Όλες οι λέξεις στο ‘Μ’

Μαγάρα (η) = ακαθαρσία, λέρα, βρισιά συνήθως σε ζώα.

Mαγαρίζω (ρ.) (<αρχ. ελλ. μεγαρίζω=λατρεύω σε μέγαρα-σπήλαια τη θεά Δήμητρα (π.χ. το μέγαρον της Δήμητρας στο Λύκαιον όρος) = λερώνω, μολύνω. Τη μειωτική σημασία την απέκτησε μετά την εξάπλωση του χριστιανισμού, όπου εθνικοί έτρωγαν (άρα μαγάριζαν) τις νηστείες των χριστιανών. (Με μαγάρισες με το μεζέ που μου ΄δωκες! / Με μαγάρισε η ποκορωμένη  με τις βρομιές της.)
Μαγαρισμένος, -η. -ο (μετχ.) = ο ακάθαρτος, ο διεφθαρμένος άνθρωπος.

Μαγαρισιά (η) = η βρομιά, η λέρα.

Μαγέρεμα (το) = α) το μαγείρεμα. (Έχω μαγέρεμα.)
β) το περβολομαγέρεμα = λαδερό φαγητό από το περιβόλι, ό,τι παράγεται από αυτό.

Μαγεριά (η) = ποσότητα τροφίμου ίση με το μαγείρεμα για τον αριθμό των ατόμων μιας οικογένειας.

Μαγέρικο (το) = το εστιατόριο

Μαγερ(ε)ιό (το) (<ελληνστ. μαγειρείον) = η κουζίνα του παλιού σπιτιού με τη γωνιά-παραγώνι, συχνά και τον  φούρνο στον τοίχο της μιας πλευράς της γωνιάς, και βασικά έπιπλα την πιατοθήκη καρφωμένη στον τοίχο και τον σοφρά με τα σκαμνιά.

Μαγερεύω (ρ.) = μαγειρεύω

Μαγερευτό (ρημ. επίθ.) φαΐ = φαγητό στην κατσαρόλα.

Μάγκανα (τα) = οι καυγάδες

Μαγκάνι (το)(<ιταλ. mangano) =  χειροκίνητος μηχανισμός άντλησης νερού από το πηγάδι.

Μαγκανοπήγαδο (το) = α) το πηγάδι που είχε μαγκάνι
β) μετφ. ο αγώνας της ζωής. (Άρχισε πάλι το μαγκανοπήγαδο της ζωής.)

Μαγκλαράς (ο) (<μέγκλος<αρχ. ελλ. μύκλος=λάγνος) = ο ψηλός και άχαρος άντρας, ο μαντράχαλος.

Μαγκούρα (η) (<τουρκ. mangur) = το μπαστούνι. Τις μαγκούρες τις κατασκεύαζαν οι άντρες από ένα γερό κλαδί ελιάς ή αγριελιάς, μ’ ένα μικρό κύρτωμα στο επάνω μέρος για να στηρίζονται, αλλά και να πιάνουν τα κατσίκια.

Μαγκούφης, -α, -ικο (επίθ.) (<τουρκ. vakif) = έρημος, μόνος, χωρίς οικογένεια, κακομοίρης. (Ένας μαγκούφης έναι στη ζωή του, έρμος και μοναχός.)

Μαγουλάδες (οι) = η παρωτίτιδα, παιδική ασθένεια.

Μαθές (μόριο) (<μαθών<μαθαίνω ή άμα+θες) = λοιπόν, φυσικά, δηλαδή, βεβαίως. (Τι κάνεις, μαθές, νυφούλα μου;)

Μαθός (ο) (<μετχ. παθ. αορ. μαθείς) = αυτός που έμαθε. (Ο παθός μαθός.)

Μαζωξιά (η) (<αόρ. μάζωξα) = μια συγκεκριμένη ποσότητα.
(Βρήκα μια μαζωξιά λάχανα, λαδάκια και τζιοχούς.)

Μάια (τα) ή Μαϊλίκια (τα) = τα μάγια, τα ξόρκια.

Μάηδε ή μάδε  (διαζευκτ. σύνδ.) (<αρχ. ελλ. μήτε ή ούτε δε) = μήτε,  ούτε (…μάηδε ο ήλιος με μάρανε, μάηδε η απόσκια…) – Αντ. Γαϊτάνης, «Λαογραφικά και άλλα Βασιλιτσίου Μεσσηνίας».

Μάηδο (το) (ίσως έχει την ίδια ετυμ. προέλευση με το μάηδε) = το άτομο με το οποίο διακόπτουμε σχέσεις. (Είμαι μάηδο με τη Νίτσα, δε μιλιόμαστε.)

Μαϊστράλι (το) (<βενετ. maistro) = ΒΔ άνεμος, ελαφρύς μαΐστρος.

Μάκα (η) (<ιταλ. macca) = η βρομιά, η ακαθαρσία.

Μακαρούνια (τα) = α) τα μακαρόνια. (Να φας φκιαχτά μακαρούνια από τη μάνα μου και να γλείφεις και τα δάχτυλά σου!)
β) η λίγδα του σώματος όταν βγαίνει σε λεπτά ινίδια. (Τρίφτηκα με την αλαφρόπετρα κι έβγαλα μακαρούνια τη σκόρτσα.)

Μάκενα (η) (<ιταλ. macchina<αρχ. ελλ. μαχανά<μηχανή) = η δριμωνιστική μηχανή, κατάλληλη για το λίχνισμα (=καθάρισμα) της σταφίδας.

Μάκρος (το) <αρχ. ελλ. μακρός<μήκος) = το μήκος

Μακρυνάρι (το) = μακρόστενο αντικείμενο, με πολύ μεγαλύτερο μήκος απ’ ό,τι πλάτος. (Έχει ΄να σπίτι ΄να μακρυνάρι, από το (μ)πάνου δρόμο φτάνει στον απουκάτου.)

Μακρυπούλιας (ο) = αγόρι ψηλό με μακριά πόδια.

Μαλαγάνας (ο) (<ισπ. malagana) = ο καταφερτζής, ο άνθρωπος που με κολακείες και πονηριές προσπαθεί να πετύχει τον σκοπό του.

Μαλάνθρακας (ο) = ο καλόγερος, σπυρί που οφείλεται σε σταφυλόκκοκο.

Μαλίνα (η) (<ιταλ. malignare) = ο φόβος. (Μ΄έπιασε μαλίνα = φοβήθηκα πολύ. / … αλλά και πεισματάρικα επέρασε ποτάμια
πούναι μαλίνα να σκεφτή κανείς τα θύματά τους…, Π. Γλυφός, Ομορφιές και μορφές της Κορώνης».)

Μαλινάρισα (<αόρ. του ρ. μαλινάρω) = φοβήθηκα. (Άει να χαθείς, βλοημένο, με μαλινάρισες=με έσκιαξες).

Μαλλιοβράσι (το) (<μαλλιοβράση<μάλε-βράσε<βάλε-βράσε κατά λεξ. Ανδριώτη) = μεγάλος καυγάς, φασαρία. (Έγινε το μαλλιοβράσι.)

Μαλλιοκέφαλα (τα) = πάρα πολλά. Χρησιμοποιείται στη φράση: χρωστάου τα μαλλιοκέφαλά μου = χρωστάω πάρα πολλά, όσα τα μαλλιά της κεφαλής μου.

Μαλάτσα (η) (<ιταλ. maluzzo) = άπνοια με ζέστη και υγρασία. (Έχει μαλάτσα απόψε, είναι βραδιά για καλαμάρια.)

Μάμα (η) = ο πρόλοβος των πουλιών κοντά στον οισοφάγο, όπου εκεί η τροφή παραμένει για λίγο και μετά πάει στο στομάχι. Είναι ωραίος μεζές.

Μάμαλο (το) (ίσως από ιταλ. mammona<αραμ. mamona) = το χρήμα

Μαμούλα (η) (ίσως σερβική) = το φάντασμα

Μαμούρα (η) (<ιταλ. μαμούρι=μικρός υπηρέτης για αγγαρείες) = η υπηρέτρια, η γυναίκα που δεν έχει «ψήφο», η ανυπόληπτη γυναίκα. Χρησιμοποιείται και ως βρισιά, η παλιομαμούρα.

 Μανά (η) ή μάνα = η μάνα

Μάνα (η) = α) μεγάλο ποτιστικό αυλάκι. (Άνοιξε τη μάνα να ‘ρθει το νερό.)
β) η πηγή του νερού. (Το χειμώνα το χωριό παίρνει νερό μόνο από τη μάνα.)
γ) ο αρχηγός μιας ομάδας. (Κάνε τη μάνα.)

Μανάρι (το) (<αμνάριον<υστερολατ. man karios,  λεξικ. Μπαμπινιώτη) = το μικρό αρνάκι, που προορίζεται για σφαγή.

Μαναστήρι (το) (<μονή<μένω) = μοναστήρι,  «η μονή της Χρυσοκελλαριάς».  Και  η γύρω περιοχή της μονής λέγεται Μαναστήρι.

Μαναστηριακά (τα) = τα κτήματα που ανήκαν στο μοναστήρι (της Χρυσοκελλαριάς), μεταφορικά τα εγκαταλελειμμένα κτήματα, τα έρημα.

Μανέστρα (η) (<βεν. manestra) = α) είδος σούπας με ζυμαρικό αυγολέμονο (Μου ΄πηξε η μανέστρα.)
β) μετφ. ως επίρρημα = ανάκατα, σαλατοποιημένα. (Γίνανε ούλα μανέστρα.)
γ) ακύρωση. (Του χάλασε τη μανέστρα.)

Μάνι-μάνι (επίρρ.) (<ιταλ. mano) = πολύ γρήγορα, βιάσου.

Μανιαμούνιας (ο) = χαζοβιόλης, τεμπελάκος, κουτσομπόλης, ανυπόληπτος άνθρωπος.

Μανιάρα ή μανιαρίτσα (η) = μεγάλο κλαδευτήρι, κατάλληλο για κλάδεμα ή κοπή δέντρων.

Μανίζω ή μανιώνω (ρ.) <αόρ. εμάνησα <αρχ. ελλ. μαίνομαι) = θυμώνω, γεμίζω μανία, εξαγριώνομαι.

Μαντάρα (η) (<τουρκ. madara) = η αναστάτωση, το μπέρδεμα,
ως επίρρημα = άνω κάτω. (Τα έκαμες μαντάρα.)

Μάνταλος (ο) (<μεσν. μάνδαλον) = ο σύρτης της πόρτας. (Βάλ’ το μάνταλο στη (μ)πόρτα.)

Μανταλώνω (ρ.) = σφραγίζω, κλειδαμπαρώνω.

Μαντάτο (<ιταλ. mantare) = είδηση, φήμη που διαδόθηκε σ’ όλο το χωριό.

Μαντράχαλος (ο) (<μάντρα+χαλί=διχαλωτό ξύλο στις μάντρες για να κρεμάνε το τυρί) = ο ψηλός, ο γεροδεμένος αλλά άχαρος.

Μανώ (η) =  η μάνα. (Καλησπέρα μανώ μου, τι κάνουτε;)

Μάπα (η) (<λατ. mappa,<βυζ. μάππα=μαντίλι που κράταγαν οι ύπατοι για την έναρξη ιπποδρομιών) = α) λάχανο. (Έκοψα μια μάπα από το (γ)κήπο για να φκιάσω ταχιά γιαπράκια.)
β) φάτσα (ειρωνικά). (Τήρα τη μάπα σου και μη λες γι’ άλλους.)

Μαραγκιασμένος ή μαραγκουλιασμένος (μετχ. ελλν. μαραγγιάω) =  μαραμένος, ζαρωμένος. (Τα μαρούλια είναι μαραγκουλιασμένα. /Μαραγκουλιάσανε τα λουλούδια.)

Μαράζι (το) (<τουρκ. maraz) = μεγάλη στενοχώρια.

Μαραφέτι (το) (<τουρκ. marifet) = μικρό εργαλείο.

Μαραφουλιάζω (ρ.) = ανακατεύω, ψάχνω. (Μαραφούλιασε ούλα τα πράματα, αλλά τίποτα δε βρήκε.)

Μαργελώνω (ρ.) (<μάργελλον<λατ. margella) = ρελιάζω τις μπαντανίες γύρω γύρω, πλέκω με το βελονάκι μικρή δαντέλα γύρω-γύρω από το κέντημα.

Μαριόλα (η) (<βενετ. mariolo) = ναζιάρα, παιχνιδιάρα, πονηρή, πανούργα.

Μαριολεμένα (<μαριόλα) = μαριόλικα, ναζιάρικα. (Μάτια μου μαριολεμένα, πώς περνάς στη ξενητειά;)

Μαρκαλιέται (ρ.) (για θηλυκά ζώα) = θέλει ζευγάρωμα. (Η γίδα μαρκαλιέται, να τη (μ)πας στο (ν)τράγο.) Μαρκαλίστηκε η γίδα = γκαστρώθηκε.

Μαρκάλισμα (το) ή Μάρκαλος (ο)(<αλβ. markal) = η ερωτική επιθυμία και το ζευγάρωμα των ζώων.

Μαρμάρα (η) ή μαρμάρω = η στείρα. Αναφέρεται σε στέρφα θηλυκά ζώα και σε γυναίκα.

Μάρτης (ο) = πλεχτό βραχιολάκι με κόκκινη και άσπρη κλωστή στριμμένη, που το φοράνε μικροί και μεγάλοι, κυρίως τα παιδιά, την πρώτη Μαρτίου και το καίνε με τη φλόγα της πασχαλινής λαμπάδας.

Μαρτίνια (τα) (<ομηρ. ομορταίνω=συντροφεύω, ακολουθώ) = τα πρόβατα και γενικότερα τα οικόσιτα αιγοπρόβατα.

Μαρτσέλης (ο) (ιταλ. ) = ο απρόσεκτος, ο ασουλούπωτος, ο ατημέλητος.

Μάσα (η) (<μασώ) = το φαγητό

Μασιά (η) (<μεσν. μάσιον<τούρκ. masa) = η τσιμπίδα της φωτιάς.

Μασκαρέτες (οι) = γυναικεία παπούτσια με προκαδούρες.

Μαστάρι (το) (<ελλην. κοινή μαστάριον<μαστός) = ο μαστός των ζώων, μειωτικά ο μεγάλος και πεσμένος μαστός των γυναικών.

Μαστέλο (το) (<ιταλ. mastello) = ξύλινο δοχείο μέτρησης λαδιού, σιταριού.

Μαστραπάς (ο) (<τούρκ. masrapa<ar. mashtaba) = κανάτι γυάλινο ή πήλινο ή χάλκινο για νερό ή κρασί με πλατύ και μυτερό στόμιο. (Το μαστραπά τον έσπασες κρασί τι μου γυρεύεις; παροιμία. / Να ΄χα νεράτζι να ΄ριχνα στο πέρα παρεθύρι, να τσάκιζα το μαστραπά, πούχει το μόσχο μέσα.., δημ. τραγούδι.)

Ματαβρήκα (ρ. αόρ.) (<μετά+βρίσκω) = άλλαξα γνώμη, άποψη.

Ματζακάνια (τα ) (<ιταλ. mazzata) = α) σύνεργα για να πιάνουν ορτίκια τη νύχτα
β) πράγματα σπιτιού
γ) τα χρειαζούμενα, τα απαραίτητα.

Μάτζαλα–σάτζαλα (δες και σάτζαλα–μάτζαλα) = πολλά πολλά μικροπράγματα.

Ματζαρία (η) (<ιταλ. mantziarino) = το  φαγητό, η μάσα.

Ματζούνι (το) (<τουρκ. macun) = πρακτικό γιατρικό. (Τα ματζούνια της θεια-Κωσταντινιάς γιατρέψανε πολύ κόσμο.)

Μάτι (το) = α) φουσκωμένο σημείο πάνω στον βλαστό ή στον κορμό, όπου θα βγει νέος βλαστός, φύλλο  ή μπουμπούκι
β) το μάτιασμα, η βασκανία. (Με πιάνει το μάτι.)

Ματραγκούνα (η) = το πολύ κρύο.

Ματσιουλάω (ρ.) (<ιταλ. maciullare) = α) μασουλάω, αναχαράζω.

Ματσέτο (το) ή μάτσο (<ιταλ. mazzetto) = η ανθοδέσμη, μια αγκαλιά, ένα δεμάτι. (Έκοψα ένα μάτσο βιόλες. / …και φέρτε τα ματζέτα σας, τα μοσκοβολημένα…, Π. Γλυφός, «Ομορφιές και μορφές της Κορώνης».)

Ματσάκι (το) = η μικρή ανθοδέσμη. (Φέρε μου ένα ματσάκι δυάσμο.)

Ματσούκι (το) (μεσν. ματσούκι(ον), υποκορ. του ματσούκα<παλ. ιταλ. και βεν. mazzoca) = α) μεγάλο και χοντρό ραβδί
β) συνεκδοχικά το ξύλο. (Θα φας ‘να ματσούκι, να μάθεις!)

Μαυροτσούκαλος, -η, -ο (επίθ.) (μαύρο+τσουκάλι) = πολύ μελαχρινός.

Μαχαλάς (ο) (<τούρκ. mahalle) = η συνοικία

Μαχμουρλής (επίθ.) (<τούρκ. mahmurlu) = αγουροξυπνημένος, άκεφος.

Μαχόσηκος (επίθ.) (<μάχη+σηκώνω) = αυτός που αγωνίζεται να σταθεί στα πόδια του, ο αρρωστιάρης. (Μου δώκατε άντρα μαχόσηκο, μανά μ’.)

ΜεγαλοΤετράδη (η) = η Μεγάλη Τετάρτη.

ΜεγαλοΠέφτη (η) = η Μεγάλη Πέμπτη.

Μεγαλούδα (η) = το σκίσιμο στο δέρμα πίσω από τα δάχτυλα του ποδιού από μύκητες. (- Με πονεί η μεγαλούδα μου! – Δεν έχει τίποτα, μεγαλώνει το δάχτυλό σου!)

Μεινέσκω (ρ.) (<αόρ. έμεινα) = μένω.  (-Πού μεινέσκεις; / …Μες το παζάρι μας ευθύς τα δίνει, δε μεινέσκει τίποτα μες το κοφίνι…, Π. Γλυφός, «Ομορφιές και μορφές της Κορώνης».)

Μελεούνι (το) και μιλιούνι (<λατ. mille=χίλια) = πάρα πολλά, χιλιάδες. (Βρήκα στο ψωμί μελεούνι τις πορδάλες, μάνα!)

Μελετάω (ρ.) κάποιον = ομιλώ γι’  αυτόν. (Καλώστονε και ό,τι σε μελετάγαμε!)

Μελεύει (ρ.) = υπάρχει. Ίσως ετυμολογικά να έχει σχέση με το μόλογος, μολογιέται, ομολογείται. (Δε μελεύει ψυχή, δε μολογιέται άντρωπος.)

Μελίγγι (το) ή μηνίγγι (<αρχ. ελλ. μήνιξ) = ο κρόταφος

Μελιγκόνι (το) (<μεσν. μελίτακας<αλβαν. millingonē-a) = το μυρμήγκι.

Μελίστρα (η) = ειδικό χώμα από γκρι χαλίκι που σχηματίζει ξηρές πλαγιές, χωρίς βλάστηση, κοντά σε θάλασσα ή ποτάμια. Στο χωριό μας έχουμε πολλές τέτοιες πλαγιές-μελίστρες, όπου τις παλιές εποχές τα παιδιά έπαιζαν τσουλήθρες, κρατώντας στα σκέλια τους κλαδιά δάφνης για να μη γδέρνονται.

Μελιχουλές (ο) (μέλι+ (ποντιακό) χουλέν=ζεστό) = έντονη επιθυμία για γλυκό.

Μελλάμενο (το) = το μελλούμενο, το πεπρωμένο.

Μεμέτης (ο) (<τούρκ. mehmet) = ο Τούρκος (μειωτικά).

Μεργιάζω (ρ.) (προς μια μεριά) = παραμερίζω, διώχνω τα πράγματα.
(Μέργιασε να περάσουνε τα ζωντανά, θα σε πάρουνε μπλαστρί. /
Μέριασε βράχε να διαβώ το κύμα αντρειωμένο…,
Αριστ. Βαλαωρίτης.)

Μερεμέτι (το) και μερεμετάκι(το) (<τούρκ. meremet) = η μικροεπισκευή.

Μεριά (η) = α) η μία πλευρά ενός αντικειμένου. (Από τη δεξιά μεριά.)
β) τόπος, μέρος. (Σ’ εκείνη τη μεριά.)
γ) ως έκφραση: Σε καλή μεριά = καλοξόδευτο.

Μερί (το) = ο μηρός, το μπούτι. (Κι ήβρε το μερί ανοιχτό, δαμάκι το λαβώνει), δημ. τραγούδι.

Μεριδοχάρτι (το) = το συγχωροχάρτι

Μέρος (το) = το αποχωρητήριο

Μεσημεράς (ο) = φανταστικό πρόσωπο προς εκφοβισμό των παιδιών, προκειμένου να μην βγαίνουν έξω από το σπίτι τα μεσημέρια.

Μεσσήνα (η) ή μεσίνα = άσπρο μαντίλι που φορούσαν στον γιακά του γαμπρού και στους πιο στενούς άντρες συγγενείς του κατά την έκθεση των προικιών της νύφης. Αντίστοιχα ίδιο μαντίλι έδεναν στις καπιστράνες των αλόγων που μετέφεραν τα προικιά. Σήμερα δένουν κορδέλες στις κεραίες των αυτοκινήτων.
(…και μεσσηνάκια από μετάξι,
χρωματιστούλια, όπου έχουν φτιάξει
οι καλογριούλες τ΄ Αγιαννιού…) – Π. Γλυφός, Ομορφιές και μορφές της Κορώνης».

Μεσοβέζικος (o) (<βεν. mezo-vento=ο ενδιάμεσος άνεμος) = ο ασαφής, ο πρόχειρος, ο ακαταλαβίστικος (μεσοβέζικη λύση).

Μεσοκόπηκα (ρ. παθ. αόρ.) = με πονάει πολύ η μέση μου (κόπηκα από τη μέση μου).

Μέτζα (η) (<ιταλ. mezzano) = ελάττωμα, κουσούρι. (Kαινούργια μέτζα έβγαλε.)

Μία και μία ή μίνια και μίνια = διαλογή πρώτης ποιότητας. (Οι ελιές είναι μίνια και μίνια.)

Μια κοπανιά, μονοκοπανιά (επίρρ.) = Όλο, μιά κι έξω. (Ήπιε το φάρμακο μια κοπανιά.)

Μίνια (αριθμ.) = μία (…Στη μίνιαν άκρη του χωριού, στο μαχαλά στο Μώλο…) – Π. Γλυφός, «Ομορφιές και μορφές της Κορώνης».

Μιντέρι (το) (<τουρκ. minder) = στρώμα με μαλλιά δεύτερης ποιότητας.

Μιρμιλάει ή μερμελάει  (ρ.) = αίσθημα μυϊκού περπατήματος, κάποιο μέλος του σώματός μου με «τρώει», το νιώθω σε σπαστική κίνηση μαζί με κνησμό.

Μισερός, -ή, -ό (επίθ.) (<μισός) = ο ανάπηρος (‘Νας μισερός άντρωπος είναι ο Κωσταντής μου.)

Μισεύω (ρ.) (<λατ. missa) = ξενιτεύομαι. (Το ‘λεγες το τραγούδι σου, φίλε, προτού μισέψεις, Π. Γλυφός, «Ομορφιές και μορφές της Κορώνης». / Μισεύω και τα μάτια μου δακρύζουν λυπημένα, δημ. τραγούδι.)

Μισιακά (τα) (επίρρ.) (<μισά-μισά) = τρόπος καλλιέργειας ξένου κτήματος με μορφή μισθώματος το μισό εισόδημα. (Γυναίκα, πήρα τα λιόφτα του μπαρμα-Νικολού στο Μπαλιόμυλα μισιακά. / Το ‘χει δοσμένο μισιακό φέτο το χωράφι.) 

Μισοκαδιάρικο (το) = μπουκάλι μισής οκάς.

Μισοκούντελος, η, ο (επίθ.) (μισός+κούτελο=μισό μυαλό) =  χαζός, κακομοίρης.

Μισοφόρι (το) (<μισό+φόρι) ή μεσοφόρι (εσωτερικό φόρεμα) = κομπινεζόν.

Μι(ε)σογόμι (το) = το μεσιανό φορτίο στο σαμάρι του γαϊδάρου, συνήθως ανέβαζαν τα μικρά παιδιά.

Μιτάρια (τα) (μιτάριον<αρχ. ελλ. μίτος) = εξαρτήματα αργαλειού, παράλληλα ξύλα δεμένα με πολλά σπαγγάκια.

Μι(ου)σαφίρης (ο) (<τούρκ. misafir) = ο επισκέπτης, ο φιλοξενούμενος.

Μι(ε)σοσπορίτισσα (η) = τα Εισόδια της Παναγίας, 21 Νοεμβρίου, γιατί βρίσκονταν στη μέση της σποράς.

Μοιράδι (το) = το μερίδιο, η μοιρασιά, το μερτικό. (Σου δίνω το δικό μου μοιράδι στον Αμμούλη και συ το δικό σου στ΄ Ανάσκελο. Έτσι θα ‘χουμε σ΄ ένα μέρος περισσότερο χωράφι και λιγότερο κόπο.)

Μοιραίνω (ρ.) (<μοίρα) = καθυστερώ να κάνω κάτι, αναβάλλω. (Μη μοιραίνεις το φαΐ, τι το τηράς,  φάτο γλήγορα.)

Μοίρινα (τα) (<μοίρα) = της τύχης μου τα γραμμένα, τα βάσανα. (Κλαίω τα μοίρινά μου.)

Μόκο (άκλ.) (<ιταλ. moccio) = μούγκα, σκασμός, σιωπή. (Δε μιλάς, ε, κάνεις το μόκο.)

Μολαΐμικος, -η, -ο (επίθ.) (<μολαϊμίζω) = μαλακός, ήρεμος. (Καλό παιδάκι είναι, μολαΐμικο.)

Μολάρω (ρ.) (<ιταλ. mollare) = αμολάω, φεύγω για τα ξένα.

Μόλεμα (το) = η μόλυνση, η μαγάρα, η αρρώστια.

Μολεύω (ρ.) (<μολύνω) = μολύνω, μιαίνω. (Το μόλεψες και αφόρμισε.)

Μολογάου (ρ.) = ομολογώ, λέω, διαδίδω.

Μόλογος (ο) (<ομολογώ) = η διάδοση μιας είδησης με αρνητικές συνέπειες, εξευτελιστική κουτσομπολίστικη φήμη. (Θα γίνουμε μόλογος στο χωριό με τα καμώματά σου = θα εξευτελιστούμε.)

Μόνε μόνε (φράση) (<μεσν. μόνε<αρχ. ελλ. μόνος) = σιγά σιγά, ίσα ίσα, τσίμα τσίμα. (Μόνε μόνε, υπομονή μέχρι να μάθεις τα χούια του. / Μόνε μόνε χωράει να περάσει από τη (μ)πόρτα.)

Μονέδα (η) (<μεσν. μονέδα<βεν. moneda) = το νόμισμα. (Κόβει μονέδα = έχει εξασφαλισμένα κέρδη.)

Μονοκόκκαλος, -η, -ο (επίθ.) (<μόνος+κόκαλο) = άκαμπτος, αλύγιστος.

Μονοκοντυλιά (η) (<μόνος+κοντύλι) = το γράψιμο σε μια συνεχή γραμμή, (μεταφορικά γρήγορα, χωρίς δεύτερη σκέψη. (Με μια μονοκοντυλιά τον έσβησε από συγγενή.)

Μονοκοπανιά (επίρρ). (<μόνος+κόπανος) = μονομιάς.
(Έφαε ΄να  καρβέλι ζεστό ψωμί μονοκοπανιά και ξεράθηκε ούλη τη μέρα και τη νύχτα. / Ήπιε το φάρμακο μονοκοπανιά.)

Μονοκούκι (επίρρ.) (<μονό+κουκί=ψήφος) = ψηφοδέλτιο με μία ψήφο κατ΄ επιλογή.

Μονόπαντα (επίρρ.) = μονόπλευρα. (Πιάστηκα, ούλη τη νύχτα κοιμήθηκα μονόπαντα.)

Μονόχνωτος, -η, -ο (επίθ.) (<μόνος+χνώτο) = άνθρωπος ιδιότροπος και ακοινώνητος.

Μονοχρονής ή Μονοχρονιάς (επίρρ.) = μέσα σ΄ ένα χρόνο. (Μονοχρονής θα το ξεχρεώσω.)

Μονόημερα ή Μονοημερής (επίρρ.) = μέσα σε μια μέρα.

Μορόζα(ω) (η) (<ιταλ. amorosa<λατ. amor) = η ερωμένη, η γυναίκα που δεν έχει λόγο. (Καμαρώνει σα μορόζω.)

Μόσκος (ο) (<ιταλ. moscaio) = ο μόσχος. Όταν τα μωρά ρέβονταν, τους έλεγαν «μόσκος και κανέλα».

Μούγκα (επίρρ.) (<λατ. mutus=ο άλαλος) = χωρίς μιλιά. (Ούτε καλημέρα, ούτε χαίρετε με τα κορίτσια. Στη μούγκα περπατούσε, να μη τα θίξει.)

Μουγκαρέζ(α)ω (η) = η αμίλητη, η κουτή.

Μούκουλα (τα) (<ιταλ. mucca<λατ. bucula) = ευτραφής λαιμός, προγούλι, διπλοσάγονο, το δέρμα των μηρυκαστικών ζώων που κρέμεται κάτω από τη σιαγόνα.

Μουκουράει (ρ.) (για ζώο) (ηχοποιητική λέξη) = θέλει, επιθυμεί ερωτικό σύντροφο.

Μούλος (ο) (<λατ. mulus=μουλάρι) = ο νόθος, ο μπάσταρδος. Κυριολεκτείτο στα νόθα παιδιά, αλλά το έλεγαν και ως βρισιά με πολύ μειωτική σημασία.

Μουλαρώνω (ρ.) (<μουλάρι<μεσν. μουλάριον< ελλν. κοιν. μούλα<λατ. μούλα) = συμπεριφέρομαι σαν μουλάρι, δε συνεργάζομαι και εμμένω στα λόγια μου. (Μουλάρωσε και έφυγε μουτρωμένος.)

Μουλώνω (ρ.) (< μεσν. ελλ. μουλλώνω < ελλν. κοινή μυλλός =με στραβό χείλος) = κρύβομαι να μη με δουν. (Μούλωξε στην άκρη τ’ αρφανό και δεν έβγαλε άχνα.)

Μουλωχτός, -ή, -ό (επίθ.) (<μουλώνω) = ύπουλος, κρυφός.

Μουλωχτά (επίρρ.) = ύπουλα. (Του ΄δωκε μια τσιμπιά στα μουλωχτά, που πετάχτηκε κλαίγοντας.)

Μουμούδι (το) (<μυίδιον) = άνθρωπος που δεν αντιδρά, αν και τον ενοχλούν.

Μουνουχίζω = ευνουχίζω. Μουνουχισμένος, -η, -ο (μετχ.) (Γιώργη, αύριο να φέρεις το Μάκη να μουνουχίσει το γουρούνι.)

Μουντρούχος, –α, -ικο (επίθ.) (<αλβαν. merdih) = βαρετός, ανιαρός, δύσθυμος.

Μουράρω (ρ.) (<μούρη) = ορμώ, μπαίνω μέσα.

Μούργα (η) (αντιδάνειο) (<λατ. amurga<αρχ. ελλ. αμόργη) =  το κατακάθι του λαδιού. (Κατάκατσε η μούργα στο λάδι, να του αλλάξεις αγγειό.)

Μουργέλα (η) (<ιταλ. muriella) = η τεμπελιά, η βαρεμάρα, η έλλειψη διάθεσης.

Μούργος, -α, -ο (ο) (επίθ.) = α) όνομα σκύλου
β) λερωμένος (Μούργος έγινες, πού βρόμισες έτσι;)
γ) ως βρισιά, παλιάνθρωπος, βρώμικος άνθρωπος.

Μουρδουλώνω (ρ.) (<λατ. mordax-eo<ιταλ. mordere) = επισκευάζω κάτι πρόχειρα,  τακτοποιώ όπως όπως, κάνω κάτι όχι καλά. (Ήτανε χρέπιο, το μουρδούλωσα δωχάμου, μέχρι να ρθει ο μάστορας.) Μουρδουλωμένος, -η, -ο (μετχ.) = πρόχειρα φτιαγμένος.

Μουρδούλωμα (το) = η πρόχειρη επισκευή.

Μούρη (η) (<ιταλ. murro=μουσούδα) = α) το πρόσωπο. (Πλύνε τη μούρη σου.)
 β) ο θυμός. (Μου βαστάει μούρη.)

Μουρντάρης, -α, -ικο (επίθ.) (<τουρκ. murdar) = ο ασελγής, ο γυναικάς. (Ο άντρας της είναι μουρντάρης.)

Μουρτζούλια (επίρρ.) (<ίσως από λατ. murkos=σκοτεινό χρώμα) = με το χάραμα, πριν βγει ο ήλιος.

Μουρτζούφλης, -α, -ικο (επίθ.) (<μουρτζότυφλος<μεσν. μούρτζουφλος<μούντζα) = κατηφής, κατσούφης. (Ξύπνησε νωρίς και είναι μουρτζούφλης ακόμα, μη του μιλάς.)

Μουρχούτα (η) (<μεσν. μουχρούτα<μουχρούτιν<τουρκ. amahrut) = πήλινη βαθιά πιατέλα με φαγητό. (Πρωί πρωί έπεσες στη μουρχούτα!)

Μουσαφιρλίκια (τα) (<τούρκ. μουσαφίρης) = η επίσκεψη και η φιλοξενία στο σπίτι ξένων, συγγενών ή φίλων. (Γυναίκα, έχουμε μουσαφιρλίκια…)

Μούσκιος (ο) και μούσκιο (το) (<μουσκεύω, αρχ. ελλ. μοσχεύω) = το μούσκεμα. (Έβαλα τα λόπια στο μούσκιο αποβραδιού.)

Μούσκλια (τα) (<μούσκλη<μούσκλος<λατ. musculus) = μικρές πόες, τα βρύα, που φυτρώνουν στα λιμπιά και σε νοτερά σημεία.

Μουσκλώνω (ρ.) (<ιταλ. mescolare) = ξυνίζω τα μούτρα, αποδοκιμάζω. Μουσκλωμένος, -η, -ο (μετχ.) = συνοφρυωμένος, σκυθρωπός, κατηφής.

Μουσκοβολάου (ρ.) = μοσχομυρίζω. (Μουσκοβόλησ’ ο τόπος.)

Μουσκοβολιά (η) και μοσκοβόλημα (το) = η μοσχοβολιά.

Μούσκουρη (η) = η μονόχρωμη γκρίζα γίδα ή αγελάδα.

Μουσμούλης, -α, ή -ω, -ικο (επίθ.) = ο χασομέρης, η χασομέρω. Η λέξη συναντάται και ως επώνυμο στα Επτάνησα και προέρχεται από τη σύνθεση δύο οικογενειών ιταλικής καταγωγής (Mus (Moyze)+Myli).

Μουσμουλεύω (ρ.) (<μουσμούλα) = ψαχουλεύω, λεπτολογώ.

Μουστερής (ο) (<τούρκ. musteri) = ο πελάτης, ο αγοραστής.

Μουστόγρια (η) (<μούστος+γριά) = πολύ ζαρωμένη γριά.

Μούστρισμα (το) (<μυστρί) = πρόχειρο βάψιμο. (Ένα μούστρισμα του ΄καμε με τον ασβέστη, να φύγουνε οι μούχλες. Θέλει καλό χρίσιμο.)

Μουστρίζω-ουμαι (ρ.) (<μυστρίζω, μυστρί) = α) βάφω πρόχειρα
(Τόνε μούστρισα το (ν)τοίχο, έτσι να φύγουνε οι πολλές βρομιές.)
β) λερώνω (Μούστρισες το φουστάνι σου.)
γ) ως παθητικό = βάφομαι, λερώνομαι, πασαλείφομαι τρώγοντας.
(Μουστρίστηκες, κακοντέλη μου, γιόμισες λαδιές! /
…και τ΄ αντικρίζεις στη στιγμή ούλα τους μουστριμένα
στα παιδικά τους πρόσωπα από το φρέσκο λάδι…, Π. Γλυφός, Ομορφιές και μορφές της Κορώνης».)

Μούτζα (η) (<μεσν. μούτζα<μούζα=μούντα, ίσως μουντός) και Μουτζωτό (το) = άνοιγμα ανάποδης παλάμης, υβριστική χειρονομία, φάσκελο. Η χρήση της μούτζας ανάγεται στα βυζαντινά χρόνια. Όταν κάποιος έκανε ένα μικρό παράπτωμα, ο δικαστής έβαζε το χέρι του στη στάχτη και του μουτζούρωνε το πρόσωπο, διαπομπεύοντάς τον.
Κατά μια άλλη εκδοχή ανάγεται στα αρχαία χρόνια σε σχέση με τα Ελευσίνια Μυστήρια και είχε την έννοια του εξορκισμού του κακού, της αποπομπής.

Μουτζώνω (ρ.) = φασκελώνω. (Πάρτα και μούτζωτα.)

Μουτσούνα (η) (<μεσν. μούτσουνον<βεν. musona=γκριμάτσα) = η μούρη, το άσχημο πρόσωπο, η μάσκα.

Μουτσουνάρα (η) ως μεγενθυντικό = το πρόσωπο, εγώ, ο ίδιος. (Η αφεντομουτσουνάρα μου!)

Μουτσουτσούνια (τα) (<μουτσούνα+εκφραστ. διπλασιασμός) = καμώματα, νάζια, πείσματα, σκέρτσα.

Μουτσουτσούνιασε (αόρ.) = σκυθρώπιασε, θύμωσε.

Μουχαμπέτι (το) (<τουρκ. ummeti) = κουβεντολόι, επίμονη κουβέντα. Αμέτι μουχαμέτι (έκφραση) = πολύ επίμονα.

Μόφορο (το) (<ιταλ. muffola) = ο τιποτένιος, απαξιωτικά για άτομο. (Σιγά το μόφορο.)

(Μ)παγαπόντης (ο) (<ιταλ. vagabondo) = ο κατεργάρης, ο απατεώνας.

(Μ)παγαποντιά (η) = η κατεργαριά, η απατεωνιά.

Μπαγάσας (ο) (<ιταλ. bagascia) = ο παλιάνθρωπος, ο κατεργαράκος, ο πονηρούλης. (Α, ρε μπαγάσα, πάλι τα κατάφερες!)

Μπαγαντέλα (η) (<ιταλ. bagattella) = η γερασμένη, η δυσκίνητη γυναίκα. (Γιάτρα τη, πώς σούρνει τα πόδια της, σα μπαγαντέλα πάει!)

(Μ)παγκάρι (το) (<βεν. banchier) = το παγκάρι της εκκλησίας με τα κεριά και τον δίσκο για τον οβολό των χριστιανών.

Μπαγλαρώνω (ρ.) (<τουρκ. baglamak) = φυλακίζω, συλλαμβάνω, δένω πισθάγκωνα.

Μπαζίνα (η) (<μάζα-ινος) = χυλός με καλαμποκάλευρο, προσφιλές πρωινό για τη γειτονική Κορώνη, Στο Βασιλίτσι έκαναν χυλό από σταρένιο αλεύρι και νερό σαν κρέμα και τον πασπάλιζαν με ζάχαρη. Ένα λιτό και γρήγορο φαγητό, πρωϊνό ή και βραδινό, ιδίως τους χειμερικούς μήνες, για μικρούς και μεγάλους.

Μπαζουνιάζω (ρ.) (<μπάζω) = τρώω του σκασμού.

Μπαϊλντίζω (ρ.) (<τουρκ. bayilidin) = λιποθυμώ, αποκάνω, αγανακτώ. Μπαϊλντισμένος, -η, -ο (μετχ.) = αποκαμωμένος, μπουχτισμένος.

Μπαΐλντισμα (το) = το μπούχτισμα, η πολλή κούραση.

Μπαϊράκι (το) (<τουρκ. bayrak) = η σημαία, η παντιέρα. (Σήκωσε μπαϊράκι = επαναστάτησε.)

(Μ)παΐρι (το) (<τουρκ.bayir) = το σθένος, η δύναμη. (Με το μπαΐρι μου το κέρδισα.)

Μπαινάκης και βγαινάκης (ο) (<μπαίνω+βγαίνω) = φράση που λέγεται όταν κάτι δεν το λαμβάνουμε σοβαρά υπόψη, το ακούμε και το ξεχνάμε αμέσως.

Μπάκα (η) = (<λατ. bacca)) = η κοιλιά. (Έχεις κάνει μπάκα.)

Μπακανιάρης, -α, -ικο (επίθ.) = αυτός που έχει πρησμένη κοιλιά, ο άρρωστος από σπλήνα.

Μπακαλιάρος (ο) (<ιταλ. baccalaro) = α) ο βακαλάος
β) μεταφορικά ο πολύ αδύνατος άνθρωπος.

Μπακανιάρικος, -ιάρα, -ικο (επίθ.) (<μπάκα) = ασθενικός, καχεκτικός, άτομο χλωμό και με πρησμένη κοιλιά.

Μπακίρια (τα) (<τουρκ. bakir) = τα χαλκώματα, χάλκινα οικιακά σκεύη, τα οποία δίνονταν πάντα ως προικιό της νύφης. (Κάλλιο τα μπακίρια σου, παρά τα δαχτυλίδια σου), λαϊκό ταγούδι.

Μπαλαμούρα (η) (μεγεθ.<παλαμούρα<παλάμη) = α) χλευαστικά η παλάμη. (Μάζωξε τις μπαλαμούρες σου!)
β) το σκαμπίλι. (Να, πάρε μια μπαλαμούρα!)

Μπαλαούρο (το) (<ιταλ. ballauro) = χώρος φυλακής, κλειστός χώρος.

Μπαλαφουμάς (ο) = αυτοσχέδιος εκκριτικός μηχανισμός, που ετοίμαζαν τα παιδιά για το Πάσχα, τα σημερινά βεγγαλικά.

Μπάλια (η) (<μπαλιός<φαλιός κατά Προκόπιο) = άσπρη και με χρωματιστά μπαλώματα γίδα ή προβατίνα. (Μανά, έκοψε η Μπάλια μας και δε τη βρίσκω.) Σε κάποια λεξικά η λέξη θεωρείται αλβανική<baliosi), όμως η λέξη συναντάται στην Ιλιάδα του Ομήρου «Βάλιον εκάλει έναν των ίππων αυτού ο Αχιλλεύς (Αραβαντινός). Πράγματι Μπάλιο έλεγαν και το άλογο με άσπρα στίγματα στο πρόσωπο.

Μπαλντούμι (το) (<σλαβ. baldim) = α) δερμάτινη ζώνη γαϊδουριού ή αλόγου
β) μεταφορικά το μεγάλο και άκομψο. (Η ζακέτα που φορείς, σου είναι μπαλντούμι, ερμούλα, σε κουλουπώνει ούλη!)

Μπαλτάς (ο) (<τουρκ. balta) = μεγάλη και χοντρή μαχαίρα.

Μπάμπαλα (τα), υποκοριστικό Μπαμπαλάκια (τα) (<πάμπαλα <παμπάλαια) = ρούχα φτωχικά, γενικότερα τα πράγματα. (Μάζω τα μπαμπαλάκια σου και χάσου.)

Μπαλώνω (ρ.) = ράβω κάτι τρύπιο. Μπαλωμένος, -η, -ο (μετχ.)  (Παπούτσι από το (ν)τόπο σου κι ας είναι μπαλωμένο), παροιμίαΤο μπάλωμα εκείνα τα χρόνια ήταν σχεδόν καθημερινή  υποχρέωση των γυναικών για να διατηρήσουν γερά τα σκισμένα ρούχα. Οι άνθρωποι δεν πέταγαν τίποτα, παρά μόνο αφού είχε καλυφθεί το ρούχο με μπαλώματα και φθείρονταν και αυτά.

Μπαμπέσης, –α, -ικο (επίθ.) (<αλβαν babesë) = ο ύπουλος, ο δόλιος.

Μπαμπεσιά (η) (<αλβαν. pabesë) = η δολιότητα (…με μπαμπεσιά τόνε φάγανε το Γιάννη το λεβέντη…), δημ. τραγούδι.

Μπαμπούλα (η) (<λατ. babula<μσν. μπουμπούλα) ή (<βλαχ. barbuli) = κεφαλομάντηλο, που κάλυπταν οι γυναίκες το κεφάλι τους και μέρος του προσώπου. Η μπαμπούλα ήταν μαύρη για τις χήρες και λευκή για τις άλλες γυναίκες.

Μπαμπουλώνω-ουμαι (ρ.) = φοράω μπαμπούλα. (Μπαμπουλώσου καλά, κάνει φαρμάκι-κρύο.)

Μπανίζω (ρ.) (<μπάνιο) = εντοπίζω, διακρίνω κάτι ενδιαφέρον. (Οι άντρες μπάνιζαν (κοίταζαν) τις γυναίκες από μακριά που κολυμπούσαν. / Το μπάνισα=το είδα.)

Μπαντανία (η) (<τουρκ. battaniye) = μάλλινη ή πάνινη υφαντή κουβέρτα στον αργαλειό.

Μπαντανίζω (ρ.) (<τούρκ. badanalmak) = ασβεστώνω, ασπρίζω.

Μπαξίσι (το) (<τούρκ. bahsis) = το φιλοδώρημα

Μπαράκα (η) ή (Μ)παράγκα (<ιταλ. baracca) = ξύλινο παράπηγμα. Μια βδομάδα πριν το πανηγύρι στα Καντιάνικα, οι έμποροι στήνανε τις μπαράκες τους στους δρόμους του χωριού. Γράφει ο ντόπιος ποιητής: «κι όλες αντάμα ξεκινάν γραμμή για τις μπαράκες, χίλιω λογώνε πράματα, μαθές, για να ψωνίσουν» – Π. Γλυφός, «Ομορφιές και μορφές της Κορώνης».

Μπαρέμ (επίρρ.) (<τουρκ. bari+im) = τότε, λοιπόν, γιατί.

Mπαρκαριό (το) (<λατ. barca<αρχ. ελλ. βάρις) = ο όρμος στο ακρωτήριο Ακρίτας.

Mπαρκάρω (ρ.) (<ιταλ. imparcare) = μπαρκάρω, ταξιδεύω με πλοίο.

Μπάρμπας (ο) (<βεν. barba) = ο θείος, αλλά και προσφώνηση για κάθε ενήλικα άντρα. Σε παλιότερες εποχές τον άντρα τον προσφωνούσαν μπάρμπα και τη γυναίκα θειά.  (Καλημέρα μπάρμπα-Τάση, καλημέρα θεια-Τάσιαινα!)

Μπαρμπέρης (ο) (<γαλλ. barbe=γένι) = ο κουρέας. (Είναι πολλοί μπαρμπέρηδες για του σπανού τα γένια), παροιμία.

Μπαρμπέρικο (το) = το κουρείο.

Μπαρμπούτα (η) (<λατ. barbuta) = μάσκα, αποκριάτικη μουτσούνα.

Μπαρούνης (ο) (< ιταλ. barone) = ο παχουλός.

Μπαρουτιάζω (ρ.) (<μπαρούτι<τούρκ. barut) = θυμώνω, εξοργίζω.

Μπάρτζα (η) (<σλαβ. bardz) = γίδα με καφέ και κόκκινα μπαλώματα στη μούρη.

Μπας και (<από μεσν. μην+πας+και ή <αλβ. mpase κατά Δημ. Λιθοξόου) = μήπως

Μπασία (η) και μπασιά (< μεσν. ελλ. (ε)μπασία<έμβασις<αρχ. ελλ. εμβαίνω) = η είσοδος

Μπασιά (η) (<αρχ. ελλ. εμβαίνω) = πλημμύρα από τα νερά της βροχής. (Η βροχή έφερε γερή μπασιά και πλημμύρισε το κατώι.)

Μπάστακας (ο) (<τουρκ. basta) = ο ενοχλητικός, ο ανεπιθύμητος. (Τι καμαρώνεις σα μπάστακας, κάτσε χάμου.)

Μπάσταρδος (ο) (<μεσν. μπάσταρδος<βενετ. bastarda) = νόθος, παιδί από μη νόμιμο γάμο. Χρησιμοποιείται και με μειωτική σημασία ως βρισιά.

(Μ)πατάκα (η) (<ισπαν. πατάτα) = η πατάτα

(Μ)παταλιακός, -ιακιά, ιακό (επίθ.) (<τούρκ. battal) = ο δυσκίνητος. (Τα έρμα τα μπαταλιακά μου (τα πόδια) τα σούρνω.)

Μπαταριά (η) (<τουρκ. batarya<βενετ. bataria) = η ντουφεκιά, η ομοβροντία. (Ρίξε μια μπαταριά στο γάμο της δυχατέρας μου.)

Μπατάρω (ρ.) (<ιταλ. baterre<τούρκ. batar) = α) παίρνω επικίνδυνη κλίση. (Μπάταρε το γαϊδούρι με το φόρτωμα μονόπαντα.)
β) γέρνω να κοιμηθώ.(Μπάταρε στην άκρη στο πεζούλι κι έκλεισε τα μάτια.)
γ) αθετώ τον λόγο μου. (Θα τα ειπείς στο δικαστήριο ή θα τα μπατάρεις;)

Μπατζανάκης (ο) (<τουρκ. bazanak) = ο σύγγαμπρος.

Μπατζιάκι (το) ή το μπατζιαλίκι  (< τούρκ. bacak) = το κάθε σκέλος του παντελονιού.

Μπατίρης (ο) (<τούρκ. batrimak) = ο άφραγκος, ο χρεοκοπημένος.

Μπατιρίζω (ρ.) (<τούρκ. batir) = χρεοκοπώ. (Τα έρμα τα χαρτιά τόνε μπατιρίσανε, δεν είχε μυαλό.)

Μπάτσα (η) (<αλβ. bacë-α) = το χαστούκι, το σκαμπίλι, ο φούσκος.

Μπαφιάζω (ρ.) (<ιταλ. bafa) = α) γεμίζω καπνό. (Μας μπάφιασες, μωρέ, με το τσιγάρο!)
β) κουράζομαι. (Μας μπάφιασε στη δουλειά σήμερα ο χριστιανός!)
γ) χορταίνω, φουσκώνω. (Μπάφιασα στο φαΐ. / Μπάφιασα από τα ψέματά σου!)

Μπαχλάμι (το) (<τούρκ.) = ο καημός, στεναχώρια που με λιώνει.

Μπεζαχτάς (ο) (<τούρκ.bestahta<περσικά pehs takha) = συρτάρι μαγαζιού για τα χρήματα, μεταφορικά το χρήμα.

Μπεζεράου (ρ.) (<τουρκ bezmek) = παιδεύομαι, εξαντλούμαι. (Δε μπορώ άλλο παιδάκι μου, μπεζέρησα πια απ΄ τις πολλές δουλειές.)

Μπέϊκα (επίρρ.) (<μπέης<τούρκ. bey) = ζω πολύ πλούσια σαν μπέης.

Μπεκιάρης (ο) (<τουρκ. bekàr) = ο ανύπαντρος, ο εργένης.

Μπεκροκανάτας (ο) (<μπεκρής+κανάτα) = ο γερός πότης, ο μπεκρούλιακας, ο μέθυσος.

Μπεκρής (ο) και Μπεκρούλιακας (ο) (τούρκ.) = ο πότης, ο μέθυσος.

Μπεκρουλιάζω (ρ.) (<τούρκ. bekrilik, μπεκρούλης<μπεκρής+ιάζω) = μεθοκοπάω, «τα τσούζω», «τα «κοπανάω».

Μπελαλής (ο) (<τουρκ. belali) = αυτός που δημιουργεί μπελάδες, φασαρίες, δυσκολίες, ο δύστροπος, ο καβγατζής.

Μπελαλίδικος, -η, -ο (επίθ.)  (φαγητό, κέντημα κλπ.) = ο δύσκολος, ο κουραστικός. (Έφαγα ούλο το πρωί με τα γιομιστά, πολύ μπελελίδικο φαΐ. / Μας βγήκε μπελαλίδικο το στερνοπαίδι μας.)

Μπελάς (ο) (<τουρκ. belà) = η ενόχληση, η σκοτούρα, πρόβλημα. (Βρήκα το μπελά μου χωρίς να φταί.)

Μπελερίνα (η) (<ιταλ. pellgrina) = τριγωνική εσάρπα από μαλλί προβάτου συνήθως, με τις δύο μπροστινές άκρες μακριές και λεπτές, για να σταυρώνουν μπροστά και να δένονται πίσω στη μέση. Την φορούσαν πάνω από τα ρούχα για να ζεσταίνονται οι ώμοι και οι πλάτες. Οι νέες φορούσαν λευκές, ενώ οι ηλικιωμένες μαύρες.

Μπενετάδες (οι) (<ιταλ. benedetto) = οι αποχαιρετισμοί. (Αφήνω τις μπενετάδες μου σε τούτονε το (ν)τόπο.)

Μπερέζα (η) (<βεν. imbogio) = εσωτερικό σκούρο ή λευκό κεφαλομάντηλο. (…Τη βλέπω να χαμογελά, μέσ΄ από τη μπερέζα,
αλέστα για χοντροδουλειά, πάντ΄ ανασκουμπωμένη…) –
 Π. Γλυφός, «Ομορφιές και μορφές της Κορώνης».

Μπερέσι (επίρρ.) = ορθάνοιχτα. (Γιατί άφηκες τη (μ)πόρτα μπερέσι;)

Μπερμπέτσα (η) = η γριά προβατίνα.

Μπερνάκια (τα) (ηχομιμητικό μπεεε) = μικρά αρνιά.

Μπερντάχι (το) (<τούρκ. perdah) = ο ξυλοδαρμός, το ξυλοφόρτωμα.
(Θα σου ρίξω ένα μπερντάχι, που θα είναι ούλο δικό σου.)

Μπερσίμι (το) (<τούρκ. ibrisim) = η μεταξωτή κλωστή.

Μπέσα (η) (<αλβαν. ) = η  αξιοπιστία (…τι ΄θελες Βλάμη που θαρρεύτηκες κι έλαβες τη μπέσα…) – Αντ. Γαϊτάνης, «Λαογραφικά και άλλα Βασιλιτσίου Μεσσηνίας».

Μπεσαλής (ο) (<μπέσα<αλβαν. besë) = ο αξιόπιστος. (Μπεσαλής άντρας, ο λόγος του έχει μπέσα.)

Μπεσίκι (το) (<τούρκ. besik) = ξύλινη κούνια μωρού.

Μπίζ (το) (γαλλικό ή αλβανικό ηχομ.) = παιδικό παιχνίδι.

Μπίζια (τα) (<ιταλ. pisselo) = τα μπιζέλια

Μπίθιακας (ο) (< αλβαν. bythe) = ο κοντόχοντρος άντρας.

Μπιμπί (ως επίρρ.) = κούρεμα μαλλιών ή χορταριών σύρριζα.

Μπιμπίλα (η) (<τουρκ. birbiri = δαντέλα λεπτή με βελονάκι.

Μπινάς (ο) (<τούρκ. bina=οικοδομή, κτίσμα) = κάτι πολύ σκληρό, όπως τοίχος, χώμα. (Είναι μπινάς το χωράφι, δε σκάβεται.)

Μπιντόνα (η) (<ιταλ. bidone) = ντενεκές λαδιού. Τη χρησιμοποιημένη την έκοβαν από πάνω, την λείαιναν, της έβαζαν χερούλι και την χρησιμοποιούσαν για μεταφορά υλικών, όπως νερό, οικοδομική λάσπη, πλύματα για το γουρούνι κ.α. (Άειντε μια πιλάλα στη βρύση και γιόμισε τη μπιντόνα νερό.)

Μπιρμπάντης (ο) (<ιταλ. birbante) = ο γυναικάς

Μπιρμπαντιά (η) (<μπιρμπάντης) = η παλιανθρωπιά, η γυναικοδουλειά.

Μπιρμπίλι (επίρρ.) (<τούρκ. bülbül=το αηδόνι) = φλύαρα. (Το στόμα του πάει μπιρμπίλι.)

Μπιρμπιλομάτης, -α, -ικο (επίθ.) (<μπιρμπίλι+μάτι) = αυτός που έχει παιχνιδιάρικα μάτια. (Απ΄τη πόλη, μπιρμιλομάτα, απ΄τη πόλη κατεβαίνω, σε περιβολάκι μπαίνω…), τσακώνικος χορός.

Μπιρμπίλω (η) (<τουρκ. birbili) = η παιχνιδιάρα

Μπιρμπιλωτός, -ή, -ό (επίθ.) (<μπιρμπίλι) = ο πολύχρωμος (μπιρμπιλωτό φουστάνι). 

Μπιρ-μπαρά (επίρρηματική έκφραση<τουρκ. bir bara=ένα παρά, κατά Σαραντάκο) = για ένα παρά, για τίποτα, κοψοχρονιά, τζάμπα.

Μπιστεμένος (μετχ. του ρ. μπιστεύομαι<εμπιστεύομαι) = ο έμπιστος (…ο μπιστεμένος σκύλος του ανιχνευτής μπροστά τους…) – Π. Γλυφός, «Ομορφιές και μορφές της Κορώνης».

Μπιστικός, -ικιά, -ικό (ρημ. επίθ.) = ο έμπιστος (…τους αθώους κείνους μπιστικούς…) – Π. Γλυφός, «Ομορφιές και μορφές της Κορώνης».

Μπίτ(ι) ή μπίτου (επίρρ.) (<τούρκ. bit) = καθόλου, ολότελα. (Μπίτου δε καταλαβαίνει. / Μπίτι αχαΐρευτος.)

Μπιχλιμπίδια (τα) (<βυζαντ. λεμπλεμπίδια<τούρκ. leblebi) = στολίδια μικρά και ευτελούς αξίας.

Μπλαβίζω (ρ.) (<ιταλ. blavo) = παίρνω το χρώμα του μπλε.  (Μπλάβισε απ΄ το κακό του.)

Μπλάβος, -η, -ο (επίθ.) = ο μπλε (μπλάβα σύννεφα, μπλάβος ουρανός).

Μπλάστρι (το) (<ρ. εμπλάσσω) = το έμπλαστρο, πρακτικό κατάπλασμα από σινάπι ή φραγκοσυκιά ή κρεμμύδια για επίδεση σε πονεμένη περιοχή.

Μπλαστρί (επίρρ.) = άτσαλα, απρόσεχτα, μαζί  με το παίρνω = παρασύρω κάποιον στη βιασύνη μου. (Σιγά, θα με πάρεις μπλαστρί!)

Μπλαστρώνω (ρ.) (<μπλάστρι) = α) πασαλείφω, αλείφω πρόχειρα, λερώνω (Μπλάστρωσες τη μποϊά κι έχρισες το (ν)τόπο.)
β) παθητ. Μπλαστρώνουμαι = πέφτω κάτω. (Γλίστρησα και πλαστρώθηκα καταής.)

(Μ)πλατσιουράου (ηχομιμ.) ή μπλαμουτσάου (ρ.) = είμαι μέσα στα νερά και παίζω πετώντας με τα πόδια νερά.

Μπλεζενιά (η) = η καρπουζιά.

Μπλεζένια (τα) = τα καρπούζια. Η λέξη συναντάται σε ελληνικά λεξικά από το 1910, αλλά είναι άγνωστης ετυμολογίας, ίσως τούρκ. πλιζίνα).

Μπλουγούρι (το) (τούρκ.<bulgur) = κομμένο σιτάρι για γέμισμα της οματιάς (οματιά=το παχύ έντερο του γουρουνού γεμισμένο με μπλουγούρι και καυκαλίδες.)

Μπλουστούρα (η) (<μπλε+θολούρα) = σκούρα θολούρα. (Το νερό είναι μπλουστούρα.)

Μπλούτρα (τα) (<πούντρα<γαλλ. pudre) = η πούδρα

Μπογαλάκια (τα) (<τούρκ. bog) = μικροί μπόγοι απαραίτητων πραγμάτων. (Πάρε τα μπογαλάκια σου και φύγε.)

Μποδάου ή αμποδάου (ρ.) (<εν+πεδάω) = εμποδίζω. (Μη με μποδάς, βιάζουμαι. / Μποδάου τα μαρτίνια να βοσκήσουν σε ξένα χωράφια.)

(Μ)πόζα (η) (αντιδάνειο<ιταλ. posa=σταμάτημα<λατ. pausa<αρχ. ελλ. παύσις) = πόζα, στάση, συμπεριφορά απόστασης.

Μποκλαντίζω (ρ.) (<τουρκ. boklamak) = χορταίνω, αγανακτώ, βαριέμαι.

Μπόλια (η) (<βεν. imboglia) = α) η μπαμπούλα, κεφαλομάντηλο λευκό, καφέ, μαύρο, β) το λεπτό λίπος που περιβάλλει το συκώτι του ζώου.

Μπόλκα (η) (<σλάβ. μπόλτσα) = σακάκι, ζακέτα γυναικεία.

Μπολοθούρα (η) ( <μπλάθρα<έμπλαστρον) = ανοικοκύρευτη, ακατάστατη, αυτή που περπατάει άτσαλα και πέφτει ή ρίχνει και αντικείμενα κάτω.

Μπόμπα (η) ή μπομπάκι (το) = μικρό πιθάρι  ή αργότερα πλαστικό αποθηκευτικό δοχείο  με μεγάλο στόμιο.

Μπομπότα (η) (<βενετ. bobotta) = ψωμί από καλαμποκάλευρο.

Μπονόρα (επίρρ.) (<ιταλ. buonora) = νωρίς το πρωί, με το χάραμα.  Μπονορούλια (υποκορ.)
(- Διαβάτες που διαβαίνετε…
Μην είδατε τον καπετάν Γιαννιά, το Γιώργη το λεβέντη
– Εψέ προχτές τον είδαμε…
Με εννιά λεβέντες χόρευε, με εννέα Ντερβιναίους
Κι από μπονόρα έβριζε, αγάδες φοβερίζει, δημ. τραγούδι. /
Ο Λιας το τσοπανόπουλο, μπονόρα ροβολάει…, Π. Γλυφός, «Ομορφιές και μορφές της Κορώνης».)

Μποξ(ι)άς (ο) (<τουρκ. bohca) = μικρή μπελερίνα, σάλι από μαλλιά προβάτου.

Μπόσικα (τα) (<τουρκ. bos) = α) τα μαλακά μέρη της κοιλιάς
β) ελαφριά, χαλαρά, αδύναμα. (Είναι μπόσικα τα χώματα, θέλει βαθύ θεμέλιο.)
γ) Κρατάω τα μπόσικα (έκφραση) = κρατάω ισορροπίες, είμαι επιφυλακτικός.

Μπόσικος, -ικη, -ικο (επίθ) (<τουρκ. bos) = μαλακός άνθρωπος, άνθρωπος που συμβιβάζεται.

Μποστάνι (το) (< τούρκ. bostan<περσ. būstān) = περιβόλι με καρπούζια, πεπόνια.

Μπότσα (η) (<ιταλ. boccia<βεν. bozza) = μέτρο χωρητικότητας δύο οκάδων. (Το πίνει ο Γιάννης το κρασί… τη στάλα δεν αφήνει,
κι όντας του λένε πλέρωνε, η μπότσα δυό παράδες…) – 
Αντ. Γαϊτάνης, «Λαογραφικά και άλλα Βασιλιτσίου Μεσσηνίας».

Μποτσίκι (το) (<ο μπότσικας) (<σλαβ. bocika) = το αγριοκρέμμυδο. Τα μεγάλα και γυαλιστερά φύλλα του τα έκαναν σαν χωνί και τα τοποθετούσαν στις πηγές ή τα λιμπιά για να τρέχει το νερό σαν βρύση. Στη γειτονική Κορώνη κρεμιούνται μέχρι και σήμερα στις πόρτες των σπιτιών την Πρωτοχρονιά ως γούρι για τον καινούργιο χρόνο.

Μπο(υ)γάζι (το) (<τούρκ. bogaz) = ρεύμα ψυχρού αέρα. Είναι και τοπωνύμιο.
(Κάτσε παραπέρα, φέρνει μπουγάζι φτουχάμου, είναι σούδα και θα
πουντιάσεις.)

Μπούγιο (το) (<ιταλ. buio) = επιδεικτική εμφάνιση, μεγάλος όγκος ανθρώπων, πραγμάτων. (Πολύ μπούγιο έχει το φόρτωμα, δε θα χωράει να περάσει το γαϊδούρι.)

Μπουγιουρντί (το) (<τουρκ. buyurdi<ρ. buyur=διατάζω) = έγγραφο με δυσάρεστη ενημέρωση.

Μπουέλος (ο) (<ιταλ. buglioro<bollire<λατ. bullio<bulla) = ο κουβάς

Μπουελώνω (ρ.) = βρέχω κάποιον με τον μπουέλο.

Μπουέλωμα (το) το βρέξιμο με τον μπουέλο.

Μπούζι (επίρρ.) (<τούρκ. buz) = πολύ κρύο, παγωνιά. (Δεν είναι να βγεις όξω, κάνει μπούζι. / Μπούζι είναι τα χέρια σου.)

Μπουζιάνα (η) = τριμμένη ψίχα ψωμιού ανακατεμένη με τυρί τριμμένο που τυλίγονται στο τουβαλίθι, στρίβονται ώστε να γίνει μπάλα και τρώγεται.
(Φάει τη κόρα εσύ και δώσ΄ μου μένα τη ψίχα να φκιάσω μια μπουζιάνα, παιδάκι μου.)

Μπουζού (η) (αντιδάνειο) (<γενοβ. borsu<ιταλ. borsa=πουγκί<λατ. bursa-byrsa = δέρμα<αρχ. ελλ. βύρσα=μεγάλη τσέπη, πουγκί) = κρυψώνας, φυλακή. (Τόνε χώσανε στη μπουζού.)

Μπουζουριάζω (ρ.) (<μπουζού) = συλλαμβάνω και φυλακίζω, κρύβω, εξαφανίζω. (Τά ΄μαθες, τόνε πιάσανε το Νικολό και τόνε μπουζουριάσανε, λέει, γιατί έβρισε ένα χωροφύλακα.)

Μπούκα (η) (<μσν. ελλ. μπούκα <λατ. bucca) = στόχαστρο, στόμιο, έφοδος.
(Τον έχω στη μπούκα. / Και να χριστούν κατόπι, μ΄ ασπροπηλιά στη μπούκα τους για να ψηθή ο μούστος…) Π. Γλυφός, Ομορφιές και μορφές της Κορώνης».

Μπουκάρω (ρ.) (<ιταλ. inboccare) = μπαίνω μέσα ορμητικά. (Μπουκάρανε καμιά δεκαριά μαντραχαλάδες στο μαζαγί και τα σπάσανε ούλα.)

Μπουκιές (οι) = χειροποίητο ζυμαρικό, το οποίο το ζύμωναν σαν τα χοντρά μακαρόνια, το έκοβαν στο μέγεθος μισού δακτύλου και το ζούπαγαν (πίεζαν) με το δάχτυλό τους να κάνει γουβίτσα και να γυρίσει. Τις έβραζαν σαν τα μακαρόνια, έριχναν μπόλικη μυτζήθρα και τις έκαιγαν περιχύνοντάς τες με καφτό λάδι. Πεντανόστιμο παραδοσιακό φαγητό, που είχε την τιμητική του την Τυρινή Κυριακή της Αποκριάς.

Μπουκουβάλα (η) (<αλβ. bukea +ιταλ. balia) = κομματάκια ζεστού ψωμιού ανακατεμένα με βούτυρο και μυτζήθρα.

Μπουκούνια (τα) (<βενετ. boccone=κομμάτια, ξεροκόμματα ψωμιού. Χρησιμοποιείται  ως επίρρημα στη φράση : άει(ντε) στα μπουκούνια = άι στα κομμάτια, άντε χάσου.

Μπούλμπερη (η) (<μεσν. πούλβερς<λατ. pulvis=σκόνη) = στάχτη, καταστροφή. (Στάχτη και μπούλμπερη να γένεις, κατάρα.)

Μπούμπα (επίρρ.) (<αλβ. bubë-α) = ορθάνοιχτα. (Η πόρτα είναι μπούμπα.)

Μπουμπουέρια (τα) και μπουμπουέροι (<μσν. μπάμπουλα<αρχ. βομβυλιός, ηχοποιητικό) = ζωύφια πολύ μικρά στο σιτάρι και γενικά στα όσπρια.

Μπουμπουνοκέφαλος, -η, -ο (επίθ.) (<μπουμπούνας<λατ. bubona +κεφαλή) = ισχυρογνώμων, χοντροκέφαλος, αγύριστο κεφάλι.

Μπουναμάς (ο) (<βενετ. bonoman) = μποναμάς, πρωτοχρονιάτικο δώρο παιδιών.

Μπουνάτσα (η) (<ενετ. bonazza) = ήρεμη θάλασσα, γαλήνια.

Μπούνια (επίρρ.) (<ιταλ. bugna=τρύπες στο κατάστρωμα πλοίου) = πάρα πολύ. Μέχρι τα μπούνια: έκφραση. (Βρεγμένος μέχρι τα μπούνια. / Έφαγα μέχρι τα μπούνια.)

Μπουνταλάς (ο) (<τούρκ. budala<αραβ. budalā) = ο βλάκας, ο χαζός.

Μπουντρούμι (το) (<τούρκ. bodrum=υπόγεια φυλακή) = η φυλακή, σκοτεινό και ανήλιαγο κτήριο.

Μπούργος (ο) (<λατ. burgum) = περιοχή έξω από το κάστρο, συνοικία της Κορώνης.
(-Από του Τούρκου τον καιρό στο Μπούργο θρονιασμένος
γιατί Ανεμόμυλε τρανέ μού είσαι τόσο θλιμμμένος;…) – Π. Γλυφός, «Ομορφιές και μορφές της Κορώνης».

Μπουργάκι (το) = τοπωνύμιο στη Σέλιτσα κοντά στο ακρωτήριο Ακρίτας.

Μπούρδα (η)(<ισπαν. burda) = η  βλακεία.

Μπούρα (επίρρ.) (αντιδάνειο<βεν. μπόρα<αρχ. ελλ. βορέας) = βίαιο χύσιμο υγρού. (Τρέχει μπούρα το νερό.)

Μπουρδάρω και –ίζω (ρ.) (<ιταλ. abbordare) = ρίχνω σε μεγάλη ποσότητα και άτσαλα κάτι υγρό (νερό, λάδι), ξεχειλίζω. (Κάνε μια στάλα οικονομία, όσο λάδι βρήκες, το μπουρδάρισες. /Μπουρδάριστα στη σούδα τα σαπουνόνερα.)

Μπουρδουκλώνω – ουμαι (ρ.) (<μσν. μποδουκλώνομαι <μπεδικλώνομαι <πεδικλώνομαι) ή μπερδεύω+(πεδ)ουκλώνω) = α) φτιάχνω κάτι πρόχειρα και άτσαλα. (Τα μισομπουρδούκλωσα κι έφυγα.)
β) μεταφ. τα μπερδεύω για να υπεκφύγω. (Άσε με, με μπουρδούκλωσες πάλι με τις πονηριές σου.)
γ) ως παθητικό, μπερδεύομαι και πέφτω. (Μπουρδουκλώθηκα με τις λούρες και σωριάστηκα κατάχαμα.)

Μπουρί (το) (<τουρκ. boru) =α) μεταλλικός καπνοσωλήνας (το μπουρί της ξυλόσομπας)
β) θυμός. (Δε μου μιλάει, έχει μεγάλο μπουρί απέναντί μου.)

Μπουρίνι (το) (<βεν. borin) = ξαφνική ραγδαία βροχή, συνοδευόμενη από δυνατό αέρα.

Μπουρλιάζω (ρ.) (<βούρλο, φυτό) = α) περνώ την κλωστή στο βελόνι. (Μπούρλιασ΄μου το βελόνι.)
β) περνώ σε κλωστή χοντρή τα λιαστά σύκα, τις λιαστές ντομάτες κλπ.
γ) φοράω τα ρούχα όπως- όπως. (Ό,τι σκουτί βρήκα μπροστά μου, το μπούρλιασα και ήρθα.)

Μπουρλιάστρα (η) = μπουρλιασμένα είδη στη σειρά.
(Στις τράβες του κατωιού μας κρεμόντανε οι μπουλιάστρες με τα σύκα, τις λιαστές ντομάτες, τις πιπεριές, τις ροδιές και τα κυδώνια.)

Μπουρμπουλιάζω (ρ.) (<ιταλ. boorbogliare= χουχλάζω) = μαγειρεύω κάτι πρόχειρο, κάτι νερόβραστο. (Μπουρμπούλιαξα κάτι χυλοπιτίτσες να βγάλω το βράδυ.)

Μπουρμπουλήθρες (οι) = οι φουσκάλες στο νερό. (Κάνει μπουμπουλήθρες το νερό, βράζει.)

Μπούρμπουνας (ο) (<αρχ. ελλ. βομβύλιος) = χρυσόμυγα, έντομο που ζουζουνίζει.

Μπουρνέλα (η) (<λατ. prunus) = το κορόμηλο

Μπουρού (η) (<τουρκ. boru) = μεγάλο όστρακο, μέσον επικοινωνίας (ναυτ. όρος). (Ο μπαρμπα-Λιας ο Ξέππαπας, ο φούρναρης του Μώλου,
τη βουερή κοχύλα του, οπού μπουρού τη λένε…πρωί πρωί σφυρίζει…) – Π. Γλυφός, «Ομορφιές και μορφές της Κορώνης».

Μπούρσα (η) (<λατ. bursa-byrsa=δέρμα<αρχ. ελλ. βύρσα, αντιδάνειο) = α) σακούλι για το μάζεμα των βρώσιμων ελιών
β) σακούλα, που τη φορούσαν στα μαστάρια των γεννημένων γιδιών, για να μη βυζαίνουν τα μικρά τους. (Βάλε τις μπούρσες στις γίδες και πάρε και τα κατσίκια κοντά.)
γ) πολύ ευρύχωρο ρούχο, δυσανάλογο με το σώμα. (Το σκουτί που φορείς, είναι μια  μπούρσα.)

Μπούρτζι (το) (<τουρκ. burc=κάστρο) = περιοχή στα σύνορα Βασιλιτσίου-Κορώνης, όπου υπάρχει ένα παλιό ενετικό παρατηρητήριο.

Αρτζι, μπούρτζι και λουλάς (φράση) = ασυνεννοησία. Η φράση προέρχεται από το Βυζάντιο (άρτζι μπούρτζι=νηστεία Αρμενίων) και την εποχή του Καποδίστρια (απειλή οπλαρχηγών για αποκλεισμό του Ναυπλίου με τ΄ αρκεβούζια (πυροβόλα όπλα) και τους λουλάδες).

Μπούφλα (η) (ηχομιμ. μπαφ ή τούρκ. pufla) = ελαφρύ σκαμπίλι, ανάποδη στο μάγουλο.. (Θα φας μια μπούφλα, βλαμμένο.)

Μπουχαρί (το) (<αλβ. buhar) = ξεθυμάστρα, καμινάδα.

Μπουχίζω (ρ.) (<σλαβ. muhu) = καταβρέχω κάποιον με νερό, που έχω στο στόμα. Τη Δεύτερη μέρα μετά το γάμο πήγαινε το ζευγάρι στη βρύση του χωριού με συνοδεία του συμπεθεριού και μπουχίζονταν.

Μπουχός (ο) (<σλαβ. puh-oς) = α) σύννεφο σκόνης. (Γιόμισ’ ο τόπος μπουχό.) β) άφαντος. (Έγινε μπουχός.)

Μπουχτίζω (ρ.)(<τουρκ. biktim) = χορταίνω υπερβολικά, αηδιάζω, αγανακτώ, έχω φτάσει στα όριά μου, μπαφιάζω.

Μπόχα (η) (<απόχα<αποχύνω) = άσχημη μυρωδιά, βρόμα.

Μπραζέρης (ο) (αλβ.) = ο πιο κοντινός φίλος του γαμπρού, που φορούσε τα παπούτσια της νύφης και τα ασήμωνε, ο παρακούμπαρος. (Να με ρωτούν οι φίλοι μου και οι μπραζέρηδές μου.
Τι ήθελες βλάμη που θαρεύτηκες και έλαβες τη μπέσα…), δημ. τραγούδι.

Μπράσκα (η) (<βλαχ. broasca) = μεγάλος βάτραχος με πεταχτά μάτια και εξογκώματα στο δέρμα του.

Μπραστ ή μπραφ (επίρρ.) = γρήγορα. (Έκανε μπράστ και ξαφανίστηκε.)

(Αλά) Μπρατσέτα (επίρρ.) (<ιταλ. al bracceto) = αγκαζέ, μπράτσο με μπράτσο.

Μπρατσολές (ο) (<ιταλ. braccialetto) =  το βραχιόλι.

Μπρίσκαλο (το) (<πρίσκαλο<πρίσκος<πρησμένος<μσν. πρήσκω<αρχ. πρήθω = φουσκώνω) = το άγουρο, το αγίνωτο φρούτο, λαχανικό ή καρπός. Πρηστήρες = οι φλέβες του λαιμού που πρήζονται από θυμό κατά τον Ευάγγελο Μαντουλίδη. (Τα σταφύλια είναι μπρίσκαλα ακόμα, θα αργήσει ο τρύγος.)

Μπροστάντζα (<μπροστά+βεν. κατάλ.-αντζα) = προκαταβολή χρημάτων. (Πατέρα, αγόρασα τρία στρέμματα σταφίδα στη Γερακάδα. Δώκαμε τα χέρια με το μπαρμπα-Βασίλη. Μέχρι να κάμουμε τα συβόλαια του ΄δωκα μπροστάντζα τρία χιλιάρικα.)

Μπροστοφούρνι (το) = το μικρό ψωμί που έμπαινε τελευταίο, μπροστά στο φούρνο, για να ψηθεί γρηγορότερα για τ’ ανεβάσταγα παιδιά.

Μπρου (επίρρ.) = προτού. (Μπρου να γίνει ο αμξωτός και να βγούνε τ΄ αμάξια, πααίναμε απ’ το παλιό το δρόμο περπατηστοί ή με τα γαϊδούρια.)

Μπρουμάς (ο) ( αρβαν. brume) = ο ξεροκέφαλος

Μυ(γ)ιάζουμαι (ρ.) (<μύγα<αρχ. ελλ. μυία) = θίγομαι, παρεξηγούμαι με το παραμικρό. (Όποιος έχει μύγα, μυϊάζεται.)

Μυλαύλακο (το) = το αυλάκι που οδηγεί στον μύλο, μετφ. το πολύ νερό. (Τρέχει μυλαύκακο το νερό, βούλιαξ’ ο τόπος.)

Μηλοπονάου (ρ.) (<μέλος<μηλίζω<μώλωψ+πονέω) = ο πόνος που προκαλείται από το άγγιγμα της πληγής, τοπικό άλγος.

Μυάγγιαχτος, -η, -ο (επίθ.) (μύγα+αγγιχτός) = μυγιάγγιχτος, εύθικτος, μη μου άπτου.

Μυριστικά (τα) (<μυρίζω) = τα λουλούδια του σπιτιού και της αυλής, συνήθως αρωματικά. (Έχει να το λέει ούλο το χωριό για τα μυριστικά μου.)

Μυτιάζω (ρ.) (<μύτη) = τρώγω. (Φέτο ούτε που μυτιάσαμε τ΄ απίδια, πέσανε ούλα χάμου από το σκουλήκι.)

Μωλώνω (ρ.) (<μώλος) = βουλώνω, κλείνω με χώμα το αυλάκι με το νερό. (Μώλωσ’ τ’ αυλάκι, να πέσει το νερό στο ποτάμι, τελέψαμε το πότισμα.)

Μωρέ, μωρή (<αρχ. ελλ. μωρός) = προσφώνηση σε άντρα ή γυναίκα, άλλοτε προσβλητική και άλλοτε από συνήθεια.

Μωρόχαβλος, η, ο (επίθ.) (<μωρόχαυνος< μωρός + χαύνος=ο μαλακός, ο πνευματικά άτονος) = ο πολύ χαζός, ο αποβλακωμένος.

Μωρώνω (ρ.) = σταματώ το κλάμα του μωρού.
(Δόξα σοι ο θεός, μώρωξε το έρμο και αποκοιμήθηκε.)

 

 

Αναζήτηση αλφαβητικά

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ

Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω