Πα (ρ.) (<πάου<πάω<μεσν. πάγω<ελλνστ. υπάγω) = πάω (Πα στο (γ)κήπο.)
Πααίνω και πηαίνω (ρ.) (<αρχ. ελλ. υπάγω) = πηγαίνω
Παγάδα (η) (<ιταλ. pacata<ιταλ. pacare<pace=ειρήνη) = άπνοια, χωρίς αέρα. (Το πρωί – αν έχει καιρό, μοιάζει να κάμει παγάδα – θα πάω να κιαφίσω.
Είναι η δυσκολότερη δουλειά το κιάφι. Δεν έρχεται κανένας εργάτης.
Απαραίτητη προϋπόθεση για να πετύχει το θειάφισμα είναι το σωστό timing. Πρέπει να είναι πρωί, να έχει εξατμιστεί η νυχτερινή πάχνη (δροσιά), να μη φυσάει (να κάνει παγάδα) και να μην έχει πολύ ζέστη (αλλά οπωσδήποτε πάνω από 25 βαθμούς Κελσίου.) – Ελένη Γούλα, «Θειάφι και άλλα δαιμόνια».
Παγαπόντης (ο) (< ιταλ.(μ)παγαπόντης<vagabondo = περιπλανώμενος, αλήτης, ζητιάνος, τεμπέλης) = ο πονηρός. (Είσαι ’νας (μ)παγαπόντης εσύ!)
Παγκάκης (ο) = ο πονηρούλης, ο άτακτος.
Παγούρι (το) (<αρχ. ελλ. πάγαρος=κάβουρας) = δοχείο νερού.
Πάθια (τα) και πάθητα (τα) (<αόρ. έπαθον του ρ. πάσχω) = τα παθήματα, τα βάσανα. (Τα πάθια μου, δυχατέρα μου, έναι πάρα πολλά.)
Παιδεμός (ο) και παίδεψη (η) (<αρχ. ελλ. παιδεύω) = η κούραση, η ταλαιπωρία. (Οι αντρώποι στο χωριό, παιδάκι μου, έχουνε μεγάλο παιδεμό! / Το παιδί είναι παιδεμός, παροιμία.)
Παιδί (το) = το αρσενικό παιδί. (Έχω δυο παιδιά και τρεις δυχατέρες!)
Παΐδι (το) (<ελλνστ. κοιν. παγίδιον) = το πλευρό
Παιδοκομάου (ρ.) (<παιδί+κόμος<κομιώ=φροντίζω) = γεννώ παιδί, φροντίζω παιδί.
Παιδολάσι (το) (παιδί+έλασις<ιταλ. lassa) = πλήθος παιδιών.
(Γιόμισ’ η εκκλησιά παιδολάσι του Βαγγελισμού, χαρήκανε τα μάτια μας! / -Έ! Βίρα! Ανταριάζεται κι ο κόσμος που βοηθάει, άντρες, μισόκοποι και νιοί, κι όλο το παιδολάσι…) – Π. Γλυφός, «Ομορφιές και μορφές της Κορώνης».
Παινιά (η) ή παινεψιά (η) (<παινεύω (αόρ. παινεψ-<έπαινος) = ο έπαινος. (Ούλο παινιές είσαι.)
Παΐρι (το) ή μπαΐρι (το) (<τούρκ. bayir)) = η δύναμη, η ικανότητα.
(Το κέρδισε με το (μ)παΐρι του.)
Παιτούμια (τα) (<απαιτούμενα) = τα μπαχαρικά ή μυρωδικά.
(Να ρίξεις και μπόλικα παιτούμια, να νοστιμίσει το φαΐ.)
Παλαιά (η) = η θειαφασθένεια, αρρώστια της σταφίδας και του αμπελιού, που καταπολεμείται με το θειάφισμα.
Παλαιϊκός, ικιά, -ικό (επίθ.) = ο παλαιός, αυτός που αναφέρεται στην ιστορία. (Αναβιώνουμε τα παλαιϊκά έθιμα.)
Παλαμάκια (τα) (<παλάμη) = τα χειροκροτήματα. (Παλαμάκια παίξετε, κι μπαμπάς του έρχεται…), παιδικό ταχτάρισμα.
Παλάμα (η) ή Παλαμισιά (η) = μια παλάμη. Συχνά το μέτρημα γινόταν με την παλάμη. (Τρεις παλαμισιές να είναι το φάρδος και εφτά το μάκρος.)
Παλαμίζω (ρ.) (<παλάμη) = ορκίζομαι στο Ευαγγέλιο.
Παλλαξίδι (το) (<παλιό+αλλαξίδι) = το λερωμένο ρούχο. Δες και απαλλαξίδι.
Παλά(ν)τζα (η) (<βεν.<λατ. bilanx.<φάλαγξ) = α) η ζυγαριά με το τάσι (πελατζόνι) και το βαρίδι
β) μετφ. άτομο ευμετάβλητο. (Φτούνος έναι παλάτζα, μη του δίνεις μπέσα.)
Παλαντζάρω (ρ.) = α) γέρνω προς μια κατεύθυνση. (Παλαντζάρει το φόρτωμα, σιορρόπησ’ το.)
β) αμφιταλαντεύομαι σε μια απόφαση, [προβληματίζομαι, αλλάζω σκέψη, απόφαση, στάση,
Πάλε (αναλογικά του τότε<αρχ. ελλ. πάλαι) = πάλι. (Να ΄ρθεις ταχιά πάλε.)
Παλιόπραμα (το) = α) αντικείμενο ευτελούς αξίας. (Πέτα ούλα τα παλιοπράμματα, ν’ αδειάσει ο τόπος.)
β) ο παλιάνθρωπος (Δε ντρέπεται το παλιόπραμα, που μου ήθελε και γαμπριλίκια! Να μη βρεθεί μπροστά μου!)
γ) το ασθενικό ζώο. (Παλιόπραμα μας βγήκε η καινούργια γίδα, Απόρριξε δύο φορές και τώρα θα τη σφάξω.)
Παλούκι (το) (<μεσν. παλούκιον<λατ. paluceus) = μικρό μυτερό στο ένα άκρο ξύλο που μπήγεται στη γη. Τα παλούκια ήταν πολύ χρηστικά στην καθημερινότητα των αγροτών, όπως για να δένουν τα ζώα, τα πανιά στις τέντες για το λιάσιμο των σταφυλιών, σε εξωτερικούς τοίχους σε εξώσπιτα, σαν σύνορα στα χωράφια κλπ. (Δέσε το γαϊδούρι στο παλούκι.)
Παλουκοκάφτης (ο) = ο πολύ κρύος Μάρτης που αναγκάζει τους ανθρώπους να κάψουν και τα παλούκια.
Παλουκώνω (ρ.) = μπήγω παλούκια. (Ταχιά θα παλουκώσω τ΄ αλώνια.)
Παμεινώντας (ο) = ο Επαμεινώνδας, Παμεινωνταίικο (το) = μικρότερο σόι μέσα στο Μαρανταίικο, Παμεινώνταινα = η γυναίκα του Παμεινώντα.
Παναϊάρι (το) (<παν+άγιος) = η σφραγίδα με τον σταυρό, με την οποία σφράγιζαν τις λειτουργιές, τα πρόσφορα.
Πανηγυριστάδες (οι) = οι συμμετέχοντες στα πανηγύρια από άλλα χωριά. (Γιόμισ΄ η εκκλησιά Σαρατσιώτες και Γριζιώτες πανηγυριστάδες. Ήρθανε με τ΄ άλογά τους και τα μουλάρια τους και ξεπεζέψανε στ΄ αχούρι. Μπήκανε στον Άγιο-Βασίλη και φούμισ΄ η εκκλησιά ούλη!)
Πανηγυργιώτικα πράματα = φτηνά και ευκολοχάλαστα πράγματα.
Πανιάρα (η) (μεγεθ.<πανί) = α) πατσιαβούρι (πανί) δεμένο στην άκρη ενός μακριού ξύλου για το καθάρισμα του ξυλόφουρνου από τις στάχτες και τα καρβουνάκια, πριν να ρίξουν το ψωμί
β) μετφ. η ατημέλητη, η βρόμικη γυναίκα.
Πανιαρίζω (ρ.)= καθαρίζω τον φούρνο με τη βρεγμένη πανιάρα.
Πανιάζω (<πανί) = α) χλωμιάζω. (Πάνιασε απ΄ τη ντροπή της.)
β) χάνω τη λάμψη μου. (Πανιάσανε τ’ ασπρόρουχα = χάσανε τη λάμψη τους.)
Πάνινα (τα) = τα λεπτά ρούχα που ύφαιναν στον αργαλειό (σεντόνια, γύρους, τραπεζομάντιλα, αλλαξιές, δηλ., φούστες, μπλούζες κ.λ.π.)
Πανουκέφαλα (επίρρ.) = με το κεφάλι επάνω. Το αντίθετο είναι κατουκέφαλα. (Γιατί ρίχτηκες στο κρεβάτι κατουκέφαλα, άειντε, μωρέ στρώσου πανουκέφαλα.)
Πάντα (η) (<ιταλ. banda) = α) η πλευρά. (Γύρνα από την άλλη πάντα.)
β) κέντημα για τον τοίχο. (Μια κεντημένη πάντα με μια όμορφη κοπέλα ξαπλωμένη πάνω σ΄ ένα αρνί κρεμότανε στο ντοίχο πλάι στο κρεβάτι τω γονιώνε μου. Σήμερα κοσμεί το λαογραφικό μουσείο του χωριού μας στο Δημοτικό Σχολείο.)
Πανταχαίνω (ρ.) (<πάντα+τυχαίνω) = περιμένω, μου τυχαίνει
Πάντοτες (επίρρ.) = πάντα
(Το, την, τα) Πάντρεψα (ρ.) = έσπασα. (Τη (μ)πάντρεψα τη βίκα. / Τι έπαθε το χέρι σου; – Το πάντρεψα!)
Παντρολογιέμαι (ρ.) = είμαι έτοιμη για γάμο και δέχομαι προξενιά.
Πανωγόμι (το) (<μεσν. ελλ. επανωγόμιον<επάνω+αρχ. ελλ. γόμος= φόρτος) = φορτίο πάνω στο σαμάρι, ενώ είναι φορτωμένο το ζώο και από τα δύο πλευρά. (Να το ένα πλευρό, να και τ΄ άλλο, να και το πανωγομάκι!) Φράση του καλικάντζαρου από το παραμύθι «Ο μυλωνάς και οι καλικάντζαροι».
Πανωπροίκι (το) (<πάνω+προίκα) = η επί πλέον προίκα.
Πανωτιάζω (ρ.) = βάζω το ένα πάνω στ’ άλλο.
Πανωτίμι (το) = η υπεραξία
Πανώριος, -ια, -ιο ή πανέριος (<παν+ωραίος) = πολύ ωραίος, πανέμορφος. (Να τη χαιρούσαστε τη δυχατέρα σας, Κωσταντινιά! Πανώριο κορίτσι γένηκε!)
Πάπαλας (ο) = α) η πεταλούδα. (Ένας πάπαλος στο τζιαμιλίκι μας!)
β) μετφ. ο αδύναμος άνθρωπος. (Ντιπ, πάπαλος κατάντησες Γιώργη μου!)
Πα(ε)παντή (η) = α) η εικόνα της Παναγίας Υπαπαντής
β) η εορτή της Υπαπαντής. (Ταχιά ξημερώνει της Πεπαντής.)
γ) η εκκλησία της Υπαπαντής. (Πήγαμε και στη Πεπαντή και προσκυνήσαμε και τη Χάρη Της.)
Παπάρα (η) (<τούρκ. papara) = α) ψωμί βουτηγμένο σε λάδι ή ζωμό,
β) μετφ. χαζή κουβέντα ή πράξη. (Του) Παπάρα είναι τοπωνύμιο.
Παπαριάζω (ρ.) = μαλακώνω πολύ, μουλιάζω. (Παπαριάζω το ψωμί. /Παπαριάσανε τα χέρια μου.)
Παπάς (ο) = το μεγάλο ξύλινο κάθετο δοκάρι που στηρίζεται η στέγη.
Παπορίσιος, -ισια, -ισιο (επίθ.) (<παπόρι) = πολύ ακριβός. (Του στοίχισε παπορίσια.)
Παπούλα (η) (<παπούδα<πάππος=ο χνουδωτός καρπός των φυτών κατά Liddell-Scott, πάππος+κατάλ.-ούδα=κάθε σπόρος, κατά Ν. Ανδριώτη) = είδος ψυχανθούς οσπρίου, ποικιλία λαθουριού (Lathyrus ochrus). Οι ντόπιοι παπούλα έλεγαν ολόκληρο το φυτό, αλλά και τις κορφάδες του, τις οποίες τις έτρωγαν μαγειρευτές, αλλά και ως σαλάτα.
(…Ἄρχισε νὰ βουρκώνει. Ὅλα θόλωσαν. Ὅμως μὲ τὴν ἄκρη τῶν δακρυσμένων ματιῶν του τὶς εἶδε νὰ πρασινίζουν προκλητικὰ μπροστά του, σχεδὸν παρακαλώντας τον. Παρακαλώντας τον νὰ κυλιστεῖ πάνου τους. Πάνου στὶς ψωμωμένες παπούλες, ποὺ ἦταν ἕτοιμες νὰ μαζευτοῦν. Σύντομα, μπορεῖ κι αὔριο κιόλας, ὁ πατέρας του θὰ ἔπαιρνε τὰ ἀδέρφια του καὶ τὰ ξαδέρφια του στὸ χωράφι μὲ τὶς παποῦλες γιὰ νὰ τὶς κόψουν. Κι ἐκεῖ θ’ ἀνακοίνωνε ὅλο περηφάνια τὰ νέα γιὰ τὸ καμάρι του…
Ξαπλάρωσε τέντα-ρέντα στὴν ἀνηφόρα κι ἄρχισε νὰ κυλιέται κατὰ τὸν κατήφορο. Ἕνα ὁλόκληρο λεπτὸ τοῦ πῆρε μέχρι νὰ φτάσει ἀπὸ τὴ μιὰ ἄκρη στὴν ἄλλη, ἕνα λεπτὸ ποὺ ἦταν ἀρκετὸ γιὰ νὰ τοῦ στεγνώσει τὰ μάτια καὶ νὰ τοῦ δώσει τὴ δύναμη νὰ ξανανέβει στὴν πάνου μεριά, νὰ ξαπλώσει ξανὰ τέντα-ρέντα καὶ νὰ κυλιστεῖ ξανὰ κατὰ τὸν κατήφορο καὶ ξανὰ καὶ ξανὰ καὶ ξανὰ μέχρι ποὺ ἔφτασε στὶς φραγκοσυκιὲς τοῦ μπάρμπα του στ’ ἀνατολικὸ σύνορο.
Τὸ μπουρί του εἶχε γίνει καπινός. Οἱ παποῦλες ἴσιωμα.
Χαμογέλασε πονηρά, ἔσιαξε τὰ πρασινισμένα σκουτάκια του καὶ συνέχισε νὰ στροβιλίζεται χαρούμενος σὰ μικρὸς περήφανος ντερβίσης στὸ μαλακὸ χωράφι μὲ τὶς πατημένες παποῦλες.) – Φωτ. Βασιλοπούλου, «Οι παπούλες».
Παραβγαίνω (ρ.) = συναγωνίζομαι, ξεπερνώ. (Παραβγαίνουμε στη πιλάλα, στο κολύμπι, στο μέτρημα …)
Παράγαλος (ο) (<παρά+γάλα) = αρρώστια που προσβάλλει τις γίδες ή τις προβατίνες και τους κόβεται το γάλα.
Παραγώνι (το) (<παρά+γωνιά) = εκεί, όπου άναβαν φωτιά. Συχνά το παραγώνι ήταν χτιστό. Έχτιζαν υπερυψωμένη τη γωνιά και πάνω σ’ αυτήν έκτιζαν δύο παράλληλα μικρά τοιχάκια, πάνω στα οποία τοποθετούσαν το αγγειό τους για μαγείρεμα, ενώ ανάμεσά τους άναβαν τη φωτιά. Το χειμώνα το παραγώνι ήταν η πιο ζεστή γωνιά, όπου τα βράδια καθόταν η οικογένεια, συνομιλούσαν τα της ημέρας ή τα της επομένης και τα παιδιά άκουγαν από τη γιαγιά ή τη μάνα παραμύθια κι άλλες ιστορίες.
Παραδώθε, Παραδώθεκει, Παραδωθούλια (<παρά+εδώθε, δώθεκει, δωθούλια) = παραδώ, παρακεί, λίγο παραδώθε.
Παραθάρρια (η) = η δύναμη, το κουράγιο, το υπερβολικό θάρρος.
(…Που παραθάρρια σ΄ ολουνουνούς έδινε και κουράγιο…, – Π. Γλυφός, «Ομορφιές και μορφές της Κορώνης». / Πολλή παραθάρρια πήρες!)
Παράκαιρα (επίρρ.) (<παρά+καιρός) = άκαιρα, εκτός χρόνου. (Παράκαιρα λουλουδιάσανε τα ξινά φέτο.)
Παρακάλιο (το) και Παρακαλετό (το) (<ρ. παρακαλώ) = η παράκληση, η ικεσία. (Βόηθα Παναϊά μου, άκου τα παρακαλετά μου!)
Παρακάτου, παρακατίτσα και παρακατούλια (ως υποκοριστικά) = πιο κάτω. (-Πάμε παρακατίτσα να κουβεντιάσουμε.)
Παρακούμπαρος (ο), -οι = όλοι όσοι συνόδευαν τον κουμπάρο, ως δικοί του καλεσμένοι, όμως ξεχώριζε ένας, που ήταν ο κολλητός του κουμπάρου.
Παραπάνου, παραπανίτσα και παραπανούλια = πιο πάνω. (Άειντε παραπανίτσα στη θεια-Γιαννού να κόψεις λιγούλι δυάσμο.)
Παραλοΐζω ή παραλοϊάζω (ρ.) (<παρά+λογίζω) = χάνω τα λογικά μου.
Παραλοϊά (η) = η μοναξιά. (Μ΄ έφαε η παραλοϊά, δε μπορώ άλλο στη μονάξια!)
Παραλυμάρα (η) (<παρά+λύνομαι) = μεγάλη ατονία, εξασθένηση.
Παραμάσκαλα (επίρρ.) (<παρά+αρχ. ελλ. μασχάλη) = κάτω από τη μασχάλη. (Με το ντουφέκι παραμάσκαλα…τραβούσανε στη μάχη…) – Ν. Πασαγιώτης, «Ανεβοκατεβάτες».
Παράμερα = στην άκρη, σε δεύτερη μοίρα. (Κάτσε παράμερα λιγούλι.)
Παρανόμι (το) (<παρά+όνομα) ή παρατσούκλι (το) = δεύτερο όνομα κάποιου που του αποδίδεται κρυφά από συγχωριανούς με βάση κάποιο ιδιαίτερο γνώρισμα (επάγγελμα, σωματικό χαρακτηριστικό, συνήθεια κλπ), συνήθως ως βρισιά. «Όλοι στο χωριό έχουν και το παρωνύμιό τους (το παρανόμι, το παρατσούκλι). Με αυτό είναι πιο πολύ γνωστοί, παρά με το κανονικό τους όνομα. Αυτό χρησιμοποιεί όποιος θέλει να αναφερθεί σε κάποιον άλλο και όχι το όνομά του. Με το παρατσούκλι όλοι καταλαβαίνουν ποιόν εννοεί, με το πραγματικό όνομα χρειάζεται σκέψη για να καταλάβουν. Ιδιαίτερα, αν πρόκειται για δύο άτομα με το ίδιο ονοματεπώνυμο.
Τα παρατσούκλια προέρχονται κατά κύριο λόγο και έχουν σχέση είτε με το επάγγελμα, είτε με τη σωματική κατάσταση, είτε με τις συνήθειες κάποιου. Κάποια από αυτά είναι αθώα, κάποια άλλα όμως έχουν περιπαικτικό περιεχόμενο. Κάποια ακόμη έχουν γίνει αποδεκτά από τα άτομα στα οποία αποδίδονται και δεν δυσκολεύονται να τα χρησιμοποιήσουν και τα ίδια, όταν συστήνονται σε κάποιον και θέλουν να γίνουν πιο σαφείς.» από vasigoulas.blogspot.com
Παραπούλια (τα) (<παρά+πούλια) = τα μικρά βλαστάρια που φυτρώνουν χαμηλά στον κορμό του φυτού και τα οποία θέλουν καθάρισμα, οι παραφυάδες.
Παρασταίνω (ρ.) (<αρχ. ελλ. παρίστημι) = παριστάνω, παρουσιάζω, δείχνω. (Η πεθερά μου ούλο την άρρωστη παρασταίνει, δε πάει για δουλειά και ούλο στη γειτονιά χάνεται.)
Παραστάτης (ο) = η κάσα της πόρτας.
Παραρίζια (τα) = οι βλαστοί που φυτρώνουν κοντά στη ρίζα του φυτού.
(Α)Παράφταστος, -η, -ο (επίθ.) (<παρά+άφταστος) = ο καλύτερος, ο ασύγκριτος. (Μανά μου, οι δίπλες σου είναι απαράφταστες, οι καλύτερες που έχω φάει!)
Παραχωριού (επίρρ.) = έξω από το χωριό. (Παραχωριού το (μ)πιάσανε…)
Παρδαλίσανε (ρ.) (<αρχ. ελλ. πάρδαλις) τα σταφύλια = άρχισαν να κοκκινίζουν, να μισογίνονται.
Παρεθύρι (το) = το παράθυρο. (Ο Μπέης τον εφώναξε από το παρεθύρι…, Αντ. Γαϊτάνη «Λαογραφικά και άλλα Βασιλιτσίου Μεσσηνίας». /…Και στη δεξιά μου τη πλευρά αφήστε παρεθύρι…, δημ. τραγούδι.)
Παρμακλίκια (τα) = τα ξύλινα κάγκελα με την ξύλινη κουπαστή.
Πάρμαξα (ρ. αόρ.) (;<παρμός<;παρμάρα) = τρόμαξα, αλλά και θαύμασα. (Πάρμαξα την ομορφάδα της.)
Παρτσακλός, -ή, -ό (επίθ.) (<τούρκ. parca=κουρέλι) = χαϊλωμένος, αχαΐρευτος.
Πάρωρος, -η, -ο (επίθ.) (<παρά+ώρα) = ο περασμένης ώρας, ο αργοπορημένος. (…Πώς μου το δίνεις, κυνηγέ, μαντίλι να σου πλύνω,
που είναι ώρα πάρωρη, δεν έχω που να μείνω…) – Αντ. Γαϊτάνη «Λαογραφικά και άλλα Βασιλιτσίου Μεσσηνίας».
Πάρωρα (επίρρ.) = αργά, περασμένη ώρα. (Την έιδα πάρωρα σε δρόμο σκοταδερό.)
Πασαλείφω (ρ.) (<πας+αλείφω) = βάφω απρόσεκτα, λερώνω.
(Ίσια που τη (μ)πασάλειψες την αυλή, τι βάψιμο είναι φτούνο; / Πασαλείφτηκα ούλος!)
Πασέτο (το) (<ιταλ. passeto) = το μέτρο
Πασμαγούδια (τα) (< παν+ελλνστ. κοιν. μάγουλον<υστερολατ. magulum) = μικροφαγώσιμα, μικρογλυκίσματα. (Με τι χαρά περιμέναμε το «πασμαγούδι» του πατέρα τα βράδια, όταν ερχόταν στο σπίτι από το καφενείο!)
Πασόρα (η) (άγνωστης ετυμολογίας) = το τρυπητό
Πασπάλα (η) (<αρχ. πασπάλη) = λεπτό στρώμα σκόνης (από αλεύρι, ζάχαρη, χώμα, χιόνι…). (Ρίξε μια πασπάλα ζάχαρη στα κουλούρια.)
Πασπαλίζω (ρ.) (<αρχ. ελλ. πασπάλη) = ρίχνω ελαφρά λεπτή σκόνη από μια στερεή ουσία (αλεύρι, άχνη, κανέλα κλπ) σε μια επιφάνεια, σε γλυκίσματα κλπ. (Ίσια που το πασπαλίζει=χιονίζει πολύ ελαφρά. /… απ΄ την κανέλα την ψιλή, οπού το πασπαλίζει…, Π. Γλυφός, «Ομορφιές και μορφές της Κορώνης».)
Πασπατεύω (ρ.) = χαϊδεύω απαλά, ψάχνω. (Τι πασπατεύεις τόσια νώρα;)
Πάστα (η) αντιδάνειο (<ιταλ pasta<ελλν. παστός<αρχ. πάσσω) = ο συμπυκνωμένος ντοματοπολτός.
Παστό (το) (<αρχ. ελλ. παστός) = το χοιρινό κρέας που τσιγαρίζεται και διατηρείται στο αλάτι και το λάδι. Νοστιμότατος μεζές που και σήμερα χαρακτηρίζει τη μεσσηνιακή κουζίνα. Μαζί με ντομάτα, κρεμμύδι και αυγά αποτελεί τον περίφημο καϊανά, ένα από τα πιο παραδοσιακά φαγητά της μεσσηνιακής κουζίνας.
Παστώνω (ρ.) = α) κάνω παστό με χοιρινό κρέας.
β) μετφ. βάζω στην άκρη πράγματα το ένα πάνω στο άλλο παραμελώντας τα. (Παστώνω τ’ άπλυτα = βάζω το ένα πάνω στο άλλο, καθυστερώντας να τα πλύνω.)
Πασταριά (επίρρ.) = άτσαλα πλακωμένα πράγματα το ένα πάνω στο άλλο.
Παστελάς (ο) (<ιταλ. pastello) = αυτός που παρασκεύαζε και πουλούσε στα πανηγύρια παστέλια. (Απόξω απ΄ το περίβολο που είν΄ οι παστελάδες…) – Π. Γλυφός, «Ομορφιές και μορφές της Κορώνης». Πολλούς παστελάδες είχε η Κορώνη, παραδοσιακό επάγγελμα, που διατηρεί μέχρι σήμερα και συναντάται σε κάποιες τοπικές θρησκευτικές γιορτές σε όλη την ευρύτερη περιοχή.
Πάστρα (η) (μεσν. σπάστρα <αρχ. ελλ. σπάρτον<σπείρω=σπέρνω, τινάζω) = καθαριότητα, λάτρα. (Τη πάστρα να παινέψουνε…, γιατί ήταν χρυσοχέρα…) – Π. Γλυφός, «Ομορφιές και μορφές της Κορώνης».
Παστρεύω (ρ.) = καθαρίζω. (Θυμάμαι τη γιαγιά μου ώρες σγουφτή πάνου απ’ τ’ αριολόι να παστρεύει τις φακές από κάθε λοής σαρίδια, πετρούλες, χώμα, σπυριά σιταριού και ό,τι άλλο είχανε.)
Παστρικά (επίρρ.) = πεντακάθαρα
Παστρικοθοδώρα (η) ειρωνικός χαρακτηρισμός σε γυναίκα που κάνει την καλή νοικοκυρά, αλλά δεν είναι.
Παστρικός, -ικιά, -ικό (επίθ.) = ο πολύ καθαρός. Παστρικιά (η), –ιές = η ανήθικη γυναίκα. Έτσι έλεγαν οι Ελλαδίτες τις πρόσφυγες γυναίκες της Μ. Ασίας, γιατί τους ενοχλούσαν οι εξευρωπαϊσμένοι τρόποι συμπεριφοράς τους.
Παταγούδι (το) (<παγετώδης) = το πολύ κρύο. (Το νερό είναι παταγούδι, δε καταπιέται.)
(Μ)Πατάκα (η) (<ισπ. patata) = η πατάτα. (Θα σας μαγερέψω τηγανιστές (μ)πατάκες!)
Παταλιά (επίρρ.) (<τούρκ. patalya ή patal=μικρό κανόνι) = το σήκωμα κάποιου ψηλά, σαν να εκτοξεύεται (όπως η βολή του κανονιού) ή να κουβαλιέται λόγω αδυναμίας περπατήματος ή πανηγυρικά, χωρίς να ακουμπάει τα πόδια του στη γη. (Έλα, πάμε: πα-τα-λιά!!! / Τόνε σηκώσαμε παταλιά και τόνε πήγαμε στο κρεβάτι.)
Παταλιακά (τα) = τα πόδια. (Μάζω τα παταλιακά σου!)
Παταλιακό (το) (<τούρκ. battal) = το πολύ βαρύ.
(Ένα παταλιακό έναι, δε μπορεί να κουνηθεί από το (μ)πάχο!)
Πατατούκα (η) (<ιταλ. ρatatucco) = χοντρό και βαρύ πανωφόρι.
Πάτερο (το) (<μεσν. πατερόν<ελλ. πάτος) = χοντρό ξύλινο δοκάρι στη σκεπή και στο πάτωμα των παλιών σπιτιών.
Πατικώνω (ρ.) (μεσν. πατίκι(ον)+ώνω <αρχ. ελλ. πατώ) = βάζω με πίεση το ένα πάνω στο άλλο, συμπιέζω. (Πατίκωσε καλά τα σακιά.)
β) μετφ. τρώω πολύ. (Τη (μ)πατίκωσα = χόρτασα πολύ.)
Πατημασιά (η) και πατησιά (η) = το ίχνος της πατούσας.
Πατόκορφα (επίρρ.) (<πάτος+κορφή) = από τον πάτο έως την κορφή, από κάτω έως πάνω. (Τη γιόμισα τη τζάρα πατόκορφα. / Ντύθηκες πατόκορφα.)
Πάτος (ο) = α) το πιο χαμηλό σημείο, η βάση ενός αντικειμένου με βάθος (ο πάτος του βαρελιού)
β) ο πωπός.
Πατουλιά (η) (<βατουλιά ) = πυκνός θάμνος με βάτα, η βατουλιά.
Πατσιαβούρα (η) (<ιταλ. spazzadura) και πατσιαβούρι (το) κουζίνας = α) κομμάτι από ύφασμα, το οποίο το χρησιμοποιούσαν για να καθαρίζουν τα σκεύη του μαγερειού τους. Το πατσιαβούρι ήταν γενικά η πετσέτα της κουζίνας. (Πλύνε κανά πατσιαβούρι, βρωμίσανε ούλα.)
β) η βρώμικη γυναίκα, η παλιονοικοκυρά. Κυρίως χρησιμοποιείται ως βρισιά. (Δε ντρέπεσαι, παλιοπατσιαβούρα!)
Πατσιάς (ο) (<τουρκ. paca) = η κοιλιά του ζώου, το στομάχι και τα έντερα.
Πατσιατσούλης, -α, -ικο (επίθ.) (<τσιαπατσούλης) = ο ακατάστατος, ο βρόμικος.
Πατωσιές (οι) = εκεί που αρχίζουν τα πατώματα. (Θα χτίσουμε με πέτρα μέχρι τις πατωσιές.)
Πάχνη (η) (<αρχ. ελλ. πάχνη<πήγνυμι) = α) το λεπτό στρώμα (παγωμένης) δροσιάς που καλύπτει τα φυτά, το έδαφος και κάθε εξωτερική επιφάνεια τα κρύα πρωϊνά. (Ούλα έναι σκεπασμένη με πάχνη.)
β) το πολύ λεπτό άχυρο σαν σκόνη, που έμενε στο κάτω μέρος του ρογού. (Σώθηκε τ’ άχερο, μόνου πάχνη έχει ο ρογός.)
Παχνί (το) (<παθνίον<πάθνη<φάτνη) = α) ξύλινο χώρισμα, μέσα στο οποίο τοποθετείται η τροφή του ζώου και αυτό δένεται κοντά του για να τρώει
β) παχνιά έλεγαν και τα χωρίσματα στους ελεύθερους χώρους των ελαιοτριβείων, όπου έριχναν τις ελιές τους οι παραγωγοί, μέχρι να ‘ρθει η σειρά τους να τις «κάνουν». (…άλλος ελιές να κουβαλά απ΄ τα παχνιά με κόφα και στο λιθάρι κάτωθες αδιάκοπα ν΄ αδειάζει…) – Π. Γλυφός, «Ομορφιές και μορφές της Κορώνης».
Παχνίζω (ρ.) = ταΐζω τα ζώα στο παχνί.
Πάφυλλας (ο) (<μεσν. πάμφυλλος<πολλά+φύλλα) = ο τσίγκος, λεπτό έλασμα ορείχαλκου. (… Ένα μεγάλο μα φτωχό, παλιό λιβανιστήρι,
οπού ήταν από πάφυλλα μουντζουροκαπνισμένο…) – Π. Γλυφός, «Ομορφιές και μορφές της Κορώνης».
Παφυλλένιος, -ια, -ιο (επίθ.) = ο τσίγκινος
Πεδούκλι (το) (μεσν. πέδικλον<λατ. pedica<ινδοευρ. pods ) = το δέσιμο των ποδιών του ζώου με σχοινί (αριστερό μπροστινό με αριστερό πισινό, δεξί μπροστινό με δεξί πισινό ή σταυρωτά αριστερό μπροστινό με δεξί πισινό και δεξί μπροστινό με αριστερό πισινό), για να μη μπορεί να κάνει μεγάλα βήματα και φεύγει σε ξένα χωράφια.
Πεδουκλώνω (ρ.) τα ζώα = δένω τα πόδια τους για να μην σηκώνονται όρθια και τρώνε τις ελιές ή να μην πηδάνε τις μάντρες και πηγαίνουν στα ξένα χωράφια.
Πεζαδόρος (ο) = επίμηκες ξύλο, στο οποίο κρέμαγαν το στατέρι και ζύγιζαν το βάρος που ήθελαν.
Πεζάρω (ρ.) (<ιταλ. pesare) = ζυγίζω, σταθμίζω. (Δε πεζάρει φέτο η σταφίδα, δηλ. δεν έχει πολύ μέλι και ανά κιλό δεν έχει βάρος.)
Πεζογελάου (ρ.) (πεζός+γελάω) = ξεγελώ πηγαίνοντας με τα πόδια κάπου. (…Κι εγώ θα πά στη μάνα μου να τη πεζογελάσω…) – Αντ. Γαϊτάνης «Λαογραφικά και άλλα Βασιλιτσίου Μεσσηνίας».
Πέζος (ο) = το βάρος μια ποσότητας.
(…για να ΄ρθει χάρη στο καρπό κι αβγατιστεί στο (μ)πέζο…) – Π. Γλυφός, «Ομορφιές και μορφές της Κορώνης».
Πεζούλα (η) = κομμάτι χωραφιού, διαφορετικού ύψους, που ξεχωρίζει με νόχτο ή με πεζούλι, σε επικλινές έδαφος. (Έναι παλιοχώραφο το χωράφι στον Αμμούλη, με πολλές πεζούλες και πέτρες, βασανίζεται το παλιοζωντανό στο όργωτό του.)
Πεζούλι (το) (μεσν. πεζούλιν<αρχ. ελλ. πέζα=κάθισμα) = μικρό πέτρινο τοιχίο που στηρίζει μια πεζούλα ή έναν τοίχο. Πεζούλι έχτιζαν συχνά και στην μπροστινή όψη του σπιτιού για να κάθονται και να κάνουν γειτονιά ή μέσα στο μαγερειό κοντά στη γωνιά.
Πεθαμός (ο) (<αορ. απέθανον) = α) ο θάνατος. (Αχ, γιατρειά δεν έχει ο πεθαμός!)
β) μετφ. η πολλή κούραση. (Τι πεθαμός είναι φτούνος Γιώργη μου, ψοφήσαμε.)
Πεθυμάου (ρ.)= επιθυμώ. (Πεθύμησα το πατρικό μου σπίτι.)
Πεθυμιά(η) = η επιθυμία. (Η πεθυμιά μού έφαε τα έρμα φυλλοκάρδια.)
Πέι (το) = το χρήμα. (Δεν υπάρχει πέι.)
Πειραγμένη (η) = η αστεφάνωτη γυναίκα που είχε συνάψει ερωτική σχέση.
Πείραξη (η) (<πειράζω<πείρα)) = η ενόχληση
Πελαΐσιος, -ισια, -ισιο (επίθ.) = πελαγίσιος, θαλασσινός. (Πελαΐσιο αέρι.)
Πέλαο (το) = α) το πέλαγος
β) μετφ. ως επίρρημα, πάρα πολύ. (Πέλαο είναι τα σταφύλια φέτο.)
Πελατζόνι (το) (<βεν. balanza) = ο στρογγυλός δίσκος της παλάτζας.
Πελαώνω (ρ.) = πλημμυρίζω, πανικοβάλλομαι.
(Πελάωσε το γαίμα = πλημμύρισε το αίμα. / Τά ΄χασα, πελάωσα…)
Πελεκάου (ρ.) (<πελεκώ<αρχ. ελλ. πέλεκυς) = α) κόβω με τον πέλεκυ (το τσεκούρι). (…Λεβέντης επελέκαγε με το ΄να του το χέρι
τον αγαπώ και δεν το ξέρει…) – Αντ. Γαϊτάνης «Λαογραφικά και άλλα Βασιλιτσίου Μεσσηνίας»
β) χτυπώ. (Οι γονέοι μας κείνα τα χρόνια μάς πελεκάγανε για ψύλλου πήδημα.)
Πελέκι (το) ή πελέκημα (το) = το χτύπημα, το ξύλο.
(Θέλει πελέκημα η πέτρα. /Σου χρειάζεται ένα γερό πελέκι για να μάθεις.)
Πενηνταράκι (το) = το κέρμα μισής δραχμής.
Πεντανέμι (το) (<πέντε+άνεμος) = πολύ δυνατός άνεμος, αέρας δυνατός που αλλάζει κατευθύνσεις.
Πενταροδεκάρες (οι) = πεντάρες και δεκάρες μαζί (υποδιαιρέσεις της δραχμής ευτελούς αξίας), τις οποίες τις κάναμε μπουλιάστρα.
(…Που Κυργιακή, πρωί πρωί, μια ωραία δεκαρούλα
θε να μου βάζαν με στοργή στης μπλούζας τη τσεπούλα
Με μια πεντάρα θα΄ναβα στην εκκλησιά κεράκι…) – Π. Γλυφός, «Ομορφιές και μορφές της Κορώνης».
Πεντέρμος, -η, -ο (επίθ.) = πολύ μόνος, ορφανός, δυστυχισμένος. (Εμείνανε πεντέρμα στους δρόμους.)
Πεντόβολα (τα) = παιδικό παιχνίδι με βόλους.
Πεπανός, -ή, -ό (επίθ.) (<αρχ. πεπανός=ώριμος, μαλακός) = ο ολιγόφαγος, ο αδύνατος. (Πολύ πεπανή είν΄ η νύφη σου, θεια Δημήτρω.)
Περατζάδα (η) (<αρχ. ελλ. περάω-ώ+ιταλ. τζα) = ο περίπατος, η βόλτα.
Περβολικό (το) και περβολομαγέρεμα (το) = τα λαχανικά του κήπου (ωμά) για μαγείρεμα. (Ήφερα περβολικό για φαΐ σήμερα.)
β)μαγειρεμένα ως λαδερό φαγητό. (Θα φάμε περβολικό ή περβολομαγέρεμα.)
Περβολαρίζω (ρ.) = καλλιεργώ το περβόλι (περιβόλι).
Περγιορίζω (ρ.) = περιορίζω, σφίγγω. (Με περγιόρισε η πείνα.)
Περδίκι (το) = ο υγιής, ο γερός. (Έγινε περδίκι.)
Περδικούλα (η) = η καρδιά. (Χτυποκάρδισε η περδικούλα μου.)
Περίδρομος (ο) ( <περί +δρόμος) = το πολύ φαγητό. (Έφαε το (μ)περίδρομο!) Η λέξη είναι μεσαιωνική βυζαντινή. Περίδρομος λεγόταν το πέριξ του κοίλου στο βαθύ πιάτο.
Περιδρομιάζω (ρ.) = τρώγω, τρώγω πολύ.
Περικοπά (επίρρ.) (<περικοπή<περικόπτω) = περιφερειακό ανέβασμα ανηφόρας. Συνηθίζεται για την περιμετρική ανάβαση σε ύψωμα, όχι κόντρα στην ανηφόρα. (Ανεβήκαμε παρικοπά του βουνού.)
Περιφρόνια (η) = η περιφρόνηση
Περκαλιέμαι (ρ.)(<παρα+καλώ) = προσεύχομαι. (Περκαλιέμαι στο Θεό να γίνεις καλά. /… Για την ψυχή σου περκαλούν την εύθραστη κι αγία…, Π. Γλυφός, «Ομορφιές και μορφές της Κορώνης».)
Περκαλητό (το) = το παρακάλιο, η παράκληση. (Πιάσανε τα περκαλητά σου, μάνα!)
Περόνι (το) (<αρχ. ελλ. περόνη) = α) κάτι πολύ αιχμηρό, το καρφί
β) ο πόνος. (Έχω ‘να περόνι στη (μ)πλάτη.)
Περονιάζω (ρ.) (<αρχ. ελλ. περόνη) = τρυπάω, μπαίνω βαθιά. (Με περόνιασε η βροχή.)
Περούδα (η) = η πυρίδα. (Μια περούδα σκόρδο.)
Περσεύω (ρ.) (αρχ. ελλ.) = περισσεύω. Περσευούμενος, -η, ο (μετχ.) = ο περισσευούμενος.
Πεσκέσι (το) (<τούρκ. peskes) = το δώρο
Πεσκίρι (το) (<τούρκ. peskir)) = το πανί στην πινακωτή που σκέπαζαν το ζυμάρι για να φουσκώσει, αλλιώς ψωμομαντίλα.
(…Ακόμα ξεδιπλώνονται πανέμορφα πεσκίρια,
άλλ΄ άσπρα κι άλλα ριγωτά στον αργαλειό υφασμένα…) – Π. Γλυφός, «Ομορφιές και μορφές της Κορώνης».
Πέσπελο (το) (ιταλ.) = η πληθώρα. (Μαζεύτηκε το πέσπελο.)
Πετάλωμα (το) = η διαδικασία της τοποθέτησης ή αλλαγής των πετάλων στις οπλές των ποδιών των αλόγων και των γαϊδάρων.
Πεταλώνω (ρ.) (<πέταλο<αρχ. ελλ. πέταλον<πετάννυμι=απλώνω) = κάνω πετάλωμα, αλλάζω τα πέταλα στις οπλές του αλόγου ή του γαϊδάρου. (Ο βάτραχος άκουσε πως πεταλώνουν τ’ άλογο και σήκωσε το πόδι), παροιμία.
Πεταλωτής (ο) (<πέταλο+ωτης) = επαγγελματίας της παλιάς εποχής. Αυτός που πετάλωνε τ’ άλογα και τα γαϊδούρια.
Πεταρούδω (η) (<πετάω) = η ευκίνητη, η προκομμένη.
Πεταχτάρα (η) (<πετάω) = η σφεντόνα, αγαπημένο παιχνίδι των παιδιών της παλιάς εποχής για σημάδι και για κυνήγι.
Πετουράει (ρ.) (<πετώ) = φτερουγίζει. (Πετουράνε οι κότες. / Πετουράει το φυλλοκάρδι μου.)
Πετροκάραβο (το), αλλιώς Αβγό (το) = μικρή βραχονησίδα κοντά στα Ν Α του Βενέτικου. Η λαϊκή δοξασία απέδωσε σε θεϊκή παρέμβαση στον μικρό αυτό έξαλο το πέτρωμα του καραβιού που κούρσεψε την Παναγία τη Φανερωμένη.
(«Το πετροκάραβο το πέτρωσε η Παναΐτσα η Φανερωμένη, γιατί ερχότανε να τήνε κλέψει», μας έλεγε η γιαγιά μου. Και ο ντόπιος ποιητής Π. Γλυφός: «Καράβι, πετροκάραβο, ΄πό πότες λιθωμένο,
σε δέρνει η πικροθάλασσα πάντοτες μανιασμένη;
– Απ΄τον καιρό που οι ναύτες μου- θυμούμαι το και τρέμω –
συλήσαν την αντικρυνή Κυρά Φανερωμένη,
πούναι ωραία κει ψηλά, στη ράχη θρονιασμένη».)
Πετρώνω (ρ.) = κάνω κάτι σκληρό σαν πέτρα. (Πέτρωσε το καράβι. /Πέτρωσε η σούπα. / Πέτρωσε ο άντρωπος από το φόβο του.)
Πετσάφι(το) (<πέτσα) = α) πετσέτα κουζίνας
β) βρώμικος άνθρωπος.
Πετσοκομμένος, -η, -ο (επίθ.) (μτχ. του πετσοκόβω) = ο έξυπνος, ο ικανός, ο δραστήριος.
Πετσώνω (ρ.) (μεσν. πετσίν<ιταλ. pezzo) = α) σφραγίζω με λεπτές σανίδες τη σκεπή και μετά βάζω τα κεραμίδια. (Πέτσωσα τη σκεπή.)
β) χορταίνω. (Τη πέτσωσα.)
Πεφταστέρι (το) = ο διάττων αστέρας
Πέφτη(η) = η Πέμπτη
Πηγκώνω (ρ.) (αόρ. πήγκωσα) = βουλώνει η μύτη μου, μπουκώνω.
Η λέξη δεν βρέθηκε σε λεξικά. Προσωπική άποψη από το αρχ. ελλ. ρήμα πήγνυμι = πήζω. Όταν πήζουν οι εκκρίσεις της μύτης, η μύτη πηγκώνει.
Πηδουκλιά (η) και πήδου(κ)λος (ο) = η πηδηξιά, το πήδημα.
Πήζω (ρ.) (<πήγνυμι) = α) μετατρέπω ένα υγρό σε στερεό. (Πήζω το γάλα = επιτυγχάνω την πήξη του γάλακτος σε τυρί ή γιαούρτι μέσω της ζύμωσης. / Έπηξε ο χυλός.)
β) ωριμάζω. (Έπηξε το μυαλό του.)
Πήζει (ρ.) = αντέχει, βαστάει. (Κάντο, αν σου πήζει.)
Πήχτρα (επίρρ.) = α) πολύ σφιχτά. (Η σούπα έγινε πήχτρα.)
β) πολλή ποσότητα. (Πήχτρα ο κόσμος.)
Πια ή πλια και πιόνε ή πλιόνε (επίρρ.) = πλέον. (Άειντε πλιά, αργήσαμε.)
Πιάνω τον ίσκιο = πηγαίνω σε σκιά.
Πιάστηκα (παθ, αόρ.) = έπαθα δυσκαμψία, με πονάνε τα μέλη του σώματός μου και δυσκολεύομαι στις κινήσεις μου, κουβαρώθηκα.
Πιδέξιος, -α, -ο (επίθ.) = επιδέξιος, ικανός.
Πιθεύω (ρ.) (άγνωστης ετυμολογίας. Ίσως επίδραση από πικάρω+πείθω) = βάζω λόγια σε κάποιον, ενοχλώ, θυμώνω με τα λόγια, νευριάζω. (Σταμάτα πια, μη με πιθεύεις!)
Πικάρω (ρ.) (<ιταλ. piccare)) = νευριάζω
Πικουρία (η) ή Πιτσικαρία (η) (<ιταλ. piccolo) = ομάδα παιδιών.
Πιλάλα (η) = τρέξιμο. (Άειντε, δυχατέρα μου, μια πιλάλα μέχρι τη Λίμνα να μου γιομίσεις τη βίκα. / Πάμε μια πιλάλα;)
Πιλαλάου (ρ.) (<ελλν. κοινή επιλαλώ<αρχ. ελλ. λαλέω-ώ ή από το επελαύνω) = τρέχω. (Τότενες πιλαλάγαμε ούλα τα παιδιά ξυπόλυτα στους δρόμους.)
Πιλατεύω (ρ.) (<Πιλάτος+εύω) = ασχολούμαι με κάτι χωρίς αποτέλεσμα, ταλαιπωρώ.
Πινακωτή (η) (<αρχ. ελλ. πίναξ+ωτή) = μακρόστενο ξύλινο σκεύος με χωρίσματα, που το κάλυπταν με την ψωμομαντίλα (ή πεσκίρι) και μέσα σε κάθε χώρισμα έβαζαν το ζυμάρι για να φουσκώσει, διπλώνοντάς το με το υπόλοιπο της ψωμομαντίλας και σκεπάζοντάς το και με άλλα ζεστά ρούχα.
Πινίγω (ρ.) = πνίγω. (Πινίηκα, παιδάκι μου, σε ‘να χουλιάρι νερό.)
Πινιμός (ο) = ο πνιγμός
Πίνω τσιγάρο = καπνίζω
Πιόσιμο (το) (ουδ. του επιθ. πιόσιμος) = αυτό που πίνεται, είναι κατάλληλο για να πιωθεί. (Το νερό στο ποτάμι είναι πιόσιμο, δηλ. πίνεται. / Έχω νερό για πιόσιμο στη βίκα.)
Πιπιλάει (ρ.) (<ιταλ. pipilare) = ψιχαλίζει
Πιπίνι (το) = α) ειδικό χώμα από το Κρυονέρι με το οποίο έκαναν πηλό και άλειφαν το εσωτερικό των πήλινων αγγείων που τα έκανε γυαλιστερά και κατάλληλα για τρόφιμα.
β) το μικρό παιδί.
Πιοτί (το) = το ποτό
Πιράφι (το) (<πίρος) = μικρό άνοιγμα στο πάνω μέρος του βαρελιού, το οποίο άνοιγαν στις σαράντα μέρες για να δοκιμάσουν το κρασί.
(…που πρωτοδοκιμάστηκαν ΄πο πριν από πιράφια…), Π. Γλυφός, «Ομορφιές και μορφές της Κορώνης».
Πίρος (ο) (<αρχ. ελλ. πείρω, περώ) = το βούλωμα του βαρελιού.
Πιρουνάτες (<μεσν. περόνιον<αρχ. ελλ. περόνη) = στάση σε αγορίστικο παιχνίδι, όπου πηδάνε πάνω από κάποιον με τα χέρια ανοιχτά σαν πιρούνια.
(Πρωτελιά, δεύτερη με τα κλαριά, τρίτη με τα χάσικα, πηδάτε ρε μπαγάσικα.
Πιρουνάτες κουταλάτες, στάμπα, βούλα και υπογραφή και κωλοχτυπητή.)
Πισάχναρο (το) (<πίσω+αχνάρι) = η επιστροφή του λαγού από τον ίδιο δρόμο, γενικότερα η επιστροφή. (Επήρα το πισάχναρο για το χωριό.)
Πίσσα (η) και πισσάμι (το) (<πίσσα) = το σκοτάδι. (Πισσάμι είναι όξω, μαύρη πίσσα!)
Πιστάγκωνα (<πίσω+αγκώνας) = με τα χέρια δεμένα πίσω, πολύ σφιχτά.
Πιστάρι (το) (<οπισθάριον) = το πίσω ημικυκλικό ξύλινο μέρος του σαμαριού.
Πιστρόφια (τα) (<πίσω+επιστροφή) = η επιστροφή στις τρεις ημέρες της νύφης με τους συγγενείς του γαμπρού στο πατρικό της. Στην εβδομάδα έκαναν τα ξεπίστροφα. Τα τελευταία χρόνια η επιστροφή της νύφης γινόταν το ίδιο βράδυ της Κυριακής.
Πιστρώνω (ρ.) (επί+στρώνω) = στρώνω καλά ένα ύφασμα και διπλώνω τις άκρες σφραγίζοντάς το. (Πίστρωσε τα σκεπάσματα να μη ξισκεπαστεί το παιδί τη νύχτα.)
Πισωκάπουλα (επίρρ.) (<πίσω+καπούλια<ιταλ. scapulae) = καθισμένος στα καπούλια του ζώου, όχι στη σέλα ή το σαμάρι.
Πισώκωλα (επίρρ.) και πισωκώλου = προχωρώντας κατά πίσω, όπισθεν. (Περπατάγαμε πισωκώλου. / Έλα, πλάϊ μου, να μη σ΄ έχω πισώκωλα.)
Πλαγόμαλλα (τα) = τα κουκιά
Πλακοτηγανίτα (η) = λεπτή πίτα ψημένη σε «αξίνα» σαν τη σημερινή κρέπα, αλλά μόνο με νερό, αλεύρι και αλάτι. Τη βουτούσαν σε καυτό λάδι και την πασπάλιζαν με μπόλικη μυτζήθρα. Όλες μαζί τις τοποθετούσαν σε μεγάλο πιάτο ή καδίνα, τη μια πάνω στην άλλη. Από τα νοστιμότερα φαγητά της εποχής εκείνης και κατεξοχήν πιάτο της Τυρινής Αποκριάς. (Οι πλακοτηγανίτες με μπόλικη μουτζήθρα περιμένουν στο τραπέζι…), Β. Μάραντος, «Ζάγκα».
Πλακουδερός, -ή, -ό και Πλακουτσός, -ή, -ό (επίθ.) = πλατύς. (Πλακουδερή πέτρα. / Πλακουτσή μύτη.)
Πλακουτσομούρης = αυτός που έχει φαρδύ πρόσωπο με φαρδιά μάγουλα και μύτη.
Πλακώνω (ρ.) = α) τρώγω λαίμαργα. (Πλάκωσε το φαΐ και ‘γλειψε και τη (γ)καδίνα.)
β) έρχομαι. (Πλακώσανε κι οι μουσαφιραίοι!)
(Μ)Πλαμούτσα (η) = η μεγάλη πατούσα.
(Μ)Πλαμουτσάου (ρ.) = πατάω με τις πατούσες στα νερά.
(Τα παιδιά (μ)πλαμουτσάνε στα λασπόνερα.)
Πλάνταξε (αόρ.) στο κλάμα (μεσν. πλαντάσσω(<αρχ. ελλ. πλαττάσω) = έκλαψε πολύ.
Πλαστήρι (το) (<πλάθω) = στρογγυλή μεγάλη σανίδα που έπλαθαν πάνω τα μακαρόνια και τις μπουκιές, αν και στο χωριό οι περισσότερες νοικοκυρές τα έπλαθαν στον σοφρά.
Πλαταρώνουμαι (ρ.) = κρυολογώ και πονάνε οι πλάτες μου. (Πλαταρώθηκε το παιδί.)
Πλατάρωμα (το) = το πιάσιμο στην πλάτη.
Πλατονούρα (η) = η γίδα ή η προβατίνα που έχει πλατιά ουρά.
Πλατσιουράου (ρ.) (ηχοοιητική λέξη, πλατς) = πατάω σε λιμνάζοντα νερά με δύναμη ώστε να πετάγονται νερά.
Πλεμόνι (το) = ο πνεύμονας
Πλεμονία (η) = η πνευμονία
Πλεμονιάρης, –α, -ικο (επίθ.) = ο καχεκτικός, ο ασθενικός.
Πλερώνω (ρ.) = πληρώνω
Πλερωμή (η) ή πλέρωμα (το) = η πληρωμή
Πλεύρα (η) (<αρχ. ελλ. πλευρόν) = η πλαγιά, το κατηφορικό χωράφι. Πλεύρες (οι) = τοπωνύμιο, περιοχή του βουνού με μεγάλη κάθετη κλίση.
Πλευρίτης (ο) = το κρύωμα. (Έχω αρπάξει ‘να γερό πλευρίτη.)
Πλευριτώθηκα (παθ. αόρ.) = κρύωσα.(Πλευριτώθηκα και θέλω βεντούζες να γειάνω)
Πλευρό (το) = φορτωμένη η μια πλευρά του ζώου με αντίστοιχο φορτίο.
(Να το ένα πλευρό, να το άλλο, να και το πανωγομάκι…), παραμύθι.
Πλέχτρα (η) (<πλέκω) = πλεγμένα κρεμμύδια ή σκόρδα.
Πλίθα (η) (<πλίνθος) = ορθογώνιο οικοδομικό υλικό από λάσπη και άχυρα αντί για πέτρα, που τις στέγνωναν στον ήλιο. Μοιάζει στο σχήμα με τον κατοπινό τσιμεντόλιθο. Τα περισσότερα σπίτια του χωριού μας ήταν χτισμένα μέχρι τα πατώματα με πέτρα και το επάνω μέρος με πλίθα, οι δε χαμοκέλες και τα οξώσπιτα (τα σπιτάκια στα χωράφια) τα περισσότερα με πλίθες.
Πλουμίδι (το) = το στολίδι
Πλουμίζω (<πλουμίδι<μεσν. πλουμί(ον<λατ. pluma=πούπουλο) = κεντώ πλουμίδια, στολίζω. (Θα σου πλουμίσω το γιλέκο με σιρίτια και με πούλιες.)
Πλουμιστός, -ή, -ό (ρημ. επίθ.) (<πλουμίζω) = κεντητός
Πλουμισμένος, -η, -ο (μετχ.) = ο κεντημένος, αυτός που έχει πολλά στολίδια. (Μου βγάλαν τα κακόμοιρα (τα ζαγαράκια)…μια πλουμισμένη κόρη, που έπλενε και λεύκαινε σε μαρμαρένια βρύση…), Αντ. Γαϊτάνη «Λαογραφικά και άλλα Βασιλιτσίου Μεσσηνίας».
Πλωχεράου (ρ.) (<απλώνω+χέρι) το ζυμάρι = αφού ζυμώσω το ψωμί, βρέχω τα χέρια μου και με γρήγορες κινήσεις το ξαναζυμώνω, «οπότε ντώνει», δηλ. απλώνει, και το τοποθετώ σε καρβέλια στην πινακωτή.
Πλύμα (το) (<αρχ. ελλ. πλύνω) = α) το τυρόγαλο ( το υγρό που έμενε από το πήξιμο του τυριού)
β) το πολύ αραιό. (Το φαΐ έγινε ένα πλύμα.)
γ) νερό και πίτουρα για το γουρούνι. (Φκιάξε ΄να πλύμα για το γουρούνι.)
Πνέμα (το) = το πνεύμα. (Ο Χριστός και τ’ Αγιο Πνέμα.)
Πνεματικός, -ή, -ό (επίθ.) = ο πνευματικός
Ποδαρικά (τα) = τα ξύλινα κρεμαστά πόδια στον αργαλειό που δούλευαν με τα πόδια τους οι υφάντρες κατά την ύφανση.
Ποδαρικό (το) = το καλό γούρι.
(Α)Ποδαύτος, -η, -ο (αντων.) (<από+δαύτος) = αυτός μειωτικά. (Γιόμισ’ ο τόπος (α)ποδαύτους.)
Ποδεμένος, – η, – ο (μετχ.) = με παπούτσια. (Ποδεμένοι δεν ήμαστούνε ποτές.)
Ποδένουμαι (ρ.) (<αρχ. ελλ. πους ) = φοράω παπούτσια. (Ποδέσου και λάκα.)
Ποδοστάτησε (αόρ. ρ. ποδοστατίζω) = στήθηκε στα πόδια του. Το έλεγαν για τα παιδάκια που πρωτοπερπατούσαν.
Ποίσος (< μέλ. του αρχ. ελλ. ποιώ, ποιήσω) και δείξος (<αρχ. ελλ. δείκνυμι) = αυτός που καμώνεται ότι όλα τα μπορεί ή φοβερίζει.
Ποινικερήθρα (η) = ρήτρα ποινής. (Το συβόλαιο είχε και ποινικερήθρα.)
Ποιοτικό (το) (<ποιότητα) = οι διαλεγμένες κατώτερης ποιότητας σταφίδες (ρόγες χοντρές ή κολλημένες). Το ποιοτικό το διάλεγαν στην αρχή με τη σαρωματίνα από τ΄ αλώνι και κατόπιν με το χέρι, ρόγα-ρόγα. Είχε χαμηλότερη τιμή, ενώ η διαλογή του ανέβαζε την ποιότητα της σταφίδας.
Ποκάτου, ποδώθε, ποκείθε = αποκάτω, αποδώθε, αποκείθε.
Ποκείνος, -η, -ο (αντων.) (<από+εκείνος) = αυτός που ξεχνώ το όνομά του.
(Ποκείνος, μωρέ, δε τόνε θυμάμαι, πώς τόνε λένε;)
(Α)Πολειφάδι (<απολειφάδιον) = α) το υπόλοιπο του χρησιμοποιημένου σαπουνιού. (Ρίξε τ’ απολειφάδια στην αλισίβα.)
β) ο σκάρτος. (Απολειφάδι της κοινωνίας.)
Πολεμάου (ρ.) = προσπαθώ. (Τι πολεμάς ερμούλα μ΄, τόσια νώρα;)
Πολυκαιριανός, -ή, -ό (επίθ.) = ο παλιός, ο μπαγιάτικος.
(Είναι πολυκαιριανό το ψωμί, ξεράθηκε, μόνο μουσκευτό μπαίνει σε στόμα.)
Πολληώρα (επίρρ.) = πριν λίγη ώρα. (Πολληώρα φύγανε.)
Πολύχρονος (ο) = πολλά χρόνια να ζήσεις, ευχή μόνο για τους άντρες στα γιόρτια. «Πολύχρονη» δεν εύχονταν στις γυναίκες.
Πολλαχρόνια (τα) = χρόνια πολλά.
Πομπή (η) (αρχ. ελλ. (δια)-πέμπω) = η διαπόμπευση, η ντροπή.
(Με φάγανε οι πομπές του. /Εμακρύναν τις ποδιές τους και σκεπάσαν τις πομπές τους, παροιμία.)
Πομπιεμένος, -η, -ο και πομπιερός, -ή, -ό (<πομπεύω) = ντροπιασμένος, αλλά χρησιμοποιόταν κυρίως ως χαρακτηρισμός σε πρόσωπα και ζώα.
(Αχ, ρε πομπιεμένε, που μού ‘φαγες το μαγέρεμα! /Μπα να σκάσεις, πομπιεμένε!)
Πόνεμα (το) και πονίδι (το) = ο πόνος. (Έχω ‘να πονίδι στο πλευρό μου.)
Πονοιάζουμαι (ρ.) (<υπόνοια+ζομαι) = μού μπαίνει υπόνοια, υποπτεύομαι. (Καλά το πονοιάστηκα! Από τη καλή σου τη καρδιά δε το κάνεις! Τι βουλήθηκες;)
Πονήρω (η) = η πονηρή
Πορδάγγιχτος, -η, -ο (επίθ.) (<πορδή+αγγίζω) = ο ευαίσθητος, ο φοβητσιάρης.
Πορδάλα (η) (<ιταλ. bruto-are) = μικρό μυρμήγκι, που μπαίνει στα ντουλάπια.
Πορεύομαι (ρ.) = ζω, βαδίζω. (Με το σταυρό στο χέρι να πορεύεσαι παιδί μου.)
Ποριά (η) (<αρχ. ελλ. πόρος) ή Πορειά (πόρος+πορεία) = πρόχειρη πόρτα χωραφιού.
Πόρος (ο) = τοπωνύμιο. Είναι το πέρασμα από τη μια πλευρά του βουνού στην άλλη πλευρά του, όπως από τη Φανερωμένη προς τη Σέλιτσα ή από τη Χρυσοκελλαριά προς το Μαυροβούνι.
Πορτογύρω (η) (<πόρτα+ γύρω) = αυτή που γυρνάει από σπίτι σε σπίτι.
Πόστα (η) (ιταλ. posto) = α) η καλή θέση
β) η επίπληξη. (Μ΄έβαλε μια πόστα!)
γ) Πόστα (η) = τοπωνύμιο στη Σέλιτσα στο ύψωμα ενός λόφου με καλή θέα.
Ποστιάζω (ρ.) = τοποθετώ (…με τάξη να ποστιάζει…), Π. Γλυφός, ποίημα.
Ποταμός (ο) = το μεγάλο οριζόντιο δοκάρι στη βάση της στέγης.
Ποτές του ποτώνε (έκφραση) = ποτέ-ποτέ
Ποτίστρα (η) = αγγειό για να πίνουν νερό τα ζώα
β) ειδικά διαμορφωμένος χώρος (γούβα) για το πότισμα των ζώων
γ) ειδικά διαμορφωμένο αυλάκι για το πότισμα του περιβολιού.
Ποτόκι (το) (<σλάβ. potok)) = κάτι πολύ βαρύ.
(Βάστα καημένο μου βασταερό, θ΄ανέβει το ποτόκι!), χαριτολόγημα ανδρός στο γάιδαρό του για το βάρος της γυναίκας του.
Ποτσολάνα (η) ή μπροτσολάνα (<ιταλ. πόλη των Ποτσολίων) = οικοδομικό υλικό, το οποίο χρησιμοποιείτο ως συνδετική λάσπη στην τοιχοποιία με πέτρα.
Πούθε και πούθενες (<πόθεν) = που, από πού.
Πουλακίδα (η) (<λατ. pullus) = η μικρή κότα.
Πούλος (ο) (μεσν.<λατ. pullus) = α) ο πουλημένος. Κατά τον Ευ. Τεμπελόπουλο, Πούλο έλεγαν το αγόρι μιας οικογένειας που το «πούλαγαν» για να φύγει το «κακό».
(Αν είχαν πεθάνει πάνω από δύο αγόρια, η οικογένεια θεωρούταν ότι ήταν στόχος κακόβουλων ανθρώπων και δαιμονικών, γι αυτό κατέφευγαν και σε αλλαγή συνηθειών, όπως κι ονόματος ακόμη. Στην προκειμένη περίπτωση, μια μέρα η κυρούλα έπαιρνε το μωρούδι και πήγαινε σε κάποιο σταυροδρόμι και άρχιζε να διαλαλεί στους περαστικούς ότι πουλάει το μωρό. Πόσο το πουλάς ρωτούσαν κάποιοι. Φτηνά το δίνουμε τους έλεγε. Δίνετε ότι θέλετε, τους διευκρίνιζε!! Τότε ένας έβγαζε ένα μικρό κέρμα ή ξερά σύκα ή ό,τι άλλο είχε, κι έπαιρνε το παιδί στην αγκαλιά του, και φυσικά περνώντας επίτηδες από το σπίτι του μωρού το έδινε στη μάνα του. Από τότε το παιδί το έλεγαν Πούλο δηλ. πουλημένο. Έτσι λεγόταν όλη του τη ζωή, Πούλος. Κάθε χωριό είχε κάποιους Πούλους.) Ευ. Τεμπελόπουλος.
β) ο χαζός, ο αγαθιάρης. (Χρησιμοποιείτο ως βρισιά). (Μα τι πούλος είσαι, ντιπ, γιογάνης!)
Πούντα (η) (<ιταλ. punta) = το κρύο. (Κάνει πούντα.)
β) γερό συνάχι, κρυολόγημα. (Έχω αρπάξει μεγάλη πούντα.)
Πουντιάζω (ρ.) (<ιταλ. puntare) = κρυώνω. (Πούντιασα απόψε.)
Πούντος και πούντονες (<που+(εί)ν(αι)+(αυ)τός) = πού είναι αυτός.
Πουουρ-πουουρ (ηχοποιητικό) = κάλεσμα στις κότες.
Πούργι (το) (<αρχ. ελλ. πύργος) = η ψηλή κόφα. Στα πούργια έβαζαν τα αμπελίσια σταφύλια.
Πουρνεύει (ρ.) (<αρχ. ελλ. πόρνος) = έχει ερωτική επιθυμία. Αναφέρεται στα ζώα (τραγιά, γίδες κ.α.).
Πουρνίλα (η) = η χαρακτηριστική μυρωδιά του έχοντος ερωτική επιθυμία τράγου.
Πουρνό (το) = το πρωί, Πουρνό-πουρνό = πολύ πρωί.
(Ένα πουρνό π΄ ανάπνεα του Ζάγκα τον αγέρα…/ κι έρχομαι πουρνό και δείλι και σ΄ ανάβω το καντήλι…), Π. Γλυφός, ποίημα.
Πουρπουράει, -άνε (ρ.) (ηχοποιητικό) = α) φτερουγίζει χαμηλά.
(Πουρπουράνε τα πουλάκια, οι κότες.)
β) μετφ. αρκεί, φτάνει, περισσεύει. (Δε του πουρπουράει φράγκο.)
Πούσι (το) (<τούρκ. pus) = η χαμηλή ομίχλη.
Πραγαλιά (η) (<πράος+αγάλι) = η ησυχία, η νηνεμία. (Γλυκιά πραγαλιά έχει απόψε.)
Πραγαλιάζω (ρ.)= καταπραΰνω. (Πραγάλιασε ο καιρός. / Πραγάλιασε ο πόνος. / Πραγάλιασε ο θυμός…)
Πράμα (το) (<αρχ. ελλ. πράγμα) = το οικόσιτο ζώο.
Πραχάλια (τα) = α) τα γυμνά και αδύνατα κλαδιά στο δέντρο
β) τα αδύνατα χέρια ή πόδια. (Το παιδί είναι πολύ αχαμνό. Κάτι πραχαλάκια είναι τα χεράκια του!)
Πρέκνα (η) (<αρχ. ελλ. πρεκνός) = η φακίδα ή η σκούρα κηλίδα στο δέρμα λόγω ηλικίας.
Πρεπός (επίρρ.) (<πρέπει) = πάντως (Κατά πώς είναι πρεπός=όπως πρέπει.)
Πρήζω (ρ.) (<αρχ. ελλ. πρήθω) = δυσανασχετώ, στενοχωρώ. (Μη με πρήζεις άλλο!)
Πριάλλη (η) (<παρά+άλλη) = η μεθεπομένη. (Τη πριάλλη θα ‘ρθουμε.)
Πρικοίλι (το) = η μεγάλη κοιλιά στο στομάχι.
Πριχού (χρον. σύνδ.) = πριν
(…Πριχού ροϊδίσει τη κορφή του Ταϋγέτου ο γήλιος…), Π. Γλυφός, ποίημα.
Προβέντζα (ιταλ.) = αλλαγή καιρού, τα πρωινά ομιχλώδη σύννεφα με ΝΔ άνεμο, που «γύριζαν» τα σιτάρια, δηλ. τα μαλάκωναν.
(Έχει προβέντζα εσήμερα, δε θα αλωνίσουμε.)
Προβυζαίνω (ρ.) (<προ+βυζαίνω< μεσν. βυζάνω< ηχομιμ. μυζώ) = βάζω τα κατσίκια να βυζάξουν πρώτα και μετά αρμέγω τις γίδες.
(Να σηκωθείς μπονόρα γυναίκα, να προβυζάξεις τα κατσίκια, γιατί πριχού σκάσει ο γήλιος θα είμαστε στο χωράφι.)
Προβύζα(σ)μα = η πράξη του προβυζαίνω. (Βάλε τα κατσίκια για προβύζα(σ)μα.)
Προγκάου (ρ.) (<σλάβ. poruga) = εκνευρίζω, αποδοκιμάζω, διώχνω με φωνές. (Προγγάει το ζώο. /Μόλις φάνηκε στη ποριά του κηπάκου, βγήκαμε ούλοι και τόνε προγκήξαμε.)
Προγούλι (το) (<προ+γούλι<ούλο) = το διπλοσάγωνο
Προίκα (η) (<αρχ. ελλ. προίξ) = το μερίδιο που έδινε ο πατέρας στη νύφη από την πατρική περιουσία σε ακίνητα, κινητά ή μετρητά.
Προικιό (το) Προικιά (τα)= ένα μέρος από την προίκα της νύφης, όπως ρούχα, κλινοσκεπάσματα, έπιπλα, σκεύη κλπ. Πριν την τελετή του γάμου (την Παρασκευή) τα προικιά παρουσιάζονταν στο σπίτι της νύφης στους καλεσμένους (απλωμένα, κρεμασμένα ή διπλωμένα) με τραγούδι και χορό και πολλά έθιμα. «Ωραία πού ΄ναι η νύφη μας, ωραία τα προικιά της, ωραία κι η παρέα της που κάνει τη χαρά της», δημ. τραγούδι.
Προικολόοι (οι) = μικρό συμπεθεριό, οι περισσότεροι άντρες, που κουβαλούσαν τα προικιά της νύφης από το σπίτι του πατέρα της στο σπίτι του γαμπρού πάνω στ΄άλογα ή και μέσα σε κοφίνες με τις «χάρες» την παραμονή του γάμου. Σύμφωνα με τον Αντ. Γαϊτάνη, οι προικολόοι έπρεπε να περάσουν από τουλάχιστον δύο διασταυρούμενους (σχήμα σταυρού) δρόμους, για την ευλογία του ζευγαριού. Από τους ίδιους δρόμους έπρεπε να περάσει και τ΄ ασκέρι της νύφης, όταν θα πήγαιναν την επομένη στην εκκλησία.
Προκάνω (ρ.) = προλαβαίνω. (Τόνε πρόκαμα στο δρόμο.)
Πρόνιασμα (το) = καταφύγιο. (Λένε τάχατες πως τούτος ο βράχος ήταν πρόνιασμα διαβολικών, όχι όμως επικίνδυνων, παρά μόνο μικρών και άκακων «τριβόλων», που όλοι τα ξέρουνε ως «σμιρδάκια».) Ευ. Τεμπελόπουλος, «Το σμερδάκι».
Προξενητής (ο)-Προξενητάδες (οι), Προξενήτρα (η)-Προξενήτρες (οι) (< μεσν. προξενητής<αρχ. προξενώ) = το άτομο που έκανε το Προξενιό, την κουβέντα στις οικογένειες για το πάντρεμα των νέων τους.
Πρόσγαλο (το) (<προς+γάλα) = το γάλα που κρατούσαν οι σμίχτρες από την πήξη για να το βράσουν για μυτζήθρα.
Προσκεφαλάδα (η) = η μεγάλη μαξιλάρα.
Προσκεφάλι (το) ή προσκέφαλο = το μαξιλάρι
Προσλιάζουμαι (ρ.) = πιάνω ήλιο, ιδίως το χειμώνα.
Προσηλιακό (το) και προσήλιο (το) = το μέρος που έχει προσανατολισμό προς τον ήλιο, συνήθως νότια μέρη. (Προσηλιακό σπίτι, προσηλιακό δωμάτιο.)
Προσμπουκάου (ρ.) (<προς+μπουκιά) = τρώγω ελαφρά.
Προσμπούκι (το) = ελαφρύ πρόγευμα. (Πάρε για προσμπούκι ‘να τηγανόψωμο.)
Προυτσάου (ρ.) (ηχοποιητικό<προυτσ) = φυσάω με τη μύτη και το στόμα.
Προυτσουλιάρης, -α, -ικο (επίθ.) καρπός που ζουλιέται (πιέζεται) και πετάει το ζουμί του, παραγινωμένος (προυτσουλιάρα ντομάτα).
Προσφάι (το) = το προσμπούκι, το σύντομο και λίγο φαγητό, συνήθως ψωμί και τυρί.
Προσφαΐζω (ρ.) (προς+φα-ίζω) = τρώγω λίγο-λίγο για οικονομία ή τρώγω κάτι πρόχειρα για να μου κόψει την πείνα. (Βάλε μου, γυναίκα, κάτι να προσφαΐσω, μέχρι να ρθουν οι μουσαφιραίοι, έχω ξελιγωθεί.)
Προσφέρνω (ρ.) (προς+φέρνω) = προσμοιάζω. (Προσφέρνει στη γιαγιά της.)
Προψές (επίρρ.) = προχθές
Προψεσινός, -ή, -ό (επίθ.) = προχθεσινός
Πρωιμιές (<πρώιμος), αντίθετο οψιμιές (<όψιμος) = πρώιμα, όψιμα.
Όταν οι καρποί γίνονταν νωρίς, έλεγαν έχουμε πρωιμιές, ενώ όταν καθυστερούσαν, έλεγαν έχουμε οψιμιές φέτο.
Πρώιμος, -η, -ο (επίθ.) = αυτός που γίνεται πριν την ώρα του. (Πρώιμα κολοκύθια, φασούλα, απίδια, σταφύλια κλπ.), Πρώιμα (επίρρ.) = νωρίς.
Πρωίμισε-πρωιμίσανε (ρ.) = ωρίμασαν νωρίς.
Προσώρας (επίρρ.) = προς το παρόν, πρόσκαιρα. (Κρύψε με προσώρας γιαγιά, γιατί θα με σκοτώσει η μάνα μου.)
Πρωτάιαση (η) = ο πρώτος αγιασμός, η παραμονή των Φώτων, όπου ο παπάς άγιαζε τα σπίτια.
Πρωτειός (ο) (<πρώτος;) = το δριμύ υγρό που κατακάθεται στο καζάνι κατά την παρασκευή του σαπουνιού μετά το βράσιμο.
Πρωτελιά = πρώτος ο Λιας (έκφραση σε παιχνίδι).
(Πρωτελιά, δεύτερη με τα κλαριά, τρίτη με τα χάσικα, πηδάτε ρε μπαγάσικα.
Πιρουνάτες κουταλάτες, στάμπα, βούλα και υπογραφή και κωλοχτυπητή.)
Πύρα (η) = η λαύρα από τη φωτιά.
(Μπροστά πύρα κι από πίσω κλαδευτήρα), παροιμία.
Πυρ(γ)ιά (η) = το πυροφάνι. Ψάρεμα με πυροφάνι.
Πυροστιά (η) = η σιδεροστιά, ο σιδερένιος τρίποδας πάνω στον οποίο τοποθετούσαν τα διάφορα μαγειρικά σκεύη (τηγάνι, τσουκάλι, τέτζερα ή κακάβι) στη φωτιά.
Πυροφάνι (το) = τρόπος ψαρέματος με φανάρι που έκαιγε με συντελίνη. Όσοι δεν είχαν βάρκα, το χρησιμοποιούσαν από τη στεριά σε ακτές με βράχια.
Πυρπυράει (ρ.) (<πυρ-πυρ) (ο φούρνος, η άσφαλτος) = αντανακλά τη μεγάλη θερμοκρασία. (Πιρπίρισε(=έκαψε, έγινε) ο φούρνος, να ρίξω τα καρβέλια.)
Πυρώνω-ουμαι (ρ.) = ζεσταίνω-ζεσταίνομαι.
Πυτάκι (το) (;<από πυτιά) = το σκουλήκι που «πιάνει» (=αναπτύσσει) το τυρί μέσα στη βούτα με την άρμη.
Πωμώνω (ρ.) (<πώμα ή από παραφθορά του μπουκώνω) = σφραγίζω, κλείνω ερμητικά. (Πώμωστο καλά το βαρέλι, μη στάζει.)
Πωρί ή πουρί (το) (<αρχ. ελλ. πωρίον) = α) τα άλατα του νερού. (Η κανάτα έπιασε πωρί.)
β) η λίγδα του σώματος. (Πωρί έπιασες κακομοίρη μου, άϊντε πλύσου.)
Πωριά (τα) = ασβεστολιθικά βράχια της θάλασσας.
Πωρικό (το) (<αρχ. ελλ. οπώρα) = το φρούτο
β) χαρακτηρισμός σε παιδί με παράξενη συμπεριφορά.
Αναζήτηση αλφαβητικά
Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ
Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω