», δηλ. αφαιρούν φύλλα από το κλήμα με τέτοιο τρόπο, ώστε να αερίζονται τα σταφύλια, αλλά να μην εκτίθενται στον ήλιο. (…Μα κι όλοι οι νοικοκύρηδες πάντα την προτιμάγαν,  για ξέφυλλο και χάραγμα και τρύγο στις σταφίδες…) – Π. Γλυφός, «Ομορφιές και μορφές της Κορώνης».

Ξέφωτο (το) = το ξάγναντο. (Ήτανε χειμώνας, έβρεχε πολύ και σπέρωσε νωρίς. Μέχρι να σαλαΐσω τα πρόβατα, έπεσε νύχτα βαθιά. Στα στραβά πάαινα κατά κάτου, μέχρι που είδα ένα ξέφωτο. Το γνώρισα. Ήτανε ο Αη Λιάς. Τα κεραμίδια του φεγγουρίζανε από το λιγοστό φεγγάρι…)

Ξεχάνω (ρ.) = ξεχνώ. (Γιαγιά, ούλο ξεχάνει ο παππούλης που βάνει τα γυαλιά του.)

Ξεχαρβαλώνω (ρ.)= χαλάω κάτι που είναι συνδεδεμένο. Ξεχαρβαλωμένος, -η, -ο (μετχ.) (ξεχαρβαλωμένη ξώπορτα, ξεχαρβαλωμένο αλέτρι).

Ξεχαρβάλωμα (το) = το χάλασμα, η καταστροφή.

Ξέχειλα (επίρρ.) (<ξε+χείλα) = το γεμάτο μέχρι επάνω δοχείο, ποτήρι.

Ξεχειλίζω = γεμίζω μέχρι πάνω-πάνω  έως τα χείλη. Ξεχειλισμένος, -η, -ο (μετχ.) (Ξεχειλισμένο ή ξέχειλο τσουκάλι).

Ξεχειμωνιασμένη (μετχ.) = αυτή που χρονικά τοποθετείται μετά το χειμώνα. Αναφέρεται στη μέλλουσα νύφη, η οποία θα δινόταν στο γαμπρό μετά το χειμώνα, αφού θα είχε βοηθήσει την οικογένειά της στις αγροτικές δουλειές.

Ξεχλιάνω (ρ.) (ξε+αχλή=ομίχλη) = ξεσκάω, δίνει ο νους μου.

Ξίγκι (το) (<ελλνστ. οξύγγιον<λατ. axungia) = το λίπος

Ξίκικος (επίθ.) (<τούρκ.) = α) ο ελλιποβαρής, ο λειψός, Χρησιμοποιείται και ως επίρρημα=μόλις που…, παρά κάτι… (Οι μαρίδες σου μπάρμπα είναι ξίκικα δύο κιλά.)

Ξινοροδιά (η) = η δύστροπη γυναίκα.

Ξ(ι)ούρα (η) = το ξύρισμα. (Θα τραβήξω μια ξούρα.)

Ξ(ι)ουράφι (το) = α) το ξυράφι
β) μετφ. ο πανέξυπνος, μα και ο βλάκας ειρωνικά.

Ξιουρίζω = α) ξυρίζω. (Πα να ξιουριστώ.)
β) ξιουρίζει: κάνει πολύ κρύο. (Μας ξιούρησε τ’ αγιάζι.)Ξιουρισμένος, -η, -ο (μετχ.) = ο ξυρισμένος

Ξισαμάρωτος, -η, -ο = α) ο ξεσαμάρωτος,  ο γάϊδαρος χωρίς σαμάρι. (Το γαϊδούρι είναι ξισαμάρωτο.)
β) ο ξεδιάντροπος, ο αυθάδης. (Ένα ξισαμάρωτο γαϊδούρι είναι ο αδιάντροπος.)

Ξίσκεπος, -η, -ο (επίθ.) = ξέσκεπος, χωρίς σκεπή.
(Είναι ξίσκεπα τ ΄αλώνια, πιλαλάτε να προλάβουμε τη μπόρα.)

Ξόδι (το) (<αρχ. ελλ. εξόδιον) = η κηδεία.
(Γ΄ αυτό πα στο Μανιάκι σου το ξόδι
με αλληλούια ουρανομήκη
ο Παπαφλέσσας σούψαλεν ο Μύστης…), Π. Γλυφός, «Ομορφιές και μορφές της Κορώνης».

Ξολοθρεμός (ο) (ξε+όλεθρος) = η εξολόθρευση, η καταστροφή.(Έπεσε ξολοθρεμός.)

Ξόμπλι (το), ξόμπλια (τα) = το κουτσομπολιό, η κατηγόρια.

Ξομπλιάζω (ρ.) (<μεσν. εξόμπλιον, υποκορ.<λατ. exemlum=δείγμα) = κατηγορώ, κουτσομπολεύω.

Ξομπλιάστρα (η) = η κουτσομπόλα

Ξουρούχι (το) = ο παχουλός άνθρωπος.

Ξυαρίζω (ρ.) (<ξυραφίζω<ξυρίζω) = ξύνω, καθαρίζω. (Θέλω να ξυαρίσω τ΄ αλώνια, ήρθ΄ ο τρύγος.)

Ξυ(ι)διάς (ο) = το ξινισμένο κρασί.

Ξυέμαι (ρ.) = ξύνομαι

Ξυ(ε)λάγγουρο (το) = α) είδος πεπονιού,
β) ο πολύ ψηλός και αδύνατος άνθρωπος, χαρακτηρισμός κατεξοχήν για ψηλές, αδύνατες, άχαρες και χωρίς τρόπους γυναίκες.

Ξυλιάζω (ρ.) = γίνομαι ξύλο από το κρύο, κρυώνω πολύ. (Ξυλιάσανε τα χέρια μου.)

Ξυλοκέρατα (τα) = τα χαρούπια, βασική τροφή ζώων, αλλά και ανθρώπων στα δύσκολα χρόνια.

Ξυλοκρέβ(β)ατο (το) = ειδική κατασκευή με ξύλα πρόχειρου φορείου για μεταφορά ασθενούς στον κοντινότερο γιατρό. Άλλοτε το πήγαιναν στα χέρια τέσσερα άτομα και άλλοτε το φόρτωναν σε ζώο.

Ξυμμετράου (ρ.) = μετρώ μαζί με άλλον. Όταν οι σμίχτρες τυροκομούσαν, ξυμμετρούσαν το γάλα.

Ξυπολιάδες (οι) (<εξυπολύομαι) = οι ξυπόλητοι, φτωχοί άνθρωποι. Έτσι έλεγαν οι Βασιλιτσιώτες τους φτωχούς Κορωναίους που έρχονταν στο Βασιλίτσι να πουλήσουν ψάρια ή τσουκάλια και δεν φορούσαν παπούτσια, ήταν ξυπόλητοι πάντα, χειμώνα καλοκαίρι.

Ξυπολισιά (η) = η έλλειψη παπουτσιών, η φτώχεια.

Ξώβεργα (η) = η μικρή βέργα με δόλωμα για τσιπουργιάνια ή τσίχλες, γενικά η παγίδα για μικρά πουλιά.

Ξωμερίτης (ο) (<έξω+μέρος) και ξενομερίτης = αυτός που δεν είναι ντόπιος.

Ξώπετσα (επίρρ.) (<εκ+πέτσα) = επιδερμικά, επιφανειακά.

Ξωτικό (το) (<αρχ. ελλ. εξωτικός) = δαιμονικό πνεύμα, φάντασμα. Στο χωριό μας υπήρχαν πολλές παραδόσεις γύρω από ξωτικά, που εμφανίζονταν τα μεσάνυχτα σε δρόμους μέσα και έξω από το χωριό. Μαυροφόρες γυναίκες, σκυλιά με αλυσίδες, φωνές ή τραγούδια που ακούγονταν κλπ, κλπ.
(… Στον Κάλαμο, δίπλα στο ληνό, που γιομίζει με τα νερά που στάζουν από το βράχο, πάνω από τη λίμνη της Λάμιας, βγαίνουν τα ξωτικά. Φυλάνε, λένε, τη λίμνη…) – Β. Μάραντος, «Ζάγκα».

Ξώφαρτσα (ξώφαλτσα) (επίρρ.) = (ξε+ιταλ. falso) =  επιδερμικά, επιπόλαια, κατά λάθος.

Ξεχωνιάζω (ρ.) (<ξε+χώνω) = ξεχώνω κάτι από τη γη βαθιά ή κάτι που ήταν κρυμμένο και δεν το έβρισκα. (Από πού το ξεχώνιασες παιδάκι μου, φτούνο το στρωσίδι; ) Ξεχωνιασμένος, -η, -ο (μετχ.)

Ξεχώνιασμα (το) = η ανεύρεση κάποιου αντικειμένου από κάπου που ήταν καλά κρυμμένο.

 

 

 

 

Αναζήτηση αλφαβητικά

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ

Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω