Όλες οι λέξεις στο ‘Τ’

Τάβλα (η) (<ιταλ. tabula) = α) η φαρδιά σανίδα
β) το τραπέζι (τα τραγούδια της τάβλας = τα τραγούδια γύρω από το τραπέζι).
(Στη τάβλα που καθόμαστε πρέπει να τραγουδάμε, για να φουμίζει η τάβλα μας…),
Αντ. Γαϊτάνης «Λαογραφικά και άλλα Βασιλιτσίου Μεσσηνίας»
γ) μετφ. ακούνητος, ξερός. (Έμεινε τάβλα!)
δ) μεθυσμένος. (Είναι τάβλα!)

Ταβλιάστηκα (παθ. αόρ. του ρ. ταβλιάζουμαι) = έπεσα για ύπνο και κοιμήθηκα αμέσως από την κούραση.

Ταβούλι (το) (<νταούλι<τούρκ. davul) = το πρήξιμο. (Που-που, ταβούλι έγινε το πόδι μου! Ως επιρρ. κατηγορούμενο.)

Ταγιαντεύω ή νταγιαντεύω (ρ.) (<τουρκ. dayandim) = φροντίζω, ανέχομαι.

Ταδειλινού (επίρρ.) = την ώρα του δειλινού.

Ταή (η) ή ταΐνι (το) = η ταγή, μερίδα φαγητού των ζώων, το κοινό παχνί.
(Μαζί έχουνε τους μαύρους τους σ΄ένα στάβλο δεμένους.
Σ΄ένα στάβλο, σε μια ταή, σε μια νεροποτίστρα…), Αντ. Γαϊτάνης «Λαογραφικά και άλλα Βασιλιτσίου Μεσσηνίας».

Ταληθινού και ταληθινά (επίρρ.) = στ’ αλήθεια. (Ταληθινού σου λέου, δε λέου ψέματα!)

Ταλιαρίστηκα (παθ. αόρ. του ρ. ταλιαρίζουμαι) (<αρχ. ελλ. τάλας=δυστυχής) = κουράστηκα, απόκαμα.

Ταμπάρο (το) (<ιταλ. tabarro) = χοντρό πανωφόρι, ο παπαδίστικος γιακάς.

Τάμπαρο (ως επιρρ. κατηγορούμενο) = πολύ πρησμένο. (Τάμπαρο γίνανε τα πόδια μου.)

Ταντέλα (η) (<γαλλ. dentelle) = η δαντέλα

Τανιέμαι (ρ.) (<αρχ. ελλ. τανύω) = τεντώνομαι, σφίγγομαι.

Ταούνι (ως επιρρ. κατηγορούμενο.) = πολύ παχύς.

Ταπαλλαξίδι (το+από+αλλαξίδι) = το λερωμένο ρούχο που αλλάχτηκε και θέλει πλύσιμο. (Ταχιά θα βάλω κοπανίτσα, γιατ’ έναι πολλά ταπαλλαξίδια.)

Ταπίστομα (επίρρ.) (<επί+στόμα) = με το στόμα στη γη, μπρούμυτα.
(Έπεσε ταπίστομα.)

Ταρναρίζω (ρ.) (<ταρναριστά<ονοματοποιημένο ταρνα,ταρνά) = κουνάω, ταλαντεύω.

Τάχατέ μου ή τάχαμου ή τάχατες = τάχα. (… Πως τάχατες δεν ήσουν πεθαμένη…), Π. Γλυφός, «Ομορφιές και μορφές της Κορώνης».

Ταχιά (επίρρ.) (<αρχ. ελλ. ταχύς) = αύριο
(Θα ξανάρθεις γιε μου; – Ταχιά μάνα,
…όντας ταχιά το κολατσιό θα σέϊδω να σαλπάρεις…), Π. Γλυφός, «Ομορφιές και μορφές της Κορώνης».

Ταχινή (η) = η αυριανή μέρα. (Καλή ταχινή!)

Ταχταρίζω (ρ.) (ηχομιμ.) = κουνάω το μωρό και του τραγουδώ.

Ταψήλου (επίρρ.) (τα+αψήλου<αψηλός) = στα ψηλά. Είναι και τοπωνύμιο. Ταψήλου το βουνό.

Τειάφι (το) ή κειάφι (<αρχ. ελλ. θείον) = το θειάφι

Τ(κ)ειαφίζω (ρ.) = θειαφίζω, ρίχνω θειάφι.

Τ(κ)ειαφαστένεια (η) = η θειαφασθένεια, στην περιοχή λέγεται παλαιά.

Τεκνεφέσι (το) (<τούρκ. tiknefes) = αρρώστια ζώων, δυσκολία αναπνοής στα ζώα, άσθμα. Λεγόταν και για ανθρώπους. (Έπαθε τεκνεφέσι το γαϊδούρι.)

Τεμπελοχανάς (ο) (<τούρκ. tebel-hane) = ο τεμπέλης

Τεμπεσίρι (το) (<τουρκ. tebesir) = η κιμωλία

Τέντα (η) (<ιταλ. tenda) = είδος κατασκευής στα σταφιδάλωνα, όπου το σταφιδόπανο τεντωνόταν σε υπερυψωμένους πασσάλους, οι οποίοι ενώνονταν στο επάνω μέρος με οριζόντια καντινέλλα ή καλάμι από τη μια άκρη του αλωνιού έως την άλλη και δενόταν σφιχτά σε χαμηλά σιδεροπάλουκα. Έτσι τα σταφύλια προστατεύονταν από τη βροχή, αερίζονταν, αλλά ταυτόχρονα λιάζονταν και αποξηραίνονταν. Κάτι σαν κοντό θερμοκήπιο.
(Από βραδίς μας φώναξε ο πατέρας να βάλουμε τα πανιά. Στο Βενέτικο σήκωσε κάτι παράξενα συγνεφάκια και ο καιρός άλλαξε. Έπεσε ο μαΐστρος και το γύριζε σε Νοτιά. Το πρωΐ ο καιρός ήταν έτσι κι έτσι. Κάτι σύγνεφα μισοέκρυψαν τον ήλιο απ΄ τον Ταϋγετο και κατά το Λυκόδημο ξεμύτιζε άλλο ένα. Μετά το «καθάρισε».
Ο τρύγος ξεκίνησε οικογενειακά… Το μεσημέρι κάτσαμε για φαΐ. Ο πατέρας κάθε τόσο αγνάντευε, όλο παρατηρούσε. Άιντε να πάει κάτου και η τελευταία μπουκιά. Ξανασηκώθηκε… Στο Λυκόδημο είχανε πυκνώσει τα σύγνεφα. Στην αρχή άσπρα, μετά σταχτιά. Για πότε το «κακάβωσε» ούτε που το καταλάβαμε. Με δυό πηδουκλιές βρεθήκαμε ούλοι στ΄ αλώνια. «Πρώτα τις τέντες» φώναξε ο πατέρας. Άρπαξα τη μια άκρη, την άλλη ήδη την είχε τραβήξει. Τις  περάσαμε πάνω από τους πασσάλους και δέσαμε τις δύο άκρες. «Τις υπόλοιπες μετά», είπε. «Καλλιόπη, στην άλλη τώρα». . . Η μάνα μου με τον αδερφό μου τρέξανε στα κάτου αλώνια. «Γλήγορα, τόηφερε!». Ένας δυνατός αέρας χοροπήδαγε τα πανιά στις τέντες. Βροχή και αέρας! Τα χέρια όμως βιάζονταν… Μέχρι να δέσουμε ούλα τα σκοινιά γινήκαμε παπί… Αλλά προλάβαμε!!! Ουφ! «Δόξα στο Μεγαλοδύναμο», μονολόγησε η μάνα μου ανεβαίνοντας φουσκωμένη και αρτσίδι στο τελευταίο αλώνι, «Μεγάλη η Χάρη Σου! Κ. Μ.)

Τέντζερας και τζέτζερας (ο) (<τούρκ. tencere ) = μεγάλο μπακιρένιο αγγειό, μικρότερο από το καζάνι, χρήσιμο για ποσότητες μεγαλύτερες των τσουκαλιών και μικρότερες του καζανιού. Στον τέντζερα έπηζαν τυρί, τη μυτζήθρα, τσιγάριζαν κρέατα,  ζέσταιναν νερό κλπ. Περιλαμβανόταν στα χαλκώματα-προικιά της νύφης.

Τζετζερέδια (τα) = Υπήρχαν δύο και τρία μεγέθη τζετζέρια ανάλογα με την ποσότητα και τη χρήση.

Τέρμος-η-ο (αντων.) = πόσο πολύς.

Τεσσεράγκωνος (επίθ.) (<τέσσερις+γωνία ) = ο τετράγωνος.

Τετράδη (η) ή Τέτραδος (ο) = η Τετάρτη
(Τετράδη και Παρασκευή τα νύχια σου μη κόψεις και Κυριακή να μη λουστείς, αν θέλεις να προκόψεις, λαϊκή δοξασία. / Ήρθ΄ο Τέτραδος, πάει κι ο βδόμαδος, παροιμία.)

Τετρακλάδι (επίρρ.) (<συμφυρμός τετρα(πέτσι)+γλυκάδι) = πολύ ξινό.

Τετραπέτσι και τραπέτσι (επίρρ.) = πολύ ξινό. Η λέξη προέρχεται από τη φράση δραπέτης οίνος>δραπέτι>δραπέτσι>τραπέτσι = ο οίνος που χάλασε.

Τετράφταλη (η) (<τετρα+φταλός<κύπτω) = χωρίς μυαλό, επιπόλαιη, άμυαλη.

Τετραπέρατη (η) (<τέτρα(<τέτταρα)+πέρας) = πολύ έξυπνη.

Τεφαρίκι (το) (τούρκ. tefarik)) = κάτι πολύ καλό, άριστο.
(Αυτό είναι τεφαρίκι πράμα).

Τζακοποδιά (η) ή το τζακόπανο = ένα πανί που κρεμούσαν μπροστά στο τζάκι για να μη βγαίνει ο καπνός.

Τζαναμπέτης, -α, -ικο (επίθ.) (<τούρκ. canabat) = ο ιδιότροπος, ο παράξενος.

Τζάρα (η) (<ιταλ. giara) = μεγάλο πήλινο αγγείο με συνεχόμενα κυκλικά ζ(ω)ουνάρια, που χρησίμευε ως αποθηκευτικός χώρος σε υγρά (λάδι, κρασί) και σε στερεά (δημητριακά). Στο εσωτερικό οι τζάρες ήταν αλειμμένες μ΄ ένα γυαλιστερό μείγμα από ειδικό χώμα, το πιπίνι, απαραίτητο για την καταλληλότητα των τροφίμων. Η περιοχή της Κορώνης (Βουνάρια) ήταν τόπος παραγωγής τέτοιων πήλινων αγγείων.

Τζάτζαλα (<μεσν. τζάτζαλον<ιταλ. cencio=κουρέλι) και μάτζαλα = τα μικροπράγματα. (Γιόμισ’ ο τόπος τζάτζαλα και μάτζαλα, σιγούρεψε κάμποσα.)

Τζεγνέμης (ο) (<τζε+γνώμη) = ο έχων δύσκολη γνώμη, ο ιδιότροπος, ο κακότροπος. (Αχ, μανώ μου, μου ΄τυχε τζεγνέμης άντρας.)

Τζερεμές (ο) (<τούρκ. cereme=πρόστιμο) = α) η οφειλή, η ζημιά.
(Πλήρωσα γερό τζερεμέ)
β) το βάρος. (Τον έχω τζερεμέ στη (μ)πλάτη μου)
γ) ο μπελάς. (Κακός τζερεμές με βρήκε.)

Τζίβα (η) (<σλαβ. tziva) (ως επιρρ. κατηγορούμενο) = το πολύ πυκνό ή το μπερδεμένο. (Το πανί είναι τζίβα ή τα μαλλιά μου γίνανε τζίβα από την αλουσιά).

Τζιέρι (το) (<τούρκ. ciger) = το κοκκινιστό συκώτι.

Τζιούμα (η) = το κεφάλι

Τζιούμας (ο) (<αλβ. tsume=πέτρινο γουδί, βλάχ. tsiuma=κεφάλι) = ο κεφάλας, ο ξεροκέφαλος, ο βραδύνους.

Τζιουτζιουνάκι, υποκορ.<τζιουτζιούνι<ζουζούνι = κάτι πολύ μικρό.

Τζιτζικώνω (ρ.) (ηχοποιητικό) = φωνάζω ή κλαίω δυνατά και με ψιλή φωνή σαν τα τζιτζίκια.  (Τζιτζίκωσε το παιδί, θα σκάσει απ’ το κλάμα.)

Τζιτζιλοφάης (ο) (<βεν. zentilomo=ευγενής+φάης) = αυτός που τρώει πολύ λίγο, ο μίζερος στο φαΐ. Λίγα λόγια για την ιστορία της λέξης. «Η λέξη συναντάται σε τεύχος του περιοδικού «Με του βοριά τα κύματα», όπου ο   Σκιαθίτης Χρῆστος Β. Χειμώνας, ὁμολογοῦσε ὅτι ἦταν «τζιτζιλόμ’ς». Καὶ ἐπειδὴ οἱ εὐγενεῖς ἔτρωγαν ἐκλεκτὰ φαγητά, ἡ λέξη κατέληξε νὰ σημαίνει τόν μίζερο, ἐκεῖνον ποὺ δὲν ἱκανοποιεῖται μὲ τὰ κοινὰ ἐδέσματα.» Νίκος Σαραντάκος, Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία.

Τζιτζίρια (τα) = τα τζιτζίκια

Τζιρίτι (το) (<τούρκ. ιππικό αγώνισμα) = τρέξιμο με ζώο.
(Κάνε ένα τζιρίτι στο άλογο.)

Τζιριτάου (ρ.) (αντιδάνειο<ιταλ. giro<λατ. gyrus<ελλν. γύρος) = κάνω τζιρίτια, τρέχω.

Τζιφός, -ή, -ό (επίθ.) = ο στυφός

Τηγανόψωμο (το) = τηγανισμένο χοντροπλασμένο τμήμα ζυμαριού. Συνοδεύεται με τυρί ή μέλι. (Είναι της μόδας και πάλι στα χρόνια μας.)

Τηγανίτες (οι) = τηγανισμένες κουταλιές παχύρευστου χυλού, μια απλοποιημένη μορφή λουκουμάδων, από νερό, αλεύρι και αλάτι. Εξακολουθεί και σήμερα να αποτελεί ένα πρόχειρο γλυκό πρωϊνό ή βραδυνό. Συνοδεύονται με μέλι ή πετιμέζι ή ζάχαρη.

Τήζουμαι (ρ.) (<αρχ. ελλ. τήκομαι) = λιώνω, μαραζώνω.
(Τήζουμαι και μαραζώνω και για σένα λιώνω), λαϊκό άσμα.

Τηράου (ρ.) (<αρχ. τηρώ=φυλάττω) = βλέπω. (Τι τηράς;)

Τίγκα (επίρρ.) (<ιταλ. tinga) = πολύ γεμάτο ή πολύ φουσκωμένο.
(Είναι τίγκα τα σακιά. / Ξημέρωσε κι απ΄το πρωί η εκκλησιά ΄ναι τίγκα…, Π. Γλυφός, «Ομορφιές και μορφές της Κορώνης».)

Τιλογός, τιλογιά, τιλογό (τονίζεται και στην προπ/ουσα) (ερωτημ. αντων.) = τι λογής, τι είδους. (Τι λογιά είσαι, συγυρίσου λιγούλι).

Τίποτες και τίποτις (αντων.) = τίποτα.

Τόκα (άκλιτο) (<ιταλ. toccare) = χαιρετισμός με χτύπημα παλάμης.
(Έλα να κάνουμε τόκα.)

Τόπι (το) (<τουρκ. top) = α) μπάλα (διπλωμένα κουρέλια σε σχήμα μπάλας), με την οποία έπαιζαν τα παιδιά. (Πάμε να παίξουμε τόπι.)
β) διπλωμένο υφαντό σε δίπλες. Τα υφαντά ρούχα ή τα στρωσίδια τα μετρούσαν με τις οργιές (όσο το άπλωμα των χεριών), τα δίπλωναν σε τόπια (τρούμπες) και τα φύλαγαν στο γιούκο.
3. ως επίρρημα = πάρα πολύ. (Θα σε κάνω τόπι στο ξύλο.)

(Ν)Τόπια (τα) = τόποι, .περιοχές. (Αχνάρι αχνάρι κυνηγούν οι κυνηγοί τα τόπια…), Π. Γλυφός, «Ομορφιές και μορφές της Κορώνης».

Τοσούλης, τοσούλα, τοσούλι και τοσουλάκης, τοσουλίτσα, τοσουλάκι (υποκορ. της αντων. τόσος, -η, -ο) = τόσο πολύ λίγος, -η, -ο.

Τότες και τότενε(ς) (επίρρ.) = τότε

Τουβαλίθι (το) (<ιταλ. tovagliuolo) = πάνινη πετσέτα κουζίνας, με την οποία δίπλωναν τα φαγώσιμα. Το τουβαλίθι ήταν υφαντό με καρό σχέδιο συνήθως άσπρο μπλε ή άσπρο κόκκινο. Ίσως κάποιοι να θυμούνται τον εαυτό τους με το τουβαλίθι στο χέρι να μεταφέρει το φαΐ στο χωράφι.

Τούβουλο (το) (<λατιν. tubulus)  = το τούβλο, μετφ. ο κουτός άνθρωπος.

Του λόγου σου (έκφραση) = εσύ.

Τουλούμι (το) (<τούρκ. tulum) = δερμάτινο ασκί. (Γιομίζουν τα τουλούμια τους και πάνε στις ταβέρνες…), Π. Γλυφός, «Ομορφιές και μορφές της Κορώνης».
Χρησιμοποιείται και σε εκφράσεις. όπως: βρέχει με το τουλούμι = βρέχει πολύ, τον έκανε τουλούμι στο ξύλο = τον τουλούμιασε = τον έδειρε πολύ.

Τουλουμοτύρι (το) = τυρί που το έβαζαν στο τουλούμι.

Τουλούπα (η) (<αρχ. ελλ. τολύπη) = άγνεθη τούφα μαλλιού, λιναριού, σπάρτου ή μπαμπακιού. (Έγνεσα μια τουλούπα αποσπερού.)

Τουλουπάνι (το) (<τουρκ. tulbent) = αραιό πανί για στράγγισμα.

Τούμπανο (το) (<τύμπανο, αρχ. ελλ.) (ως επιρρηματικό κατηγορούμενο) = α) το πρησμένο, το σκληρό. (Έγινε τούμπανο το ψωμί = παρακάηκε ή ξεράθηκε και σκλήρυνε
β)  ως κατάρα:  πεθαμένο. (Μπα τούμπανο να γένεις ποκορωμένο = να πεθάνεις.) Λεγόταν ιδίως στα ζώα, εάν έκαναν ζημιές.

Τουμπανιάζω (ρ.) = α) πρήζομαι. (Τουμπάνιασε το γκουργκούνι μου)
β) πεθαίνω. (Πάει, τουμπάνιασε η γίδα μας.)
γ) ως κατάρα. (Μπα που να τουμπανιάσεις πομπιεμένε!)

Τουμπί (το) (<μσν. τούμπα < λατ.tumpa <αρχ. ελλ. τύμβος) = μικρός λόφος.

Τούρκος, –α = α) πολύ κακός. (Αυτός έγινε Τούρκος (συνήθης έκφραση στο χωριό μας)=θύμωσε πολύ)
β) αυτό που παράγινε και παρακάηκε. (Έγινε τούρκος ο φούρνος = παρακάηκε.)

Τουρλί (το) (<λατ. trulla) = το ύψωμα. Είναι και τοπωνύμιο.

Τουρλάκι (το) = μικρός λόφος και τοπωνύμιο.

Τουρλίδα (η) = η υπερκινιτικότητα, η ανησυχία. Λεγόταν για κάποιον που δεν καθόταν ήσυχος. (Τουρλίδες έχει ο κώλος σου, κάτσε χάμου.)

Τουρλούκια (τα) = η πρόοδος, τα αποκτήματα.

Τουρλώνω (ρ.) (<μεσν. ελλ. τούρλα<τρούλος) = υψώνω, δίνω παραπάνω ύψος.
(Πολύ τον τούρλωσες το φούρνο = του έδωσες παραπάνω ύψος,
τουρλώνω τα πόδια (έκφραση) = τα σηκώνω ψηλά (κακή στάση).

Τουρνόκωλα (επίρρ.) = με υψωμένα πόδια, ανάποδα με τα πόδια πάνω.
(Έπεσε τουρνόκωλα!)

Τουρνόκωλη (η) = αυτή που έχει υψωμένα (τουρλωτά=πεταχτά και στρογγυλά) οπίσθια.

Τουρνοκωλιάστηκα (παθ. αόρ.) = έπεσα με τα πόδια επάνω.

Τούτζι (ίσως τούρκ.) = πολύ μεθυσμένος.

Τουτούνι (το) (<τούρκ. tutun) = το πολύ πυκνό και μαύρο σύννεφο, ο πολύς καπνός. (Έγινε ο ουρανός τουτούνι. / Τουτούνι βγαίνει ο καπινός).

Τουτούνιασε (αόρ.) = μαύρισε ή γέμισε καπνό.
(Τουτούνιασε το σπίτι από τη καπινιά).

Της Γονατιστής = η εορτή της Πεντηκοστής. Λέγεται έτσι , γιατί κατά τη λειτουργία του Μεγάλου Εσπερινού, που ακολουθεί εκείνη της Κυριακής της Πεντηκοστής, ο ιερέας και οι πιστοί γονατίζουν τρεις φορές.

Του Χριστού = τα Χριστούγεννα.

Τράβα (η) (<ιταλ. trave) = μεγάλο  και χοντρό οριζόντιο ξύλινο δοκάρι που χρησιμοποιείται ως στήριγμα στη σκεπή.

Τραβάου (ρ.) = προχωρώ. (Αξημέρωτα τράβηξε για το μύλο). Τράβα (προστακτική) = φύγε.

Τραγάνα (η) (<τραγανός<θ. τραγ-) = σκληρό πετρώδες κοκκινωπό χώμα.  Τοπωνύμιο λόγω του κόκκινου χώματος.

Τραΐ (το) (<αρχ. ελλ. τράγος) = το τραγί, ο τράγος.

Τραΐσιος, -ίσια, -ίσιο ή τράινος, -η, -ο (επίθ.) = ό,τι προέρχεται από τράγο. (Το σάισμα είναι τραΐσιο. / Τραΐσια μυρουδιά.)

Τραΐλα (η) = η τραγίλα, η μυρωδιά του τράγου.

Τράσιτο (το) (<τράστο, ρουμαν. traistί’i <βυζαντ. τάγιστρον.) = το μεγάλο σακί. Στη Δημητσάνα Γορτυνίας τράστο και τράσιτο λέγεται η πήρα του επαίτη, κατά Χριστόφορο Χαραλαμπίδη. Ως Αρκάδες οι περισσότεροι Βασιλιτσιώτες διατήρησαν και το αρκαδικό γλωσσικό ιδίωμά τους.

Τρατάρισμα (το) = το κέρασμα

Τρατάρω (ρ.) (<ιταλ. trattare) = κερνάω

Τράτο (το) (<ιταλ. tratto) = χρονικό διάστημα.
(Δό μου λίγο τράτο και θα στο φκιάσω).

Τρατσακλείδια (τα) = τα αδύνατα πόδια. (Τρέμουν τα τρατσακλείδια μου.)

Τραφοκοπάου (ρ.) (<τάφρος+κοπάω) = ανοίγω με το τσαπόνι ή την αξίνα τάφρο, γράνα, αυλάκι.

Τραχηλιά (η) = α) ξεχωριστός γιακάς πάνω από το φόρεμα
β) μια ξύλινη λαιμαριά τυλιγμένη με λινάτσα που τη φορούσαν στον τράχηλο του ζώου, μέσα από το το ζυγό για να μην πληγώνεται κατά το όργωμα.

Τρεμοκουκουρίζω (ρ.) (τρέμω+τουρτουρίζω<λατ. turtur) = κρυώνω

Τριβελάει ή τριβελίζει (ρ.) (<ιταλ. trivella, τριβέλι=τρυπάνι) = βασανίζει
(Με τριβελάει η κουβέντα του).

Τρίβολας (ο) (<αρχ. ελλ. τρίβολος=ο έχων τρία βέλη) = ο τρικέρατος, ο καταραμένος, ο Σατανάς. (Ούλοι οι τριβόλοι κι οι διαβόλοι πέσανε να με φάνε, μπα να τους βγει το μάτι.)

Τριβέλι (το) (<μεσν. τριβέλλι<ιταλ. trivella<λατ. terebellum) = α) το τρυπάνι β) ο αιχμηρός πόνος. (Με σφάζει ένα τριβέλι στο νεφρό)
γ) ή  έννοια. (Η ξενητειά είναι τριβέλι στη καρδιά μου.)

Τρίγκω (η) και τριγκω-λελέ = η άμυαλη, η επιπόλαιη.

Τριδόνα (η) (<αρχ. ελλ. τερηδών=σκουλήκι ξύλου) = σκουλήκι εντέρου, αιμορροΐδα, αλλά και ανησυχία. (Τριδόνες έχεις ξεπάντουλο;)

Τρικέρης (ο) (<αρχ. ελλ. τρία+κέρας) = ο τρικέρατος, ο καταραμένος, ο Σατανάς, ο κακότροπος.

Τριλείρης (ο), τριλείρω (η) = ο τρίλειρος, με τρία λειριά κόκκορας ή κότα.

Τρίμμα (το) (<τρίβω) = κομματάκι από κάτι που έχει τριφτεί, το θρυμματισμένο. Τρίμματα λέγαμε τα ψίχουλα. (Το ψωμί σου, γυναίκα, τρίβει, γιόμισε το τουβαλίθι τρίμματα).

Τριπίθαμος, -η, -ο (επίθ.) = πολύ κοντός.

Τριτσιμπίδω (η) (<τρι+τσιμπίδα) = η ζωηρή γυναίκα.

Τριφτάδια (τα) = είδος φτιαχτού ζυμαρικού, παρόμοιο με τον τραχανά.

Τριχιά (η) (<τρίχα<αρχ. ελλ. θριξ) = χοντρό σκοινί για να δένουν δεμάτια, ξύλα, φορτία, ζώα κ.λ.π.

Τριψιάνα (η) (<μεσν. τριψίδιον, υποκορ.<αρχ. ελλ. τρίψις) = ψωμί με αλάτι, λάδι, ξύδι και λίγο νερό.

Τροκανάς (ο), με υποτιμητική σημασία = άντρας ψηλός και βραδυκίνητος.

Τροκάνι (το) (ηχομιμητική λέξη, τροκ) = το κουδούνι που κρεμούν στο λαιμό των γιδοπροβάτων.

Τρούμπα (η) = ρολό υφαντού. (Ύφανα για τη δυχατέρα μου 10 τρούμπες ράσινα).

Τρούπα (η) (<αρχ. ελλ. τρύω=κατατρίβω) = η τρύπα

Τρούπια Πέτρα (η) = τοπωνύμιο.

Τρούπιος, -ια, -ο (επίθ.) = ο τρύπιος.

Τρουπώνω (ρ.) = κρύβομαι, χώνομαι σε κρυψώνα.

Τρυγητής (ο) (<τρυγώ) = ο Σεπτέμβρης.
(Του τρυγητή είναι σήμερις η οχτώ, κι η Παναγιά μας
γιορτάζει της τη γέννηση ’πο την Αγία Άννα…), Π. Γλυφός, «Ομορφιές και μορφές της Κορώνης».

Τρυγόκοφα (η) = η κόφα για τον τρύγο.

Τσάβαλα (τα) = τα λερωμένα ρούχα, τα παλιόρουχα.

Τσαβαλής (ο) = αυτός που εύκολα λερώνεται, ο απρόσεκτος, ο ασουλούπωτος.

Τσαγκλίζω ή ξαγκλίζω (ρ.) (<ξα, ξε, εξ + αγκύλη) = χτενίζω ανακατεμένα και μπερδεμένα μαλλιά, ξεμπερδεύω.

Τσάκα-τσάκα (επίρρ.) (<ιταλ. giacca) = γρήγορα

Τσακάου ή τσακίζω-ίζουμαι (ρ.) (ηχομημιτική, τσακ) = σπάζω, χτυπώ.
(Τσακάου τις λούρες. / Τσάκισα τα πόδια μου. / Τσακίστηκα =χτύπησα.)

Τσάκα (η) ή τσάκιση (η) = η δίπλωση του ρούχου κατά το σιδέρωμα (παντελονιού ή πουκάμισου). γενικά η γράμμωση κατά το δίπλωμα του ρούχου.

Τσακιστές ελιές = τρόπος παρασκευής βρώσιμης ελιάς. Τις χτυπούν και τις σπάζουν, τις τσακίζουν.

(Στα) Τσακίδια: έκφραση = χάσου, φύγε από μπροστά μου.

Τσακίζω -ουμαι (ρ.) (ηχοποιητικό από τον ήχο τσακ) = α) σπάω, χτυπώ πολύ. (Τσακίζω μια λούρα. /Τσάκισα το πόδι μου.) β) διώχνω. (Τον τσάκισα από το σπίτι μου, να μη ξαναφανεί.) Τσακίσου = φύγε γρήγορα, χάσου. 

Τσαλιμάκι (το) (<τσαλίμι+άκι<τούρκ. calim) = νάζι, χορευτική φιγούρα.
(Έλα, κάμε τα τσαλιμάκια σου, όπα!!!)

Τσαμαδός, ή, -ό (επίθ.) (<τουρκ. cama=θάμνος) = τόπος, έδαφος με πολλή χαμηλή βλάστηση, άγονος.

Τσαμπί (το) (<βεν. zambin) = ο μίσχος του σταφυλιού με ρώγες.

Τσαμπουνάου (ρ.) (<τσαμπούνα=λαϊκό όργανο) = φωνάζω ενοχλητικά.

Τσάμπουρο (το) (τσαμπί<βενετ. zambin+ουρά) = τσαμπί από σταφύλι.

Τσαμπουρολογάου (ρ.) = κόβω τσάμπουρα, τσαμπιά με σταφύλια.

Τσαντίλα (η) (<σλαβ. cedil) = α) αραιοϋφασμένο πανί για να στραγγίζουν κάτι υδαρές (γάλα, τυρί (τυροτσαντίλα), μυτζήθρα (μουτζηθροτσαντίλα), μούστο, θολόσταχτη κλπ),
β) τα μεγάλ χοντρά, αραιοϋφασμένα σακιά, που έβαζαν το χαμούρι από τις ελιές, για να τα στραγγίξει το λιθάρι. (Κι άλλος χαμούρι άφθονο να βάνει στις τσαντίλες…), Π. Γλυφός, «Ομορφιές και μορφές της Κορώνης».
γ) ο θυμός. (Ούλο τσαντίλα έναι.)

Τρυγόκοφα (η) = η κόφα για τον τρύγο.

Τσαντίλας (ο) = ο οξύθυμος, ο ευερέθιστος.

Τσάπα (η) και τσαπόνι (το) (<ίσως από αλβαν. ή ιταλ. zappa. Η λέξη είναι ινδοευρωπαϊκή και βρίσκεται σε πολλές γλώσσες) = σιδερένιο σκαφτικό εργαλείο με στειλιάρι.

Τσαπατσούλης, -α, -ικο (επίθ.) (<τουρκ.<capacul) = ο ατημέλητος, ο άτσαλος.

Τσαπερδόνα (η) (<σαπέρδιον, υβριστικό της εταίρας Φρύνης, κατά Ανδριώτη<αρχ. ελλ. σαπερδίς= είδος ψαριού) = η ζωηρή κοπέλα.

Τσαπί (το) = τοπωνύμιο δυτικά της Σέλιτσας.

Τσάπια (τα) (<τούρκ. cap) = χούια, ελαττώματα. (Πήρε τα τσάπια του παππούλη του!)

Τσατάλια (τα) (<τούρκ. catal=πιρούνι) = μυτερά και σκληρά ξύλα σαν πιρούνια.

Τσάτρα-πάτρα (επίρρ.) (μεσν. τσάταλα-πάταλα<σάταλα-πάταλα = όπως-όπως, άτσαλα.

Τσάτσα (η) (ίσως από την αναδίπλωση του μεσαιωνικού τσα=θεία (Κριαράς) ή κατά το Μπαμπινιώτη από το βουλγ. tsitsa (θεία – θείτσα) = η αδελφή. (Γυναίκα, αποσπερού θα πάμε στη τσάτσα μου, συφάμπελοι.)

Τσάχαλα (τα) (<ψάχαλον<αρχ. ελλ. ψυχίον) και τσάρφαλα = α) ψίχουλα, σκουπιδάκια, ξερά λιανοκλαδάκια, β) μετφ. τα αδύνατα άκρα.

Τσεμπέρα (η) (τούρκ. cember) = εσωτερικό κεφαλομάντηλο.
(Πάει η τσεμπέρα η μακριά, πάνε τα μαύρα ράσα…, / … ούλες με το τσεμπέρι τους, μη τις μαυρίσει ο γήλιος…), Π. Γλυφός, «Ομορφιές και μορφές της Κορώνης».

Τσέρα (η) (<λατ. cera=επιδερμίδα) = το πρόσωπο

Τσερβέλο (το) (<ιταλ. cervello) = το κεφάλι

Τσέρλα (η) (<τσιρλώ<αρχ. ελλ. τιλώ) = η διάρροια

Τσερλονέρι (το) = γλυφό νερό στο Τσαπί, που το πίναμε ως καθαρτικό.  Μετά τα σχολεία (λήξη σχ. έτους) πηγαίναμε οικογενειακώς (ως εκδρομή) να πιούμε όλη η οικογένεια για «να καθαρίσουν τα άντερά μας», όπως μας έλεγαν.

Τσιάγκρα (η) (μεσν.) = είδος κυνηγετικού όπλου.

Τσιαΐρι (το) (<τούρκ. cayir) = σπαρτοί καρποί ως πρασινάδα για τροφή ζώων (συνήθως έσπερναν βρώμη ή κριθάρι).

Τσιακουμάκι (το) (<τούρκ. cakmak) = ο αναπτήρας

Τσιαλαβουτάου (ρ.) (<άτσαλα+βουτάω) = α) πλατσιουρίζω στις λάσπες
β) αρπάζω και χτυπώ επιπόλαια.

Τσιαλαματάου (ρ.) = (<άτσαλα+ομιλώ) = μιλάω άτσαλα, χωρίς ειρμό.

Τσιλοπατάου (ρ.) (<άτσαλα+πατώ) = πατάω κάτι επίτηδες και άτσαλα.

Τσιαμπράζια (τα) (<τούρκ. capraz) = σειρές με ασημένια κοσμήματα πάνω στο γιλέκο. (Κίτσο μου, πού είναι τ΄ άρματα, τα έρημα τσιαπράζια…), Αντ. Γαϊτάνης «Λαογραφικά και άλλα Βασιλιτσίου Μεσσηνίας».

Τσιάμπα (επίρρ.) (<τούρκ. tsaba) = χωρίς χρήματα.

Τσιάμπα-γιάκα (επίρρ.) = τα πάνε τσιάμπα-γιάκα = φιλονικούν, τσακώνονται.

Τσιαουνάου (ρ.) (ηχοποιητικό) = γκρινιάζω

Τσιαπατσούλης, -α, -ικο (επίθ.) (<τούρκ. capacul) = ο άτσαλος

Τσιαπέλα (η) (<ιταλ. zapella) = λιαστά σύκα.

Τσιαρπάλα (η) = ξύλινο εξάρτημα παγίδας για πουλιά σε σχήμα 1.

Τσιατουμάς (ο) (<τούρκ. catuma) = εσωτερικός (συνήθως) τοίχος που στηρίζεται σε κάθετα ξύλινα δοκάρια, χτίζεται με οριζόντια καλάμια (καλαμωτή) και γεμίζεται με σοβά.

Τσιάφι (το) (αλβαν.) = ο πρωινός πάγος. (Ο κάμπος πάχνιασε από το τσιάφι).

Τσιγαρίδα (η) = το χοιρινό κρέας που τσιγαρίζεται για να γίνει παστό.

Τσιγαρίζω (ρ.) (<βεν. cigar) = περνάω από το τηγάνι το φαγητό (παράγωγα: το τσιγάρισμα, το τσιγαριστό φαΐ), μεταφορικά βασανίζω κάποιον με αντίστοιχη συμπεριφορά.

Τσιγαρολόγος (ο) = η τσιγαροθήκη, το τασάκι.

Τσίγδαλο (το) (<τούρκ. cagalo) = το αμύγδαλο που έχει γάλα, το πράσινο, το άγουρο.

Τσιγκλάου (ρ.) (<τσίγκλα=σιδερένιος πήχης που τεντώνει το υφαντό στον αργαλειό) = τσιμπώ, κεντρίζω το ζώο, πειράζω κάποιον.

Τσιεκουρίτσα (η) (υποκορ.<η τσιεκούρα, το τσιεκούρι) = γεωργικό εργαλείο κοπής δέντρων.

Τσιέπερτος, -η, -ο (επίθ.) = αυτός που έχει τσιέπια, ο ιδιότροπος. Έτσι έλεγαν τα ζωντανά τους, όταν έκαναν ζημιές. (Ρε τσιέπερτε, καταραμένε!)

Τσιέπι (το) (σλαβ.) = το κέρατο, μτφ. η ιδιοτροπία.

Τσιερεπετίνι (το) = το τσουλούφι, αχτένιστη τούφα μαλλιών.

Τσιέρπετος, -η, -ο (επίθ.) (<σέρπετος) = αυτός που ελίσσεται, ο έξυπνος, ο καπάτσος.

Τσικ-τσικ (ηχομιμητικό) = ψιλοκομμένα σε κύβους τηγανιτά (πατάτες, κολοκυθάκια, μελιτζάνες) με ντομάτα σάλτσα και αυγά. Απ’ τα ωραιότερα καλοκαιρινά φαγητά, βασιλιτσιώτικη σπεσιαλιτέ!!!

Τσίλι (το) (τουρκ. cil) = το μικρόσωμο και με μικρά αυτιά γιοργατζίδικο άλογο.

Τσίλικη φοράδα = μικροκαμωμένη και γρήγορη φοράδα.
(…Μια παπαδιά αλώνιζε με τσίλικη φοράδα…),
Αντ. Γαϊτάνης «Λαογραφικά και άλλα Βασιλιτσίου Μεσσηνίας».

Τσιλιμ(π)ίθρα (η) (τούρκ. celeml) = ο πολύ αδύνατος.

Τσιλιπουρδάου (ρ.) (<σιληπορδώ<Σιληνός+πορδή) = πετάω από δω και από κει, ερωτοτροπώ. Κυριολεκτείται στα μικρά πουλιά, όταν πρωτοπερπατούν.

Τσιμπάου (ρ.) (<τσιμπίζω<εμπίζω<αρχ. ελλ. εμπίς) = τρυπάω με τα δάχτυλα ή με κάτι αιχμηρό.

Τσίμπλα (η) (<αρχ. ελλ. σιπλή) = η βλέννα των ματιών.

Τσιμπλιάζω (ρ.) = εκκρίνουν τα μάτια μου τσίμπλες.

Τσιμπλής, ού, ιάρικο (επίθ.) = αυτός που έχει τσίμπλες.

Τσιμπουκλείδαρα (τα) = α) δύο μικρά ξυλάκια που τοποθετούνται στην πλάκα (παγίδα) για να πιαστούν πουλιά, συνήθως τσίχλες και τσιπουργιάνοι
β) τα πολύ αδύνατα πόδια ή χέρια, ο πολύ αδύνατος άνθρωπος.

Τσινάου (ρ.) (μεσν. τσινώ<τινώ<τινάζω<αρχ. ελλ. τινάσσω = κλωτσώ, θυμώνω.
 (Τσινάει το ζώο. / Κι αν τσινήξεις και βροντήξεις, ούλες θε να τις τσακίσεις), Αντ. Γαϊτάνης «Λαογραφικά και άλλα Βασιλιτσίου Μεσσηνίας».

Τσίνουρο (το) (μεσν. τσινάριν <αρχ. κύναρος=αγκάθι) = το βλέφαρο

Τσιοκάρα (η) <βεν. zogàr) = παιδικό παιχνίδι.

Τσιόπελας (ο), η τσιοπέλα = ο Κορωναίος, -α, ο αστός, η αστή.

Τσιότρα (η) = ξύλινο δοχείο για κρασί. Αξιοσημείωτη είναι η προέλευση της λέξης<τουρκ. cotra, cotura<ιταλ. ciotola<σύμφυρ. λατ. cyathus<αρχ. ελλ. κύαθος+ λατ. cotyla<αρχ. ελλ. κοτύλη).

Τσιουγκανάου (ρ.) (<τσιουγκάνι=κουδούνι) = χτυπάω ελαφρά κάτι μεταλλικό και ακούγεται αντίστοιχος ήχος.

Τσιο(υ)κάνι (το) (σλάβ.<ελλ. τυκάνι) = το μικρό τροκάνι.

Τσιούκου-τσιούκου (ηχομ) = σιγά-σιγά.

Τσιουμπλέκια (τα) (<τούρκ. comlek=γάστρα) =τα παλιά πήλινα κουζινικά σκεύη.

Τσιουρούνι (το) (με αντιμετάθεση από το τσίνορο;<αρχ. κύναρος) = το αγκάθι.

Τσιουτσιουμίδα (η) = η κίτρινη μαργαρίτα. Έτσι λέγεται και στην Κέρκυρα.

Τσιουτσιουρίζω (ρ.) = χτυπάω κάποιον με κάτι που προκαλεί οξύ πόνο (με βέργα ή και χαστούκι), αλλά λέγεται και στο πολύ κρύο (Mας τσιουτσιούρισε το κρύο).

Τσίπουρα (τα) (<τούρκ.<cibre) = τα στυμμένα σταφύλια.

Τσιπουργιάννης (ο) = πουλί, μτφ. ο πολύ αδύνατος.

Τσίτι (το) (<τουρκ. cit) = φτηνό λεπτό βαμβακερό ύφασμα για ρούχα ένδυσης.

Τσίτσα (η) (σλαβ. tsitsa) = ξύλινο δοχείο για κρασί.

Τσιτσί (το) (ιταλ. ciccia<αρχ. ελλ. τιτθός=μαστός) = το κρέας

Τσιτσίδι (επίρρ.) = χωρίς ρούχα, εντελώς γυμνά.

Τσίτσιδος (<τσι-τσι) και τσιούτσιουμπλος = ολόγυμνος

Τσιτσίρα (η) = η ανέχεια, η δυσκολία. (Περάμε πολλές τσιτσίρες εκείνα τα χρόνια.)

Τσιτσιράου-τσιτσιριέμαι ή τσιτσιρίζω-ουμαι (ρ.) (ηχομιμητικό) = δυσκολεύω-ομαι, βασανίζω-ομαι.

Τσιτσιμ’ λέλε (λέλε, γαλλ.) = η ελαφρόμυαλη

Τσιφί (το) (<τουρκ. civi) = ο σύρτης

Τσιφιλιά (η) = σιδερένιο χειροκίνητο πιεστήριο που στύβει τα τσίπουρα.

Τσιφ(ι)λίζω (ρ.) = στύβω τα τσίπουρα στη τσιφιλιά.

Τσιφούτης (ο) (<τουρκ. cifit) = ο τσιγκούνης

Τσ(ι)όλι (το) (τούρκ. cul) = το κουρέλι, αλλά και το κιλίμι.

Τσουβάλι (το) (<τούρκ. cuval) = το σακί.

Τσούγδω (η) (<τσουγδίζω=καψαλίζω με τα λόγια, ηχοποιητική τσ, τσ) = ετοιμόλογη και ικανή κοπέλα.

Τσουκάλι (το) (μεσν.<ιταλ. zucca) = πήλινο αγγείο για μαγείρεμα.
(Βράζει το τσουκάλι, τι φαΐ θα βγάλει, κανείς δε ξέρει), παροιμία.

Τσουκαλίζω (ρ.) = μαγειρεύω στο τσουκάλι. (Η μάνα τσουκάλιζε τη φασουλάδα.)

Τσουκουνίδα (η) (<μεσν. ελλ. τσουκνίδα<ακανθοκνίδη<αρχ. ελλ. άκανθα+κνίδη) = η τσουκνίδα

Τσούκι (το) (<tsúki, βλάχικη,αρουμουνική) = παλούκι, ξύλο απελέκητο, μετφ. ο κουτός, ο αγράμματος.

Τσουκανίζω (ρ.) (μεσν.<αρχ. ελλ. τυκάνιον=σφυρί) = χτυπώ

Τσουκλώνω (ρ.) (<με τσιτακισμό από το κυκλώνω) = περικυκλώνω και εμποδίζω, στριμώχνω.

Τσούλα (η) (<ιταλ. ciulla) = η ανήθικη γυναίκα.

Τσουλαφιάζουμαι (ρ.) (<στυλώνω+αυ(φ)τί) = στήνω αυτί, υποπτεύομαι.

Τσουλούφι (το) (<τούρκ. zuluf) = άτακτη τούφα μαλλιών.

Τσουμπλέκια (τα) (τουρκ.) =  τα μικροαντικείμενα

Τσουπώνω (ρ) (ίσως από το στουπί) = α) ταΐζω πολύ. (Μη το τσουπώνεις άλλο το παιδί)
β) πιέζω. (Τσούπωνε καλά τα σακιά, όχι να μετράμε σακιά και να είναι κοντόγιομα, τσούπωστα καλά.)

Τσουπωτός, -ή, -ό (επίθ.) (αλβ.<τσούπ(ρ)α=κορίτσι κατά το Λεξ. της κοινής νεοελ.) = πυκνός, καλά γεμάτος (τσουπωτά σταφύλια, τσουπωτή κοπελιά). Ωστόσο σημασιολογικά φαίνεται να προέρχεται με αντιμετάθεση από το τσουπώνω<στουπώνω<στουπί.

Τσουράπι (το) (<τούρκ. corap) = η κάλτσα

Τσουράπω (η) (τούρκ.) = η ζωηρή και καπάτσα γυναίκα.

Τσουρούνι (το ) (<με αντιμετάθεση από το ρουτσούνι (ιταλ.)=προεξοχή από όπου έτρεχε νερό) = το αγκάθι, κάτι μυτερό.

Τσουρουφλίζω ή τσουλουφρίζω (ρ.) (κατά Ανδριώτη και Μπαμπινώτη με συμφυρμό από τσουρώνω+τσουφλίζω) = καίω επιφανειακά. Τσουλουφρίστηκαν τα μαλλιά μου. Το λέμε εάν πιάσουν φωτιά τα μαλλιά μας από κερί ή εάν μας πάρει η λαύρα της φωτιάς.

Τσουτσούνα ή τσουτσούνι (<τσουνί<αρχ. ελλ. κυνίον) = το αντρικό μόριο στα μπεμπεκίστικα.

Τσ(ι)ουτσουρίζει, τσιουτσιούρισε (ρ.) = πονάει διαπεραστικά. Λεγόταν α) όταν μας χτυπούσαν με το χάρακα ή τη λούρα. (Με τσιουτσιούρισε ο πόνος.)
β) όταν έκανε κρύο. (Με τσιουτσιούρισε το κρύο.)

Τσουτσουρώνω (ρ.) = σηκώνω τ’ αυτιά, ανατριχιάζω, προσέχω, ανησυχώ, αγριεύω.

Τυλιγάδι (το) (<τυλίγω) = σύνεργο υφαντικής.

Τυλώνω (ρ.) (<τυλώ<αρχ. ελλ. τύλος) = γεμίζω πάρα πολύ, χορταίνω.
(Τη τύλωσα = χόρτασα καλά).

Τυροκαμάου (ρ.) (<τυρός+κομέω) = πήζω τυρί.

Τυροκομιό (το), τυροκομιά (η) = η διαδικασία της πήξης του τυριού και της μυτζήθρας.

Τώρανε (επίρρ.) = τώρα

 

 

Αναζήτηση αλφαβητικά

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ

Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω