Όλες οι λέξεις στο ‘Α’

Αβανιά (η) (μεσν.αβανιά<ιταλ.avania<αραβ.havan) = η ζημιά
(Έπαθε μεγάλη αβανιά ο έρμος, καταστράφηκε ο χριστιανός)
(«Τρεις κοπέλες λυγερές, πάν΄ στο δρόμο μοναχές
Και που επηγαίνανε η μια στην άλλη λέγανε
Μωρ΄ εδώ που πάμε εμείς, μήπως έρθει και κανείς
Και μας ρίξει αβανιά, πως εφίλησε τη μια», δημοτικό τραγούδι)

Αβαρία (η) (<ιταλ.avaria) = εξυπηρέτηση προς όφελος άλλου
(Μου χωρέθηκε ένας φίλος να του κάνω μια αβαρία)

Αβάντα (η) (<τούρκ.aνanta<ιταλ.avanto) = η βοήθεια, το όφελος
(Φέτο η σταφίδα ακρίβυνε και για μας ήτανε μεγάλη αβάντα)

Αβασταή (η) και ανεβασταϊλα (<α στερ.+βαστάω) = η ανυπομονησία
(Με πιάνει μια ανεβασταϊλα, δε μπορώ άλλο, πάμε!)

Αβγαταίνω ή αβγατίζω (<εβγατός<αρχ.εκβατός) = μεγαλώνω, πολλαπλασιάζω
(Αβγάτησε η φαμπελιά του, αβγάτησε το κοπάδι του, δεν αβγατάει η δουλειά)

Αβγάτισμα (το) = το μεγάλωμα

Αβγόκουπα (η) = το τσόφλι του αυγού

Αβέρτος (επίθ.) (<βεν.averta) = μπόλικος, πλούσιος
(Να το φτιάξεις αβέρτο το σπίτι, παιδί μου, να ΄χουτε άπλα σα φαμπελιά)

Αβέρτα (επίρ.) = πλούσια
(Φάγαμε αβέρτα)

Αβερτοσύνη (η) = η ευρυχωρία
(Έχεις μεγάλο σπίτι, έχεις αβερτοσύνη)

Αγάλια-αγάλια, γάλια-γάλια (επίρ.) (<μεσν.αγάλιν<αγάληνα<γαληνός) = σιγά-σιγά, ήρεμα
(Αγάλια αγάλια γίνεται η αγουρίδα μέλι, παροιμία)

Αγαλιανός (επίθ.) = ο αργός
(Έναι αγαλιανή στις δουλειές της, δε της φτουράνε)

Αγάνι (το) ή άγανο (το) (<ελληνιστ.άκανος<αρχ.άγανον) = το πάνω μέρος του σταχιού και άλλων χόρτων, αλλιώς και αθέρας
(Φύσηξε βοριάς και σήκωσε τα άγανα μπουχό)

Αγανός (επίθ.) (αρχ. ελλ.) = ο αραιός στην ύφανση
(Αγανοπολεγμένη ζακέτα)

Αγανά (επίρ.) = αραιά
(Πλέχεις αγανά)

Αγάντα (η) (<βεν.agguadare) = η δύναμη, η βοήθεια. Η λέξη είναι ναυτικός όρος, αλλά στο χωριό μας χρησιμοποιόταν με τη σημασία της αντίστασης-βοήθειας.
(Κράτα αγάντα = κράτα γερά, κράτα αντίσταση, στήλωσε το ένα πλευρό να ισορροπήσει το φόρτωμα)

Άγαρμπος (επίθ.) (α στερ.+ιταλ.garbo=κομψός) = αυτός που δεν έχει χάρη, ο άκομψος, ο απότομος
(Άγαρπες κινήσεις, άγαρμπη ματιά, άγαρμπη περπατησιά)

Άγαρμπα (επίρ.) = απότομα
(Του φέρθηκες άγαρμπα)

Α-γειά σου = έκφραση που δείχνει χαιρετισμό ή ευχή . Λέγεται ως απάντηση στο φτέρνισμα (α-ψου) ή μπράβο, καλά τα λες

Αγγειό  (το) (αρχ.ελλ.αγγείον) = το αγγείο
(Πήρε τ΄ αγγειά της και τράβηξε για νερό στη Λίμνα,
– Τώρα, ξιφορτώνω τα τελευταία αγγειά …, Β. Μάραντος, «Ζάγκα»)

Αγγελοσκιάζουμαι = βλέπω τη σκιά αγγέλου, οραματίζομαι το θάνατο
(…Είχε πέσει σε λήθαργο. Ανάσαινε βαριά και που και που του ΄φευγε και κανά βογγητό. Ξάφνου λες και αγγελοσκιάχτηκε ψιθύρισε αργά, μα καθαρά «Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς…» και μετά τίποτα. Το πρόσωπο γαλήνεψε…, Κ. Μ.)  

Αγγιάζω(<αγγίζω<εγγίζω) = ακουμπώ, πειράζω
(Μη τ΄ αγγιάζεις το σπυρί κι αφορμίσει)

Αγγόνα (η), το αγγόνι (<αρχ.ελλ. έκγονος) = η εγγονή, το εγγόνι
(Καλώς την αγγόνα μου!)

Αγιάζι (το) (<τούρκ.ayaz) = διαπεραστικό κρύο με υγρασία

Αγίνωτος (επίθ.) (<α στερ.+γιν-(ομαι) = άγουρος
(Έμεινε αγίνωτο το προζύμι, δεν έπιασε, πρέπει να΄αναπιάσω άλλο, είναι αγίνωτα τα σταφύλια)

(τ΄) Αγιώργη το ρέμα = τοπωνύμιο στη Σέλιτσα

Αγιο-Πεντελέημονας ( ο) = άγιος Πεντελεήμων, ξωκκλήσι στη Σέλιτσα

Αγιογδύτης (ο) = ο εκμεταλλευτής, ο κλέφτης

Αγιοδημήτρηδες (οι) = τα χρυσάνθεμα

Αγκελώνω-ουμαι (<αρχ.αγκυλόω=τρυπώ) = τσιμπώ, καρφώνω-ομαι
(Με καταγκελώσανε οι αφάνες και τα σφάλαχτρα, Τ΄ αγκάθι από μικρό αγκελώνει, παροιμία)

Αγκίδα (η) (μεσν.<αρχ.ελλ.ακίς) = η ακίδα, λεπτό κομμάτι ξύλου σαν βελόνα
(Έλα παιδάκι, να μου βγάλεις από το δάχτυλό μου μια αγκίδα, κάψε το βελόνι κι έλα δωχάμου στο λυχνάρι κοντά να γλέπεις)

Αγκλέουρας (ο) (μεσν.αλέουρος<αρχ.ελλ. ελλέβορος=δηλητηριώδες φυτό) = πάρα πολύ
(Έφαε τον αγκλέουρα)

Αγκομαχάου (μεσν.αγκομαχώ<αγκώνω+μαχ-(ομαι)) = βαριανασαίνω, κουράζομαι πολύ
(Αγκομαχάει το ζωντανό μέσα στο λιοπύρι)

Αγκορτσιά (η) (<αλβ.gorrice)) = η αγριοαχλαδιά

Αγκόρτσα (τα) = τα άγρια αχλάδια

Αγκούσα (η), αντιδάνειο, (<βεν.angossa<αρχ.ελλ.άγχω=στραγγαλίζω, πνίγω) = η στεναχώρια, η ζέστη
(Έχω αγκούσα, πνίγουμαι, άνοιξε να μπει αέρας)
(Κλέφτες ήρθαν, ρούσα μου, ήρθαν στην αυλή μας, ελιώσαν τα παπούτσια μου…, έλα πάρε τα δικά μου, ρούσα μου, κάψα μου, αγκούσα μου, δημ. τραγ. «Λαογραφικά και άλλα Βασιλιτσίου Μεσσηνίας», Αντ. Γαϊτάνης)

Αγκουσεύουμαι = ζεσταίνομαι, στενοχωριέμαι, δυσκολεύομαι

Αγκριθερός, -ή, -ό (<αγκρίθι=η ακίς) = αυτός που δεν είναι λείος, έχει προεξοχές σαν αγκάθια
(…Σ΄ ένα κοτρώνι αγκριθερό κάθομαι κι ονειροπολώ…, ποίημα, Π. Γλ.)

(Α)γκρίθι (το) (<αρχ.ελλ.ακάνθιον) = η αγκίδα, το αγκάθι

Αγκωνάρι (το) (μεσν.αγκωνάριν<αρχ.ελλ.αγκών=γωνία) = μεγάλη πέτρα πελεκημένη, που την τοποθετούσαν οι χτίστες στις εξωτερικές γωνίες του σπιτιού

Αγκωνή (η ) (μεσν.αγκωνή<αγκών+γωνία) = η γωνία του ψωμιού
(Μου αρέσει η αγκωνή, είναι το πιο νόστιμο κομμάτι του ψωμιού, Πάρε την αγκωνή, να σ΄ αγαπάει η πεθερά σου )

Αγλύκατος (επίθ.) (<α στερ.+ γλυκαίνω) = αυτός που δεν έχει γλύκα στη ζωή του, ο δυστυχής. Συχνά όμως χρησιμοποιόταν και σαν χαρακτηρισμός συνήθειας, ιδίως στα παιδιά
(Έλα δω, ρε αγλύκατο και θα σε κανονίσω εγώ, γιατί δεν είπες τίποτα;)

Αγνάντια (επίρρ.) (<ενάντια<αρχ.ελλ. ενάντιος) = απέναντι
(Στην Αγια-Σοφιά αγνάντια βλέπω τα ευζωνάκια, δημ. τραγ.)

Αγνάντι(ο) (το) (αγναντεύω<αγνάντια) = το μέρος που έχει θέα τριγύρω
(Βγήκε αγνάντιο = βγήκε σε μέρος που φαίνεται καλά, …Στ΄αγνάντι βγήκε κι έκατσε, σ΄ένα ψηλό λιθάρι, «Μια βλάχα», δημ. τραγ. Αντ. Γαϊτάνης)

Άγνεστος (επίθ.) (<α στερ.+γνέθω) = αυτός που δεν έχει γνεθεί
(Μου ΄χει μείνει πολύ άγνεστο μαλλί)

Αγουρογέρασα = γέρασα πριν την ώρα μου
(Αγουρογέρασα, παιδάκι μου, απ΄ της ζωής τη (μ)πίκρα)

Αγουροξύπνησα = ξύπνησα πριν την ώρα μου, Αγουροξυπνημένος (μετχ.)
(Αγουροξυπνημένο το αγόρι, με τη τσίμπλα στο μάτι, σηκώθηκε γλήγορα από το προχειροφτιαγμένο στρωσίδι του κι έτρεξε στην αυλή…)

Άγραφα (<α στερ.+γραφ-ω) (ως έκφραση) : είναι από  τ΄ άγραφα = δεν είναι γραμμένα, είναι ανείπωτο
(Φτούνο που ΄γινε είναι απ΄ τ΄ άγραφα! Ποιος το περίμενε!)

(Α)γραμπαλώνω-ουμαι ή γραπώνω-ουμαι (< ιταλ.grappare) = γαντζώνω, σκαρφαλώνω
(Γραπώθηκα με δύναμη σε μια προεξοχή του βράχου και στήριξα τα πόδια μου σ΄ ένα ξερό κορμό σφηνωμένο στα σωθικά του)

Αγριαπιδιά (η) = η άγρια αχλαδιά

(Α)γρικάου (<μεσν.αγροικός<αρχ. άγροικος) = ακούω, νιώθω
(Αχ, γρικάου ‘να πονίδι)

Αγριλιά (η) = η άγρια ελιά, Αγριλίδι(το) = η παραφυάδα της αγριλιάς

Αγριλίτσα (η) = τοπωνύμιο κοντά στο χωριό με πετρώδες και άγονο έδαφος, κατάλληλο μόνο για μονάλετρο. Είχε φυτρώσει κάποια αγριελιά και δε μεγάλωνε. Σήμερα ο τόπος είναι κατάφυτος με ελιές

Αγύρευος, -η, -ο (α στερ.+γυρεύω) = ο αζήτητος. Λεγόταν για πράγματα που είχαν χαθεί και δεν τα αναζητούσε κανείς ή και για κορίτσια που δεν τα είχαν γυρέψει σε προξενιά

Αγύριστος (ο) = ο σατανάς
(Άει στον αγύριστο…)

Αγώι (το) (<αγώγιον<άγω) = ό,τι φορτίο μεταφέρεται με ζώο επί πληρωμή
(Το αγώι ξυπνάει τον αγωγιάτη, παροιμία)

Αγω(γ)ιάτης (ο) (<αγώι) = ο άνθρωπος που κάνει το αγώι
(Ποιος είναι κείνος που ΄ρχεται στο κάμπο καβαλάρης; Εκείνος είν΄ ο Θανασάς, ο πρώτος αγωιάτης, δημ. τραγ. Αντ. Γαϊτάνη «Λαογραφικά και άλλα Βασιλιτσίου)

Αδειάζω = ευκαιρώ
(Άμα αδειάσω, θα ΄ρθω από κει να τη κανονίσουμε τη δουλειά)

Άδειος (επίθ.) (αρχ.ελλ.) = ο εύκαιρος
(Έλα, είμαι άδεια τώρα)

Αδερφομοίρι (τo) (αδερφός+μοίρα) = το μερτικό του αδερφού από κληρονομιά

Αδικοβάνω = σκέπτομαι άδικα (αρνητικά) για κάποιον

Αδόξαστο (ουδ. ως επίρ.) (<α στερ.+δόξα) = πάρα πολύ
(Του έριξε τον αδόξαστο = έφαγε πολύ ξύλο, του έβγαλε τον αδόξαστο = τον κούρασε πολύ)

Αδράχτι (το) (μεσν.<ελλν.άδρακτον<άδρακτος<αρχ.άτρακτος) = γνεστικό εργαλείο, περιμετρικά του οποίου τυλιγόταν το γνέμα
(Πέντε μήνες, έξι αδράχτια, βλάχα πλένει στο ποτάμι, δημ. τραγ.)

Αδρόσιγος (επίθ.) (α στερ.+δροσίζω) = ο χωρίς χαρά, ο πικραμένος. Η λέξη  πήρε ευρεία χρήση ως χαρακτηρισμός γενικότερα, λόγω των δύσκολων συνθηκών διαβίωσης του χωριού, όμως δεν ταυτιζόταν πάντα με αρνητική σημασία.
(Ε, το αδρόσιγο, το στερεμένο, πάλι μου ΄καμε ζημιά!)

Αδύνατο (το) = το ανύπαντρο κορίτσι
(…Κι είχεν δύο αδύνατα μέρη, εν ώρα γάμου…, Αλ. Παπαδιαμάντης)

Αειντούτσα (η) Η λέξη δεν συναντάται σε λεξικά. Προσωπική άποψη<αεί (=πάντοτε)+ομηρ. ρήμα αντάω(=πηγαίνω για συνάντηση) = η γυναίκα που δεν κάθεται σπίτι της, αυτή που γυρνάει, η κουτσομπόλα, μα και η δυναμική. Στα βορειοηπειρώτικα συναντάται η λέξη αϊντούτης που σημαίνει κλέφτης. Ίσως να έχουν κοινό έτυμον

Αερικό (το) = αόρατο κακό πνεύμα. Σε πολλά μέρη του χωριού έλεγαν οι παλιοί πως περνούσαν αερικά.

Αεροχάφτης (ο) = ο χαζός, ο τεμπέλης

Αεροχάφτω = χαζοφέρνω, τεμπελιάζω

Αζάτικος (επίθ.) (<α στερ.+ζάπι<τούρκ.zapt) = αυτός που δεν μπαίνει σε όρια, ο  απείθαρχος
(Το παιδί μου είναι πολύ αζάτικο, δε μπαίνει σε σειρά)

Αζούρι (το) (γαλλ.ajour) = σχέδιο κεντήματος

Άζευτος (επίθ.) (<α στ.+ζευτός) = αυτός που δεν έχει ζευτεί
(Είναι άζευτο το πουλάρι)

 (τ’) Αγιο-Βασιλιού = ο πολιούχος άγιος του χωριού μας, στη γιορτή του οποίου γινόταν μεγάλο πανηγύρι

Ά(ε)ι, άϊντε και με έμφαση άιντε ντέ (προτρ. μόριο) (<προστ.άγε) = πήγαινε, φύγε .
Σε εκφράσεις ως ευχή άϊ στο καλό, αϊ στην ευκή ή ως χουϊατό: άι στο γιούδα (Ιούδα), άι στο περίδρομο, άι στο διάτανο, άι στο διάολο, άι στο κόρακα, άι στο μαύρο, άι σιαπέρα, άι να χαθείς, άι χάσου κλπ, άι σοιχτήρι κ.α. Συχνά λέγεται μόνο το α : α να χαθείς, α σιαπέρα, α παράτα με…

Ά(ε)ιντεστε = πηγαίνετε

Αθάνατος (o) = χειροποίητο σχοινί από τον κάκτο αθάνατο για γεωργικές εργασίες. Έκοβαν τα φύλλα του αθάνατου, τα καθάριζαν από τ’ αγκάθια και τα μούσκευαν για μια εβδομάδα σε νερό. Οι ίνες που απέμεναν μετά το μούλιασμα, γνέθονταν σε νήμα με την ίδια διαδικασία που εφαρμοζόταν στο σπάρτο και στο λινάρι.

Αθάνατος (ο) = μεγάλος κάκτος με μυτερά αγκαθωτά φύλλα

Αιστάνουμαι = αισθάνομαι
(…να αιστανθώ τις πρώτες παιδικές χαρές, ποίημα, Π. Γλ.)

Αϊτοράχη (η) = ψηλή, απάτητη κορυφή βουνού
(Πέρα κει στην αϊτοράχη κάνουν μια χαρά οι βλάχοι, δημ. τρ.)

Ακαμάτης-τρα (επίθ.) (<α στερ.+κάματος=κόπος) = ο τεμπέλης.
(Με το νου πλουταίνει η κόρη, με τον ύπνο η ακαμάτρα, παροιμία, Ακαμάτρα νύφη μου ΄λαχε)

Ακάμωτος (επίθ.) (<α στερ.+καμώνω) = αυτό που δεν έγινε ακόμα
(Η Σέλιτσα και το Καλαμάκι είναι ακάμωτα, δηλ. χωράφια που δεν οργώθηκαν ή τις κουρελούδες τις έχω ακάμωτες ακόμα, δε προλαβαίνω τα βράδια)

Ακαπλάτιγο (το) = χωρίς καπλάτι, δηλ. χωρίς παπλωματοθήκη, η οποία τότε ραβόταν πάνω στο πάπλωμα με ένα σεντόνι εσωτερικά και ένα εξωτερικά
(Το πάπλωμα το ΄χω ακαπλάτιγο ή άντυτο)

Ακάτι (το) (<α αθρ.+ κάτι) = η δύναμη, η αντοχή
(Δεν έχω τ΄ ακάτια πια, αποτσάλιασα!)

Ακένωτος (επίθ.) = αυτός που δεν έχει κενωθεί, δεν έχει αδειάσει
(Η κανάτα είναι ακένωτη, κεράστε τα κρασί , το τσουκάλι είναι ακένωτο, βάλτε φαϊ)

Ακέριος (επίθ.) (<ακέραιος) = ακέραιος, ολόκληρος
(Θέλει τη (μ)πίτα ακέρια και το σκυλί χορτάτο, παροιμία)

Άκληρος ή άκλερος (επίθ.)(<α στερ.+κλήρος) = ο χωρίς απογόνους. Για τα παλιά χρόνια ήταν κοινωνική καταφρόνια η μη συνέχιση της οικογένειας
(Άκληρο ζευγάρι, Έμεινε μαγκούφης κι άκληρος)

Ακόνα (η) = μεγάλη πέτρα από ψαμμόλιθο
(Στη θάλασσα στον Αη-Νικόλα δε πολυπααίναμε, γιατί ήτανε γιομάτη ακόνες)

Ακόνι (το) = λείο χαλίκι της θάλασσας κατάλληλο για τρόχισμα. Στα σπίτια υπήρχε πάντα ένα μεγάλο και ένα μικρό ακόνι. Το μικρό για τους σουϊάδες και τα μαχαίρια και το μεγάλο για τ΄ αλάτι (έτριβαν το χοντρό αλάτι)

Ακορφολόητος (επίθ.) = αυτός που δεν του έχουν κόψει τις κορφάδες. Λέγεται για τις σταφίδες, τα αμπέλια και γι΄ άλλα φυτά
(Μού ΄μεινε ακορφολόητη η σταφίδα και θα μου σαπίσουν τα σταφύλια)

Ακουμπάου (<ελλν.ακουμβίζω<λατ.accumbo) = αγγίζω, τοποθετώ κάτι κάπου
(Ακούμπατο στο πεζούλι)

Ακουμπέτι (επίρ.) (<τούρκ.akibet) = ακόμα, ντε και καλά

Ακριδολογάει (<ακρίδα+λογέω-ώ) = λεπτολογεί ένευ αξίας, χασομεράει
(Η αλεπού είχεν εργατιά, κι εκείνη ακριδολόγαε, παροιμία)

Αλαίμαργα = λαίμαργα
(…αλαίμαργα σου ρούφηξα το μελιρό χυμό σου…,
…οπού ρουφάν΄ αλαίμαργα  των σταφυλιών το μέλι…, ποίημα Π.Γλ.)

Αλαλιάζω (α στερ.+λαλιά) = χάνω τη μιλιά μου, τρελαίνομαι
(Τρέξε γυναίκα, το παιδί αλάλιασε στο κλάμα, μας αλάλιασε ο ήλιος))

Αλαμπρατσέτα (επίρ.) (<ιταλ.alla braccetta, υποκ.<braccio) = αγκαζέ
(…Αλαμπρατσέτα τους κι οι τρεις και παρακουρντισμένοι…, ποίημα, Π. Γλ.)

Αλάνα (η) = ανοιχτός, ξέφραγος μεγάλος χώρος, όπου συνήθως έπαιζαν τα αγόρια
(Πάμε όξω στην αλάνα να παίξουμε κυνηγητό; )

Αλάργα (επίρ.) (<ιταλ.allarga) = 1. μακριά (τόπος)
(Μακριά κ΄ αλάργα, για επικίνδυνο άτομο, έκατσα αλάργα να μη με δούνε),
2. αργά (χρόνος)
(Αλάργα-αλάργα το φιλί, για να ΄χει νοστιμάδα, δημ.τραγ, Αντ. Γαϊτάνη «Λαογραφικά και άλλα Βασιλιτσίου Μεσσηνίας»)

Αλαργεύω = απομακρύνομαι (Αλαργεύει η συγγένεια)

Αλαργινός (επίθ.) = ο μακρινός
(…Από ξένο τόπο κι απ΄ αλαργινό, ήρθε ΄να κορίτσι φως μου δώδεκα χρονώ…, δημ.τραγ., Αντ. Γαϊτάνη «Λαογραφικά και άλλα Βασιλιτσίου Μεσσηνίας»)

 Αλατζιάς (ο) (<τούρκ.alaca) = φτηνό βαμβακερό ύφασμα
(…Στον αλατζιά σου θα γραφτώ κι αν δε με πάρεις θα χαθώ…, δημ. τρ., Α. Γ.)

Αλαφασκίδα (η) (<μεσν.αλισφασκιά<αρχ.ελελίσφακος) = ο καρπός της ασφάκας. Τρώγεται ωμός και είναι γευστικός. Στα παιδικά μας χρόνια τον αναζητούσαμε πηγαίνοντας στα χωράφια για διάφορες δουλειές την εποχή της άνοιξης

Αλαφιασμένος (μετχ) (<αλαφιάζουμαι<ελάφι=ξαφνιάζομαι, προσέχω) = ο ανήσυχος, ο υποψιασμένος

Αλαφριός, -ιά, -ιό (επίθ.) = ο ελαφρύς

Αλαφρόπετρα (η) = πορώδες πέτρωμα. Μικρή αλαφρόπετρετρα χρησιμοποιούσαν για να τρίβουν τα πόδια τους

Αλαφροκόκκαλος (επίθ.) = αυτός που έχει ελαφριά κόκκαλα, ο αδύνατος

Αλεγάντινος (επίθ.) (<αλέγκρος) = ο πεντακάθαρος, ο σικάτος
(Κυριακή απόγιομα κι ο μπαρμπα Νικολός μπήκε καμαρωτός και αλεγάντινος στο (γ)καφενέ του χωριού)

Αλέγκρος, -α, -ο (επίθ.) (<βεν.alegro) = χαρούμενος, ανοιχτόκαρδος άνθρωπος, Αλέγκρα (επίρ.) = χαρούμενα
(Αλέγκρα μου γελάς και χαίρεται η καρδιά μου)

Αλειτρού(γ)ητος (επίθ.) (<α στερ.=λειτουργώ) = αυτός που δεν εκκλησιάζεται
(Είμαι δεύτερη Κυριακή αλειτρούητη, ας με συχωρέσει ο θεός!)

Αλεσιά (η) = ποσότητα σιταριού για μια άλεση
(Πήγα στο μύλο δυο αλεσιές γέννημα)

Άλεσμα (το) = το αλεσμένο σιτάρι, το αλεύρι μιας αλεσιάς
(Ήφερα το άλεσμα, γυναίκα!)

Αλέστα (επίρ.) (<ιταλ.allestare) = προσοχή
(Φυλάει το σκυλί αλέστα στη ποριά,
…Μπροστά μου είναι η Γελαδού, κι ας έφυγε από χρόνια
…αλέστα για χοντροδουλειά, πάντα ανασκουμπωμένη, ποίημα Π. Γλ.)

Αλεστικά (τα) = η πληρωμή του μυλωνά
(«Μπάτε σκύλοι αλέστε κι αλεστικά μη δίνουτε, παροιμία, …Περάστε ελεύθερα, κι αλέστε, χωρίς αλεστικά…ποίημα, Π. Γλ.)

Αλετροπόδα (η) = εξάρτημα του αλετριού, το πίσω κάτω μέρος του ξύλινου ποδιού που μπαίνει το υνί, Αλετροπόδα (η) = αστερισμός (του Ωρίονα)

Αλησβερίσι (το) (<τουρκ.alisveris) = η δοσοληψία

Αλητάμπουρας (o) (<αλήτης+αλβ.burre=άντρας) =  ο αληταράς

Αλιάδα (η) (<βεν.agiada) = η σκορδαλιά
(Τράβα να μου φέρεις το γουδί να κοπανήσω λιγούλια αλιάδα)

Αλικοντίζω (<τούρκ.alikomak) = καθυστερώ
(Αλικόντισε το στερεμένο (έκφραση) = καθυστέρησε το κακόμοιρο)

Αλισίβα (η) (<ιταλ.lisciva) = βραστό νερό, συνήθως βροχής ή ποταμίσιο, με στάχτη για την κοπανίτσα, δηλ. το πλύσιμο των ρούχων

Αλλαξιά (η) (<αλάττω) και το αλλαξίδι = η φορεσιά
(Δέκα αλλαξιές προίκα έδωκα στη κόρη μου)

Αλλαξομουτσουνιάζω = αλλάζω έκφραση μουτσούνας, προσώπου
(Γιατί αλλαξομουτσούνιασες, τι έγινε;)

Αλλαξοστρατίζω = αλλάζω στράτα, δρόμο
(Μόλις μ΄ έϊδε αλλαξοστράτισε)

Αλλότες = άλλοτε
(Αλλότες θέλει κι αλλότες δε θέλει)

Αλλούθε (επιρ.) (<αλλού+θεν) = αλλού
(Γι αλλούθε κίνησες κι αλλούθε πήες)

Αλλουνού (γεν. αντων.) = άλλου
(Όποιος σκάβει το λάκκο του αλλουνού, πέφτει ο ίδιος μέσα, παροιμία)

Αλμπάνης (ο) (<τούρκ.nalbant) = ο πεταλωτής, ο ατζαμής

Αλόγα (η) <άλογο) = η ψηλή και άχαρη γυναίκα, χωρίς τρόπους

Αλογόμυγα (η) = μύγα που ζει σε σμήνος στην ουρά του αλόγου, χωρίς να το ενοχλεί, όμως εάν πάει σε γάϊδαρο, τον ερεθίζει και προγκάει

Αλούπι (το) (<αλεπού) = το αλεποτόμαρο, αλλά και το πονηρό άτομο

Αλουποπορδή (η) (<αλεπού+πορδή) = 1. είδος μανιταριού,
2. ο κοντός άνθρωπος (Μια αλουποπορδή είναι),
3. αυτός που ομιλεί, χωρίς να ερωτηθεί
(Τι πετάχτηκες σα (ν)την αλουποπορδή, σε ρώτησε κανείς;)

Αλουπού (η) = η αλεπού

Αλουσιά (η) (<α στερ.+λουζ(-ω)) = η απλυσιά του κεφαλιού
(Μ΄ έφαε η αλουσιά με την αρρώστια)

Άλυσος (ο) (<αρχ.ελλ. άλυσις) = η αλυσίδα, έκοψε τον άλυσο (για άνθρωπο) = τρελάθηκε
(Έκοψε τον άλυσο το γουρούνι και δεν άφηκε τίποτα στο περβόλι)

Αλυχτάου (<αρχ.υλακτώ) = ουρλιάζω
(Ούλη τη νύχτα αλυχτάγανε οι λύκοι στο βουνί)

Αλωνάρης (ο) = ο μήνας που οι άνθρωποι αλωνίζουν τα δημητριακά τους, ο Ιούλιος
(Αλωνάρης αλωνίζει, σιτάρι το χωριό μυρίζει, παροιμία)

Αλώνι (το) (<ελλν.κοιν. αλώνιον, υποκ.<αρχ. ελλ.άλως) = 1. στρογγυλός επίπεδος χώρος για το αλώνισμα των δημητριακών, η αλωνίστρα. Το αλώνι γινόταν σε μέρος ευάερο, για να το πιάνει ο αέρας και μάλιστα ο βοριάς ή ο μαϊστρος, καλυπτόταν με μεγάλες επίπεδες πλάκες, ενώ στη μέση έσμπηγαν τον στίερα για να δένεται το άλογο.
(Θυμάμαι σαν όνειρο εκείνο τ΄ αλώνι στη Γκαγκαδόραχη,  με τη πανώρια θέα στο απέραντο γαλάζιο του Ιουνίου και στους καρπερούς λοφίσκους της Σέλιτσας.)
2. παραλληλεπίπεδος 4χ8 χώρος για το άπλωμα των σταφυλιών, το σταφιδάλωνο. Το σταφιδάλωνο γινόταν σε μέρος απάνεμο και πολύ προσήλιο για το γρήγορο λιάσιμο των σταφυλιών. Στα παλιότερα χρόνια «χριζόταν»με ασβουνιά για να απορροφάται η σκόνη και το χώμα, αργότερα καλυπτόταν με δικτυωτό πλαστικό.Επάνω άπλωναν τα σταφύλια.
(Κι οι κουβαλητές κουβάλαγαν τις κόφες με σταφύλια που άπλωνε μια λυγερή στο καυτερό αλώνι Κ.Μ.)

Αλωνίστρα (η) = το αλώνι

Αμάδα (η) οι αμάδες (<βεν.zogàr al madi με επίδρ. της λέξ. σημάδι) = η λεπτή δισκοειδής πέτρα, συνήθως χαλίκι από τη θάλασσα, όπου έπαιζαν τα παιδιά το ομώνυμο παιχνίδι, βάζοντας σημάδι ένα τενεκεδάκι
(Παίζουμε αμάδες;)

Αμάκα (η) (<βεν.a maca) = το να ζει κανείς εις βάρος άλλων
(Είναι μαθημένος στην αμάκα)

Αμανάτι (το) (<τουρκ.amanet) = το ενέχυρο, ο μοναχός
(Του ΄μεινε αμανάτι)

Αμαξωτός (επίθ.) (<αμάξι+ωτός) = ο δημόσιος δρόμος, η άσφαλτος

Αμασκάλη (η) = η μασχάλη

Αμασκαλίδα (η) = βλαστός ανάμεσα στα φύλλα

Αματάλαβος (επίθ.) = ο χωρίς μεταλαβή, ο ακοινώνητος
(Πέθανε ο αμαρτωλός και πήγε αματάλαβος)

Άμα πια (έκφρ.) = τονίζει με υπερβολή κάτι
(Άμα πια, δεν αντέχεσαι)

Αμδέ = δηλώνει άρνηση, όχι βέβαια
(Αμδέ σφάξανε!)

Αμέ (βεβαιωτικό μόριο) = ναι
(Θα ρθεις μαζί μου; – Αμέ!)

Αμ κανέ μου = και λοιπόν

Αμ τι (<αμέ+τι) (βεβ. μόριο) = βέβαια
(Το ήφερες το θέλημα; – Αμ τι, δε το ήφερα;)

Αμελέτητα (τα) = αυτά που δε μελετιώνται, οι όρχεις των ζώων, εξαιρετικός μεζές

Αμέρωτος (επίθ.) = αυτός που δεν έχει ημερωθεί.
(Αυτό το σκυλί είναι αμέρωτο, δεν (η)μερώνει με τίποτα)

Αμέτι μοχαμέτι (επίρ.) (τουρκ.) = ντε και καλά, πολύ επίμονα

Αμολάου (μεσν.<βεν. ammolla) = 1. αφήνω ελεύθερο κάποιον, λύνω (Αμόλα τις γίδες να βοσκήσουν, Αμόλα το νερό),
2. τελειώνω, σχολάζω (Αμόληκε η εκκλησιά, Αμόληκε το σκολειό)
3. αυξάνω, φουντώνω (Κλάδεψε τα ξερά και τα λαίμαργα, ν΄ αμολήκει φρέσκο κλαρί)
4. παθητ. αμολιέμαι = λύνομαι, φεύγω
(Αμολήθηκε η γίδα, Aμολήσου γλήγορα να πας για το θέλημα)

Αμόλημα (το) = το λύσιμο, το σχόλασμα
(…Στ΄ αμόλημα της εκκλησιάς, ξεχύθηκεν ο κόσμος…, ποίημα, Π. Γλ.)

Αμολητός (ρημ.επίθ.) = αυτός που είναι ελεύθερος
(Οι γίδες είναι αμολητές ή αμόλα, Η Τετάρτη και η Παρασκευή της Λαμπροβδομάδας είναι αμολητές, δε νηστεύονται)

Αμορίλα (η) = η τεμπελιά, η ανικανότητα
(Τόνε δέρνει μεγάλη αμορίλα)

Άμορος (επίθ.) (<α στερ.+μοίρα) = 1. ο άτυχος (Στον άμορο το (ν)τόπο το μήνα Μάη βρέχει, παροιμία),
2. ο οκνός (Είναι άμορος ο άθρωπος, μέχρι να σηκώσει το ένα βρωμάει τ΄ άλλο),

 Άμπακας (ο), αντιδάνειο, (<ιταλ.αbbaco< abacus<αρχ.ελλ. άβαξ) = πάρα πολύ φαγητό. Η αρχική λέξη άβαξ σήμαινε την πινακίδα για πρόχειρες αριθμητικές πράξεις, στα λατινικά (abacus) διευρύνεται ως γνώση της πρακτικής αριθμητικής (15ος-17ος αι.), περνάει στα ελληνικά με την ίδια σημασία και με την έκδοση ενός πολυσέλιδου βιβλίου πρακτικής αριθμητικής του Μανουήλ Γλυζωνίου (1568) με τη λαϊκή ονομασία “ο άμπακας” μέσα από τη φράση “ξέρει τον άμπακα” σημαίνει τη μεγάλη ποσότητα γνώσεων. Κατόπιν εκφράζει τη μεγάλη ποσότητα γενικώς. Η φράση “ήπιε ή έφαγε  τον άμπακα” συναντάται με τα το 1920. (Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία, Ν. Σαραντάκος)

 Αμπάλωτος (επίθ.) = αυτός που δεν έχει μπαλωθεί, ο σχισμένος
(Αμπάλωτα ρούχα), μεταφορικά κάτι αρκετά δύσκολο (Άϊντε  τώρα να μπαλώσεις τ΄ αμπάλωτα, έκφραση που δείχνει δυσκολία αιτιολόγησης)

 Αμπάρτζα ή αμπάριζα (<αλβαν.ambareze) ή ζίμι = παιδικό παιχνίδι με τρέξιμο, το κυνηγητό, με πήρε αμπάριζα = με νίκησε, δεν πρόλαβα καθόλου

Αμπαρώνω (<λατ.abara) = κλείνω με αμπάρα (χοντρό ξύλο) την πόρτα, σφραγίζω

Αμπέχονο (το) (<αμφί+έχω) = χοντρή μάλλινη ζακέτα, που φορούσαν οι φαντάροι, το πολύ χοντρό και βαρύ ρούχο

Αμποδάου = εμποδίζω
(Αμπόδα τη γίδα, να μη φάει το λιόφτο)

Άμποτε (<αν ποτέ) = μακάρι

Αμπροσταίνω (<αμπρός<εμπρός+αίνω) = ξεπερνώ, μπαίνω μπροστά από κάποιον
(Πάμε μια πιλάλα, κι όποιος αμπροστήσει τον άλλονε)

Ανάβολα (επίρ.) = άβολα
(Μού ΄ρχεται ανάβολα κείνος ο δρόμος από το ποτάμι, έναι απόσκοτα κεισιακάτου)

Αναβόλα (η) (<ανά+βόλι<μεσν. βόλιον, υποκορ.<αρχ. βόλος<βάλλω) = το πρώτο αυλάκι στην αρχή του οργώματος με τα ζώα, στην άκρη του χωραφιού. Στην άλλη άκρη του χωραφιού το τέλειωμα του «οργωτού» το έλεγαν ριζοβόλιασμα. Τα αντίστοιχα ρήματα ήταν αναβολιάζω, ριζοβολιάζω. Οι ρίζες ήταν οι άκρες του χωραφιού

Αναγελάου = κοροϊδεύω
(Αναγελάμε δεκαοχτώ και μας αναγελούνε χίλιοι, παροιμία)

Ανάγκαση (η) = η ανάγκη, η μεγάλη προσπάθεια
(«Η παντρειά και το τσουκάλι θέλει ανάγκαση μεγάλη, παροιμία)

Αναγλιτσιάζω (<ανά+γλίτσα<γλοιόν) = 1. γλυστράω
(Αναγλιτσιάζει ο δρόμος από τη λάσπη),
2. κακοπλένω τα ρούχα ή τα πιάτα
(Έρμο πλύσιμο πού ΄καμες, ίσια που τ΄ αναγλίτσιασες τα σκουτιά)

Αναγούλα (<ανά+γουλιά) = η τάση για έμετο

Αναγουλιάζω = έχω τάση για έμετο

Ανάγυρα (επίρ.) = σε μειονεκτική θέση
(Το σπίτι του είναι ανάγυρα, μη πααίνεις τέτοια νώρα)

Αναδεξιμιός (ο) (<ανά+δέχομαι) και αναδεξιμίδι (το) = ο βαφτισιμιός

Αναζουπώνω (<αναζουμώνω) = γεμίζω χυμούς, γίνομαι καλά, παίρνω δυνάμεις μετά από αρρώστια ή δύσκολη κατάσταση
(Αναζούπωσε το κακόμοιρο, στήθηκε στα πόδια του)

Ανάκαρο, -α (το) (<ανάκαρδα<ανά+καρώ=αντέχω) = σωματική ή ψυχική δύναμη, αντοχή
(Δεν έχει ακόμη ανάκαρο να πάει για δουλειά, να δυναμώσει πρώτα)

Ανακατερός (επίθ.) (<ανακατώνω<ανάκατος<άνω+κάτω) = ανακατωμένος

Ανακατερά (επίρρ.) = όλα μαζί
(Έφτιασα του γουρουνιού λιοκόκια και πίτουρα ανακατερά)

Ανακατωμένος ο ερχόμενος (έκφραση) = είναι όλα ανακατωμένα και μπερδεμένα
(Βρήκα το σπίτι μου ανακατωμένος ο ερχόμενος)

Ανακατωσιά (η) ( = 1. το ανακάτεμα (Δώσε μια ανακατωσιά στο φαϊ μη κολλήσει)
2. η ανακατωσούρα, το μπέρδεμα (Έγινε μια μεγάλη ανακατωσιά στο απάνου χωριό χτες, τσακώθηκε ούλη η γειτονιά)

Ανακάτωση (η) = η στομαχική διαταραχή
(Έχω μια ανακάτωση, μου ΄ρχεται αναγούλα)

Ανακαψίλα (η) (<ανά+καψ-αόρ.καίω) = η καούρα του στομαχιού
(Έχω ανακαψίλα)

Ανακλανίζουμαι ή ανακλαρίζουμαι (<ανά+κλάρα) = απλώνω τις κλάρες, τα χέρια μου και τεντώνομαι με ευχαρίστηση
(Άπλωσε τα χέρια της κι ανακλανίστηκε με χάρη…)

Ανάλλαγος (επίθ.) = αυτός που δεν άλλαξε ρούχα, που φοράει λερωμένα
(Πού πας ανάλλαγος άντρα μου, τι θα πούνε για μένα η μάνα σου κι οι αδερφάδες σου;)

Αναλοΐέμαι (<ανά+λογίζομαι) = σκέπτομαι, λογαριάζω, αναλοϊσου (προστ.) = αναλογίσου, σκέψου
(Αναλοϊέμαι τα βάσανα που περάσαμε και δοξάζω το θεό για ό,τι έχουμε)

Ανάμερα (επίρ.) (<ανά+μέρος) = παράμερα
(Κάμε ανάμερα να περάσω)

Αναμερίζω = παραμερίζω

Αναμπαμπούλα (η) (<επίρ.αναμπάμπουλα<βεν.ala babula) = η αναστάτωση
(Μεγάλη αναμπουμπούλα γένηκε το Σάββατο το βράδυ, Ο λύκος στην αναμπουμπούλα χαίρεται, παροιμία)

Ανάνηψα (αόρ. του ανανήβω<αρχ. ελλ. ανανήφω) = δυναμώνω, γίνομαι καλά
(Ανάνηψα από την αρρώστια)

Ανάμπλεμμα (το) (ανά+βλέμμα) = λοξοκοίταγμα
(Σ΄έπιασα με το ανάμπλεμμα, να στέκεσαι στη πόρτα, …Κι η κόρη με τ΄ ανάβλεμμα σέρνει τα παλληκάρια, δημ. της αγάπης)

Ανανοϊέμαι (<ανά+νοϊέμαι<νοώ) = αντιλαμβάνομαι
(Αποκοιμήθηκα, παιδάκι μου, από τη (γ)κούραση στο παραγώνι κι ανανοήθηκα τις κονταυγές)

Ανάνταφλος (επίθ.) (<ανάντια+άπτω) = ο σκουντούφλης, ο απρόσεκτος, ανάνταλφα (επίρ.) = απρόσεκτα, άτσαλα
(Έπεσα η ερμούλα ανάνταφλα και στραμπούληξα το γκουργκούνι μου)

Ανάντιος (επίθ.) = ο αντίθετος
(Έφαγα ανάντιο φαϊ και με πειράξανε τα μαϊασίλια μου)

Αναπαή (η) ή  ανάπαψη ή ο αναπαμός = η ανάπαυση, η ξεκούραση
(Ρε γυναίκα, αναπαή δεν έχεις, κάτσε μια στάλα!)

Αναπιάνω το προζύμι = το ζυμώνω λίγο για να λειτουργήσει ως μαγιά
(…Τ΄ αλεύρι ανακατώθηκε μαζί με το προζύμι΄
όπ΄ αναπιάστη αποβραδύς…, και διπλογαλαχτίσθη…, ποίημα, Π. Γλ.)

Ανάπιασμα (το) = το προζύμωμα

Ανάραχο (το) (<ανά+ραχάτι, ριζικό) = το τυχερό
(Αυτός έχει καλό ή κακό ανάραχο)

Ανάριος (επίθ.) = ο αραιός

Ανάρια (επίρ.) = αραιά
(…κι ο λαμπερός Αυγερινός ανάρια ανάρια πάει, δημ. τραγ. , … Κι ανάρια ανάρια το ΄σπερνα να μη δασοφυτρώσει…, από Αντ. Γαϊτάνη «Λαογραφικά και άλλα Βασιλιτσίου)

Ανάρμεγη (επίθ.) = η γίδα που δεν έχει αρμεχτεί

Ανάρμεγο (επίρ.) = χωρίς άρμεγμα
(Έχω ανάρμεγο = δεν έχω αρμέξει)

Ανάρριχτα (επίρ) = ριχτά στις πλάτες
(Πήρε την κάπα ανάρριχτα, στον ώμο το ταγάρι και με τα πόδια έφτασε ο Κώστας στο παζάρι, δημ. τραγ)

Ανάρτυγος (επίθ.) = ο μη αρτυμένος, αυτός που νηστεύει  τις νηστείες της Εκκλησίας

Ανασα(σ)μός (ο) = η ξεκούραση
(Ανασα(σ)μό δεν έχει…)

Ανασκελώνω = ρίχνω ανάποδα κάτι
(Ανασκέλωσε τη πέτρα να κυλήσει),
παθ. ανασκελώνουμαι = πέφτω με τα σκέλια επάνω, ανασκελώθηκα = έπεσα ανάσκελα

Ανασκουμπώνουμαι (<αρχ. ελλ. ανακομβόομαι) = ανασηκώνω τα μανίκια για δουλειά, Ανασκουμπωμένος (μετχ.)
(…αλέστα για δουλειά, πάντα ανασκουμπωμένη Π. Γλ.)

Ανάστα Κύριε (έκφραση) = άνω κάτω

Ανασταίνω = 1. μεγαλώνω παιδιά (Παρά τη φτώχεια μας, πέντε παιδιά αναστήσαμε),
2. μεγαλώνω ένα δέντρο (Την ανάστησα με πολλή περιποίηση, τη (μ)πότιζα κάθε δεύτερη μέρα),
3. βοηθάω κάποιον, παθητ. γίνομαι καλά, δυναμώνω (Αναστήθηκε ο έρμος, έγινε καλά)

Ανατσουτσουρώνουμαι (ανά+τσουτσουρώνουμαι<τσουρούνι) = βρίσκομαι σε εγρήγορση

Αναφουφουλιάζω (<αναπουπουλιάζω=ανασηκώνω τα φτερά μου) = ανακατεύω το άχυρο στα μαξιλάρια και στα στρώματα για να ανασηκωθεί και να πάρει αέρα

Αναχαράζω = αναμασάω (κυριολεκτείται στα μηρυκαστικά)

Ανάχλια (επίρ.) (<άναχλος<άναγνος<ανά+αγνός) = μαλακά
(Ανάχλιαανάχλια το νερό κι αφράτο το προζύμι, δημ.τρ.)

Ανάχρεια (τα) και τα αναχρεικά (<ανά+χρεία<χρώμαι) = τα απαραίτητα (τα κουζινικά της νοικοκυράς, τα εργαλεία του μάστορα κ.λ.π.)

Ανέβγαλτος (επίθ.) = ο άβγαλτος
(Έναι ανέβγαλτο το κοριτσάκι, δε ξέρει από παζάρια)

Ανέγνωρος (επίθ.) (α στερ.+γνώρα) = ο αγνώριστος
(Ανέγνωρος έγινες, παιδάκι μου)

Ανέμη (η) = εργαλείο, στο οποίο τοποθετούσαν μια θηλιά γνέμα, για να το ξετυλίξουν και να τυλιχτεί στο καλαμποκάνι
(Κόκκινη κλωστή δεμένη, στην ανέμη τυλιγμένη…)

Ανεμογκάστρι (το) = ψεύτικη γκαστριά, χωρίς εγκυμοσύνη

Ανεμοτούρλισμα (το) (<άνεμος+τούρλισμα(<λατ.trulla) = το ανακάτωμα, το στριφτογύρισμα

Ανεμοτουρλίζω = πετάω στον αέρα

Ανερώτηγα (επίρ.) = χωρίς ερώτηση, δηλ. χωρίς συνεννόηση
(Πού πας ανερώτηγα παιδάκι μου;)

Ανηδία (η) (αρχ. ελλ.) = η αηδία

Ανηδιάζω = αηδιάζω
(Μια ανηδία έναι φτούνο το πράμα, μη μ΄ανηδιάζεις)

Ανημπόρια (η) (<ανά στερ+ημπορώ) = η αδιαθεσία, η αδυναμία, η φτώχεια
(Μεγάλη ανημπόρια έπεσε τότε στο χωριό)

Ανθιβολή (η) = αμφιβολία, Ανθίβουλος (επίθ.) = αμφίβολος, Ανθιβάλλω = αμφιβάλλω

Ανοιχτωσιά (η) (<ανοιχτός) = ανοιχτός τόπος, απεραντοσύνη
(…Κι όταν κουραζότανε κατά την ανοιχτωσιά της, έπιανε το σμίξιμό της με το ποτάμι κι ανηφόριζε κατά το βουνό, ως τις πηγές. “Η γοργόνα του βουνού”, Αντ. Παυλάκου)

Αντάμα (επίρ.) (<αρχ.ελλ. εν τω άμα) = μαζί
(Ούλοι αντάμα κι ο ψωριάρης χώρια, παροιμ.,  …Κάτσε ρε Λιάκο πιο σιγά, να πάμε ούλοι αντάμα, δημ. τραγ., … Αντάμα τρων και πίνουνε, αντάμα πολεμάνε, δημ. τραγ.,    …Κιτρολεϊονιά και ματζουράνα μου, αρνήσου τους δικούς σου κι έλα αντάμα μου, δημ, τραγ. Αντ. Γαϊτάνη «Λαογραφικά και άλλα Βασιλιτσίου Μεσσηνίας»)

Αντάρα (η) (<αντί+αίρω) = η αναμπουμπούλα, η ταραχή, η ομίχλη
(Μεγάλη αντάρα είχε ούλη τη νύχτα μέχρι μπονόρα το πρωί, αλλά ευτυχώς βγήκε ο ήλιος και ξάνοιξε ο καιρός,
«Αντάρα μού ΄ρθε στο μυαλό, μόλις άκουσα το νέο το κακό»,
«Το βλέπεις κείνο το βουνό, το κορφαντριασμένο, που ΄χει ανταρούλα στη κορφή καικαταχνιά στο (μ)πάτο,  δημ. τρ.)

Ανταρούλα (η) = η ομίχλη
(Βλέπεις εκείνο το βουνό, το κορφανταριασμένο, που χει ανταρούλα στην κορφή κι καταχνιά στον κάμπο, δημ. τραγ.)

Αντεροβγάλτης (ο) = ο πολύ επίμονος (μεταφορικά)

Ανταρεύτηκε (<ανταρεύουμαι<αντάρα) = ξεσηκώθηκε, ξεσπάθωσε

Αντικόβω = αλλάζω κατεύθυνση, σταματώ
(Σου αντέκοψα το λόγο, άϊντε να αντικόψεις το νερό στ΄ αυλάκι)

Άντζα (η) (<ιταλ.anca) = η γάμπα

Αντζιά (τα) = τα πόδια

Αντί (το) = εξάρτημα αργαλειού
(Θέλω να στήσω τ΄ αντιά στο λάκκο, το μπροστάντι και το πισάντι, …Θέλω να είσαι στο αντί, αχ, Ελένη Καλαματιανή.., δημ. τραγ.)

Αντίδερο (το) = το αντίδωρο
(…Καβάλα παίρν΄ αντίδερο απ΄ του παπά το χέρι…, δημ. τραγ.)

Αντιληψιά (η) = η λιποθυμία.

Αντιληψιάζουμαι (<αντιλαμβάνομαι) = λιποθυμώ.  Αξιοσημείωτη είναι η εξέλιξη της σημασίας του ρήματος στην αντίθετη έννοια, δηλ. η μη ικανότητα αντίληψης.
(Αντιληψιάστηκε η γυναίκα του, φέρτε το οινόπνεμα)

Αντινόμι (το) (<αντινομία) = το αντίχωμα, το εμπόδιο

Αντιχρόνου (επίρ.) = την επόμενη χρονιά

Αντράλα (η) (<αν+τραλίζομαι) = η ζαλάδα
(Ο σεβντάς έχει ένα χάλι, φέρνει αντράλα στο κεφάλι, παροιμία)

Αντραλίζουμαι (<τραλίζομαι<τραυλός, κατά Αδ. Κοραή) = ζαλίζομαι
(…Κλαίω κι αντραλίζομαι, πέφτω και τσακίζομαι…, παιδ. τραγούδι)

Αντρειά (η) (<αρχ.ελλ. ανδρεία) = η ανδρεία, η αντροσύνη
(…Καρδιά, παιδιά μου, φώναξε, παιδιά, μη φοβηθείτε, σταθείτε αντρειά σαν Έλληνες και σα Γραικοί σταθείτε…, δημ. του Διάκου)

Αντρεύω- ουμαι = δυναμώνω
(…Κι αγάπη που στα βάσανα αντρεύει και θεριεύει, δημ. τραγ.)

Αντρομίδα (η) (εν+δρομίς<ένδρομος<εν+δρόμος) = χοντρό μάλλινο ύφασμα, που χρησιμοποιείται ως κλινοσκέπασμα, πολύχρωμο χαλί
(Για κατεβάστε ωρέ γυναίκες τις αντρομίδες, πιάσανε τα κρύα!)

Άντρωπος (ο) – οι αντρώποι = ο άνθρωπος – οι άνθρωποι

Άντυτος (επίθ.) (<α στερ.+ντυτός<αρχ.ελλ. ενδύω) = ο ανάλλαγος, αυτός που δεν έχει αλλάξει και φορέσει καθαρά ρούχα
(Πού πας άντυτος κι ασυγύριγος, γιε μου;)

Άντυτο (το) = χωρίς ντύμα
(Έχω ντυμένο ή έχω άντυτο το πάπλωμα, αλλιώς ακαπλάτιγο, άντυτο τετράδιο)

Ανυφαντίλα (η) (<αν στερ.+υφαντ-ίλα) = κενό στην ύφανση του υφάσματος
(Το βιλάρι που πήρα για τ’ ασπρόρουχα μου έβγαλε ανυφαντίλες)

Αξάγγλιστος (επίθ.) (<α στερ.+ξε+αγγλίζω<αγκύλη) = ο αχτένιστος, αξάγγλιστο μαλλί  = αχτένιστο
(Πού πας αξάγγλιστη; Ξάγγλιστα τα κουτούπια σου)

Απαγκιάζω = καλύπτομαι από τον αέρα

Απαγκιερός (επίθ.) = απάνεμος, εκεί που δεν το πιάνει αέρας

Απάγκιο (το) ή Απαγκαριό (<απάγκιος<από+αρχ.ελλ.άγκος<ινδ.=καμπύλη, από την ίδια ρίζα: αγκάλη, άγκυρα, αγκών, γωνία) = το απάνεμο μέρος
(Έλα να κάτσουμε δωχάμου, έχει απάγκιο)
(Κόβαμε κλαριά (ξυλοκερατιές, σκίνα και άλλα που βρίσκαμε από ένα γύρω) και φτιάναμε απαγκαριό. Εκεί βάναμε τα στρώματα και κοιμόμαστε. Δε μπαίναμε μέσα στο σπίτι. Φυλάγαμε τα γίδια ούλο τον καιρό…, Ελ. Γούλα)

Απαλλαξίδι (το) (<από+αλλάσσω) = άπλυτο ρούχο
(Έχω μπόλικα απαλλαξίδια, πρέπει να βάλω κοπανίτσα)

Απαλό (το) = το βρεγματικό οστό του κεφαλιού του βρέφους
(Η λεχώνα θέ να προσέχει τ΄ απαλό του μωρού, γιατί ακόμα δεν έχει πήξει)

Απάνου κατ΄ απάνου (έκφραση) = έντονα και επίμονα
(Εγώ τόνε έδιωχνα και κείνος απάνου κατ΄απάνου να με φιλήσει!)

 (Δε μ΄) Απαντάει =  δεν ησυχάζω (με προσωπική αντωνυμία)
(Δε τον΄ απαντάει πουθενά, τουρλίδες έχει)

Απανοβάνω (λόγια) = βάζω επί πλέον λόγια
(Μην απανοβάνεις κουβέντες που δεν είπα)

Απανωγράφω = χρεώνω κάποιον πάνω από το κανονικό, όχι ασύνηθες στα βερεσέδια

Απέθα(ν)τος (επίθ.) <α στερ.+πεθαίνω) = ο πολύ γερός, ο αθάνατος
(Αυτά τα παπούτσια μου βγήκανε απέθα(ν)τα)

Απίδι (το) (υποκ. απίδιον<άπιον) = το αχλάδι
(Πάρε απίδια δάσκαλε, για τα γουρούνια τα ΄χουμε!)

Απιδιά (η) = η αχλαδιά

Απιθώνω (<μεσν.αποθώνω<από+θέτω) = αγγίζω, τοποθετώ
(Απίθωστο στο πεζούλι)

Απίκου (επίρρ.) (<ιταλ.a picco) = προσοχή, σε ετοιμότητα
(Μπροστά του στέκεται απίκο,
 …Της Ξάντρενας το γιατρικό, σα μού ΄φεραν απίκο
και το μοσκομυρίστηκα, σηκώθηκα περδίκι…, ποίημα, Π. Γλ.)

Απίστομα (επίρρ.) (<πίπτω+στόμα) = 1. πέφτω με το στόμα στη γη
(Έπεσε  τ΄ απίστομα),
2. σκοτεινό και πίσω από το χωριό μέρος, απόμερο και επικίνδυνο
(Είναι απίστομα του Παπά το Ρέμα, δε πάου τέτοιαν ώρα, σουρούπωσε)

Άπλα (η) (<απλώνω) = το ευρύχωρο μέρος
(Πάμε παρακατίτσα που έχει άπλα να κάτσουμε, να τα κουβεντιάσουμε και να παίξουνε και τα παιδιά)

Απλάδινα (η) (<απλάδα(<άπλα+καδίνα) = πήλινη πιατέλα, απ΄ την οποία έτρωγε όλη η οικογένεια

Απλοχέρης (επίθ.) (<απλώνω+χέρια) = ο γεναιόδωρος μα και ο κλέφτης

Άπλωμα (το)  = η τοποθέτηση πλάι πλάι των σταφυλιών στο αλώνι για λιάσιμο
(Ο ήλιος τσουλούφριζε το κορμί και πυρπύριζε το χώμα. Ο ιδρώτας έτρεχε από το σβέρκο στη ραχοκοκκαλιά και από το κούτελο έσταζε πάνω στα σταφύλια. Μια μεγάλη ψάθινη καπελαδούρα της προστάτευε το κεφάλι, μα η ζέστη ήταν ανυπόφορη. Τα χέρια δούλευαν και τα δυό μαζί ακατάπαυστα. Προσεκτικά, μα καθόλου νωχελικά έπιαναν τα σταφύλια από το σωρό και τα άπλωναν στη σειρά. Η καλή απλωτού δε λέρωνε τα χέρια της, δεν έσπαγε τις ρώγες. « Τα σταφύλια δεν πρέπει να είναι αραιά, μα ούτε πλακωτά, πρέπει να παίρνουν αέρα, να λιαστούν ομοιόμορφα και να μη σαπίσουν», της έλεγε ο πατέρας. Με το ψιλιθρένιο της σαρωματάκι σάρωνε τις ρόγες… Άϊντε… και την έκιωσε τη κόφα. Από πίσω της ο κουβαλητής ρίχνει και την άλλη, α κι άλλη κόφα, κι άλλη… Σφήκες, μέλισσες και σκούρκοι ζουγκουνάνε γύρω-γύρω… Στο ράδιο παίζει ο Καζαντίδης «Μαντουβάλα αγάπη γλυκιά μου, λαχταρώ να ΄ρθεις πάλι κοντά μου…» Κ. Μ.)

Απλωταριά (επίρ.) = απλωτά
(…τω σταφυλιώνε π΄ απλωταριά μαραίνονται στ΄ αλώνια…, ποίημα, Π. Γλ.)

Αποβγάνω = ξεπροβοδίζω
(Πάμε να σ΄ αποβγάλω μέχρι τον αποκάτου δρόμο)

 Αποβροχάρης (ο) = ο καιρός μετά τη βροχή
(Αποβροχάρης ο καιρός και το Βουνί καθάριο)

Απόγινα (<από+γίνομαι=παραγίνομαι)= κουράστηκα πολύ και επιδεινώθηκε η υγεία μου
(Απόγινε το πόδι μου=χειροτέρεψε)Απογίνανε =  ωρίμασαν πολύ και ξεβγήκαν
(Απογίνανε τα σύκα=ξεβγήκαν)

Απογδύμι (το) (<από+γδύμι<γυμνό) = βρώμικο ρούχο, άπλυτο
(Μαζευτήκανε πολλά απογδύμια, θα πάου στο ποτάμι αύριο)

Αποδέλοιπα (τα) (<από+δε+λοιπά) = και στα υπόλοιπα
(Να ζήσουνε τα παιδιά σας Γιώργαινα και στ΄ αποδέλοιπα)

Αποδιαλεούδι (το) (<από+διαλέγω) = ρούχο κατώτερης ποιότητας ή από δεύτερο χέρι
(Εσύ φορείς τα καινούργια και εγώ τ΄ αποδιαλεούδια!)

Αποδώθε (επίρ.) και αποδωθούλια = από εδώ. Πολλή συχνή η χρήση του υποκοριστικού.

Αποζερβούλης (επίθ.) (<από+ζερβούλης, υποκορ.<ζερβός=αριστερός) = ο κακοφτιαγμένος, ο λίγο ελαττωματικός

Αποθεμελιού (επίρ.) = από τα θεμέλια
(Το ξαναχτίσαμε το σπίτι αποθεμελιού)

Από(γ)ειάδα (η) (<απόγειος άνεμος) = ελαφρύ κρύο
(¨Εχει αποειάδα δωχάμου, το σουδιάζει, πάμε παραπερίτσα)

Αποειούρα (η) (<απογειούρα<από+γη+ούρα, όπως μπουκαδούρα) = το δροσερό αεράκι που έρχεται από τη γη, αντίθετο από τη μπουκαδούρα, που έρχεται από τη θάλασσα, γενικότερα η ελαφριά ψύχρα
(Στρώσαμε τη κουρελού και κάτσαμε στο πεζούλι. Η θεια Κώσταινα άρχισε την ιστορία. – Που λες παιδάκι μου κείνα τα χρόνια… Άρχισε να βήχει γκουχ, γκουχ, γκουχ!… – Μ΄ έπιασε το χτικιό παιδάκι μου. Έχει αποειούρα δω χάμου, φυσάει, το κατεβάζει από το Γκαβαρνό, πάμε από πάνου στο χαϊάτι να κάτσουμε, να μη το πιάνει…, Κ.Μ)

Αποκαϊδι (το) (<από+καίω) = υπόλοιπο φωτιάς, υπόλοιπο ψυχικής οδύνης
(Στο χωριό μας μετά το μεγάλο κακό, οι πλιότερες χήρες μαζέψανε τ΄ αποκαίδια τους, καταχωνιάσανε το πόνο τους και ανασκουμπώσανε τα μανίκια για να σταθούνε στα πόδια τους. ΄Τώρα πλια θα ήτανε και μάνα και πατέρας μαζί για τα ορφανά τους)

Απόκαμα (<από+κάνω) –αποκαμώθηκα (παθ. αόρ.)  = κουράστηκα – κουράστηκα πάρα πολύ ή αρρώστησα τόσο που έβλαψα τον εαυτό μου

Αποκατίδι (το) (<από+κάτω) = ό,τι πέφτει κάτω, ψίχουλα, διάφορα σκουπίδια
(Πάρε τ΄ αποκατίδια κάτ΄ απ΄ το τραπέζι, σάρωστα καλά)

Αποκατώστρατα (επίρ.) (<από κάτω+στράτα) = στον αποκάτω δρόμο
(Πάαινε παιδί μου, στο σπίτι της θεια-Βασίλως, όχι από τον απουπάνου δρομο, αποκατώστρατα, απ΄ τ΄ Αχούρι. Θα είναι στη ποριά και θα την ιδείς, θα σε καρτερεί)

Απόκει, αποκείθε, αποκειθούλια (επίρ.τοπ.) = από εκεί

Κι απόκει (επίρ. χρον) = και μετά
(Κι απόκει, γιαγιά, τι έγινε;)

Αποκερασιά (η) (<από+κέρασμα) = η λειτουργία της Αγάπης, η δεύτερη Ανάσταση, ανήμερα το Πάσχα στις 2 το μεσημέρι. Στο χωριό μας μετά τη λειτουργία γινόταν χορός στην πλατεία της εκκλησίας, έθιμο το οποίο αναβίωσε και πάλι ο πολιτιστικός σύλλογος του χωριού.
(«…Την άλλη μέρα της Λαμπρής,
έξω απ΄την εκκλησιά,
χορός της Αποκερασιάς,
μας γέμιζε ευτυχία…, ποίημα Γ. Λαμπρόπουλος, μετανάστης στην Αμερική)

Αποκέρι (το) = το υπόλοιπο της λαμπάδας του Πάσχα, το οποίο άφηνανστην εκκλησία τη Δευτέρα του Πάσχα

Απόκλαρα (τα) = τα μικρά κλαδάκια που σπάνε κατά το χτύπημα της μεγάλης κλάρας για τη συγκομιδή της ελιάς. Αυτά, επειδή έχουν ελιές, ξαναχτυπιούνται για να πέσουν οι ελιές και κατόπιν πετιούνται

Αποκόβω (<αποκόπτω) = κόβω. Λέγεται για το κόψιμο του θηλασμού από τη μάνα
(Απόκοψα τα κατσίκια από τις γίδες)

Απόκοντα (επίρρ.) = από κοντά
(Τον πήρε απόκοντα, για να τον προσέχει)

Αποκόντριος (επίθ.) = ο υποχόνδριος, ο κουτοπόνηρος

(Α)ποκορωμένος (μετχ. του ρ.αποκαρόω=κάνω κάποιον να πέσει σε λήθαργο, αποβλακώνω) = καταραμένος.
Λέμε ακόμα και σήμερα: μπα, ποκορωμένη (καταραμένη), πώς μπουρδουκλώθηκες έτσι;!(π.χ.σε μια γίδα), αλλά και ποκορωμένο το κακό σου = να μη πάθεις κακό!

(Μπα) (Α)ποκορωσιά (μου, σου, του) = Είναι μια έκφραση που αναφέρεται σε κάποια υπερβολή, χωρίς ακριβή ερμηνεία : Μπα ποκορωσιά του! Δε χόρτασε, κι άλλο ήθελε!

Αποκοτιά (επίρρ.) (<απόκοτος<από+κόττος=κύβος, ζάρι) = η επιπολαιότητα αλλά και η παράτολμη πράξη
(Της νιότης η αποκοτιά)

Αποκούμπι (επίρρ.) (<από+ακουμπώ) = βοήθεια
(Η σύνταξη που μας έδωκε το κράτος, ήτανε μεγάλο αποκούμπι για τις φαμπελιές μας, παιδάκι μου!)

Αποκουτιαίνω-ουμαι (<από+κουτιαίνω<κουτός) = αποβλακώνω-ουμαι
(Αποκουτιάστηκα, παιδάκι μου, δε θυμάμαι πια)

Απόκριση (η) (<από+κρίνω) = η απάντηση
(Σού ΄στειλα γράμμα και γραφή, μ΄ απόκριση δε πήρα)

Απόλαμπρα (επίρρ.) = μετά τη Λαμπρή, μετά το Πάσχα

Απολειφάδι (το) (<από+λειφάδιον<λείπω) = απομεινάρι σαπουνιού μετά από χρήση
(Ρίξε τ΄απολειφάδια στην αλισίβα για σαπουνάδα)

Απολπίζουμαι = απελπίζομαι, χάνω το ηθικό μου, απογοητεύομαι

Απολπισιά = η απελπισία

Απομωρωμένος (μετχ απομωρώνω) = αμίλητος, χαϊλωμένος
(Πήρε τέτοια σουβή, που ΄μεινε απομωρωμένος)

Απόνερα (τα) =  νερά από ξέπλυμα ρούχων ή βρώμικα νερά που έρχονται από άλλες αυλές στη σούδα (μικρό στενό ανάμεσα σε σπίτια) άλλου συγχωριανού

Απονίλα (η) = η απονιά

Απόξω (επίρ.) = απέξω

Απόξω κι ανακατωτά (έκφραση) = το έμαθα πολύ καλά
(Το έμαθα το μάθημα απόξω κι ανακατωτά)

Αποπαίδι = το αποκληρωμένο παιδί, γενικότερα ο περιφρονεμένος

Αποπαίρνω = μαλώνω
(Μη μ΄αποπαίρνεις μάν΄ μ, δε μπορώ, άιντε να φέρεις το γιατρό)

Απόπατος (ο) (<από+πάτος) = το αποχωρητήριο, η αφόδευση
(Παιδάκι μου, κείνα τα χρόνια εμείς δεν είχαμε «μέρος» στο κονάκι μας, πααίναμε για τον απόπατό μας όξω στα ξύλα, στη σούδα, στη ξελότζα, στο χωράφι, κάπου να μη φαινόμαστε!)

Αποπέρα (επίρ.) = απέναντι
(Στο σπίτι αποπέρα απ΄ τον αμαξωτό, βλέπω μια κόρη σ΄ αργαλειό)

Απόπλυμα (το) (<από+πλύμα) = το υπόλοιπο από το νερό ή τη σούπα που άφησε κάποιος στο ποτήρι ή στο πιάτο του, γενικότερα τ΄ αποφαγούδι

Απόρριμα (το) = 1. ο πλακούντας με το έμβρυο του ζώου, όταν απορρίχνει (αποβάλλει),
2. κοντό άτομο,
3. περιθωριακό άτομο
Στις δυο τελευταίες σημασίες η λέξη έχει υβριστικό χαρακτήρα. Συχνά συνοδεύεται και από το παλιο-απόρριμα

Απορρίχνω = ρίχνω, πετάω κάτω, αποβάλλω
(Η γίδα μας, η σιούτα, απόρριξε, πάει θα μας μείνει στέρφα τέτοια εποχή!)

Αποσβουλώνω (<ελλν.αποσβολούμαι) = αφήνω κάποιον άφωνο από έκπληξη ή αδυναμία να απαντήσει
(Τον αποσβούλωσα το Νικολό, δεν είχε τι να ειπεί),
παθητικό  Αποσβουλώνουμαι = μένω άφωνος, τα χάνω

Αποσβουλωμένος (μετχ.) = άφωνος και με το στόμα ανοιχτό
(Έμεινε αποσβουλωμένος)

Αποσκιάδα (η), αποσκίλα και το απόσκιο (<από+σκιά) = η σκιά
(Έλα παραπέρα να κάτσουμε στ΄ απόσκιο, να μη μας τρώει ο ήλιος, αποσκιώνει δωχάμου)

Αποσκιερός, -ή, -ό (επίθ.) = εκεί, όπου πιάνει σκιά και δεν το βλέπει πολύ ο ήλιος
(αποσκιερός τόπος)

Αποσκιώνει = κάνει σκιά, σουρουπώνει
(Απόσκιωσε πια, πάμε μέσα να ανάψουμε το λυχνάρι)

Απόσκοτα (επίρ.) (<από+σκότος) = απόμερα, από πίσω, σκοτεινά
(Η ξελόντζα είναι απόσκοτα, πάρε το λυχνάρι)

Αποσπερού (επίρρ.) (<από+εσπέρα) = απόψε
Αποσπερού, φάτε και ελάτε». Οι παλιότεροι θα θυμούνται το Γιάννη το Χαρίτο από τα Καντιάνικα, ο οποίος ερχόταν στο χωριό με την κινηματογραφική του μηχανή για να προβάλλει τις ελληνικές ταινίες)

Αποσπόρι (το) (<από+σπόρος<σπείρω) = ο τελευταίος σπόρος, ο ελαττωματικός,  το στερνοπαίδι
(Ο Βασιλάκης μου, ο Βενιαμίν μου, το αποσπόρι μου)

Αποσταίνω (<από+σταίνω<ίσταμαι) = κουράζομαι, Αποσταμένος (μετχ.)
(Να κάτσω μια στάλα να ξαποστάσω, …κι αποσταμένος κάθουμαι σε πηγαδιού αχείλι…, Π.Γλ., Όποιος τρέχει στην αρχή γλήγορα αποσταίνει, παροιμία)

Αποσώνω = τελειώνω κάτι
(Κοντεύουμε, τον αποσώνουμε το τρύγο)

Απότρυγα (επίρρ.) = μετά τον τρύγο
(Απότρυγα θα ξανάρθουμε στο Καλαμάκι, να κόψουμε και τη ξυλοκερατιά στο ποτάμι)

Αποτσάλιασα (αόρ. αποτσαλιάζω<από+τσαλιάζω<τούρκ.τσαλί=ξύλο) = έγινα κομμάτια, κουράστηκα πολύ
(Αποτσάλιασα σήμερα, με φάγανε οι δρόμοι)

Απουκάτου και αποκατούλια και αποκατίτσα (επίρ.) = από κάτω

Απούλους, απούλες, απούλα (επίθ.) = απ’ όλους, απ’ όλες, απ’ όλα

Απουπάνου και αποπανούλια (επίρ.) = αποπάνω

Αποτρώ = τελειώνω το φαγητό μου, Απόφαγα (αόρ. του ρ. αποτρώ) = τέλειωσα το φαγητό

Αποφορά (η) (<από+φέρω) = άσχημη μυρωδιά
(Το τυρί χάλασε, έχει μίνια αποφορά)

Αποφόρι (το) (<από+φορ(ω)) = το φορεμένο ρούχο
(Πέρασα ούλα τα παιδικά μου χρόνια στον ίσκιο τουν αδερφώνε μου, φορώντα τ΄ αποφόρια τους και πηγαίνοντα ούλο από πίσω τους)

Αποχαβρίζω = βάζω τις φωνές
(Σκιάχτηκε το παιδί  κι αποχάβρισε)

Αποχείμωνο (το) (<από+χειμώνας)) = μετά το χειμώνα

Αράδα (η) (<βεν.arada) = σειρά
(Να ΄ναι καλά ο δάσκαλος, που μας έμαθε δυο αράδες γράμματα,
Σήμερα ξελάκκωσα πέντε αράδες κούρβουλα)

Αράδι (το) = το πήγαινε-έλα
(Μ΄ έφαε το αράδι κάθε ημέρα)

Αραδίζω (<αράδα+βαδίζω) = πάω κάθε μέρα στο χτήμα και επιστρέφω στο σπίτι μου.
(- Κουβαληθήκατε, Βασίλω μου, στο χτήμα; δε  σας έιδα τώρα τρεις μέρες. – Όχι, μανώ μου, αραδίζουμε ακόμα. Από βδομάδα θα κουβαληθούμε μόνιμα. Έχουμε πάει ούλα τ΄ ανάχρεια, αλλά τα ζωντανά θα τα πάμε τη Δευτέρα)

Αράθυμος (επίθ.) (<ράον+θυμός) = ο ευέξαπτος
(Μού ΄τυχε, μάνα μου, αράθυμος άντρας!)

Αραλίκι (το) (<τούρκ.aralik) = η ξεκούραση, η τεμπελιά
(Έλιωσε το κρεβάτι από το αραλίκι του)

Άρατος (επίθ.) (<α στερ.+οράω) = μη ορατός, άφαντος
(Έγινε άρατος, μη τόνε έϊδατε!)

Άραχνος (επίθ.) (<αράχνειος) = ο άμοιρος
(Μαύρη μοίρα κι άραχνη!)

Αρβάλα (η) (<αρβαλώ<ραβάσσω<ρίζα ρα του ρ. ρήγνυμι) = η φασαρία

Αρβάλι (το) = το χερούλι του καζανιού ή του μπουέλου, γιατί, όταν πέφτει, κάνει θόρυβο)

Αρι(γ)ιολόϊ (το) = 1. μικρή σοδειά, τα απομεινάρια της σοδειάς
(Τίποτα δεν έχουμε φέτο, κάτι αριολόϊα είναι, Άειντεστε να μαζέψουτε τ΄ αριολόϊα),
2. το κόσκινο
(Φέρε μου το αριολόϊ να τρίψω το τραχανά)

Αρεσά (η) (<αρέσω) = είδος συμβολαίου, που υπογραφόταν πριν τον αρραβώνα για την προίκα της νύφης
(Πάνω σ΄ένα χαρτί συμβολαίου γράφει ο πατέρας της νύφης πως θα της δώσει προικιό… Αυτό το χαρτί το λένε Αρεσά και το διαβάζουν στον αρραβώνα… , «Η Αρεσά», Ευ. Τεμπελόπουλος)

Άργητα (η) = η καθυστέρηση

Αρ(γ)ιά  (επίρ.) (<αρύς) = 1. αραιά
(Μην απλώνεις τα σταφύλια αρ(γ)ιά, ούτε τσουπωτά, κανονικά, το ένα δίπλα στ΄ άλλο),
2. ως έκφραση: αρ(γ)ιά και που = σπάνια
(Δε τόνε γλέπω, το Γιώργη, αριά και που)

Αρ(γ)ιός, -ιά, -ιό ή αρύ = ο αραιός
(Είναι αριό το σπανάκι, δεν ήτανε καλός ο σπόρος)

Άργιεμα (το) = το αραίωμα, Αργιεύω = αραιώνω
(Τα σπανάκια θέλουνε άργιεμα)

Αρκουδόγυφτας (ο), η αρκουδογύφτισσα = ο τσιγγάνος,-α,  ο άξεστος

Αρμαθιά (η) (<μεσν.αρμαθός<αρχ.ορμαθός) = σειρά από όμοια πράγματα
π.χ. μια αρμαθιά σύκα, μια αρμαθιά κρεμμύδια

Αρνάρι (το) = μεγάλη λίμα για το λιμάρισμα στα τσαπόνια, αξίνες, σκερπάνια

Αρούκατος (επίθ.) (<σλάβ.<ruka=χέρι) = ο μακρυχέρης, ο άχαρα ψηλός, ο απρόσεκτος

Αρούπωγο (επίθ.) = (α στερ.+ρουπώνω) = αυτό που δεν έχει ακόμα ρουπώσει
Το βαρέλι είναι ακόμα αρούπωγο, γιόμιστο με νερό)

Αρουλιέμαι (<ωρύομαι) = κλαίω σπαρακτικά
(Αρουλιέται σα σκυλί, αρουλιώνται τα τσιακάλια)

Αρτσίδι (επίρ.) = μούσκεμα
(Έγινα αρτσίδι)

Αρτυέμαι ή αρτένουμαι = τρώγω αρτυμή

Αρτυμή (η) (<μεσν.<αρχ. αρτύω) = απαγορευμένη από τη θρησκεία τροφή  την περίοδο της νηστείας (κρέας, ψάρι, αυγό, γαλακτοκομικά)

Ασάρωτ(γ)ος (επίθ.) = ο ασκούπιστος
(Έχω ασάρωγες τις αυλές)

Ασαράντιγος (επίθ.) = αυτός που δεν έχει κλείσει σαράντα μέρες
(ασαράντιγος νεκρός, ασαράντιγη λεχώνα, ασαράντιγο μωρό)

Ασβός (ο) = ο κοντός και στρουμπουλός άνθρωπος, όπως το ζώο ασβός

Ασβουνιά (η) (<σβουνιά(<βουνιά=τα κόπρανα της αγελάδας) = λιωμένα κόπρανα αγελάδας, με τα οποία τα παλιά χρόνια έχριζαν τα σταφιδάλωνα
(…Πούναι χρισμένα μ΄ ασβουνιά παχειά, να μη ξεφτάνε…, ποίημα Π. Γλ.)

Ασημώνω = κάνω δώρο στο νεογέννητο κάτι ασημικό για να είναι καλότυχο και καλορίζικο, ραίνω με κέρματα, λουλούδια και μύγδαλα τα προικιά της νύφης, όπως και το νυφικό κρεβάτι. Γενικότερα ασημώνω για καλή τύχη κάτι καινούριο. Υποχρεωτικό ασήμωμα έπρεπε να κάνει ο κουμπάρος στο νεογέννητο για να γίνει ο νονός του

Άσιαχτος (επίθ.) (<α στερ+σιαζ-ω) = απεριποίητος

Ασίκης (ο) (<τουρκ.asik) = ο λεβέντης
(Ποιος ασίκης σα και σένα περπατεί στην αγορά…, δημ. τραγ.)

Ασίκικα (επίρ.) = λεβέντικα

Ασκέρι (το) (<τούρκ.asker) = τo πλήθος
(το ασκέρι της νύφης, το ασκέρι του γαμπρού…)
(…Γιομάτη ΄ναι η εκκλησιά, τίγκα είν΄ απ΄ το ασκέρι…, ποίημα Π. Γλ.)

Άσκιαχτος  (επίθ.) (<α στερ.+σκιάχτρα) = ο άφοβος
(Άσκιαχτοι και σκληροτράχηλοι οι χωριάτες, παλεύουν με τη γη και τη φύση για να τις δαμάσουν)

Ασκοφυσάου = φυσάω σαν ασκός, λαχανιάζω

Ασπροπηλιά (η) = βαρύ άσπρο χώμα, χαρακτηρισμός για χτήματα
(Αυτό το χωράφι είναι ασπροπηλιά,
…Να χρίσουνε μ΄ ασπροπηλιά τη μπούκα…, ποίημα, Π. Γλ.))

Αστράχα (η) (αντιδ.) (<σλάβ.a+strexa<μεσν.όστρακον) = τμήμα ανάμεσα στη βάση της σκεπής και στον τοίχο. Εκεί συχνά τα χελιδόνια έκαναν χελιδονοφωλιές

Ασύφταγος (επίθ.) (α στερ.+συν+φτάνω) = λαίμαργος, Ασύφταγα (επίρ.) = αχόρταγα, χωρίς μέτρο

Ατσάκιγος (επίθ.) (α στ.+τσάκιση) = ο περιποιημένος, ο κομψός
(Ο Γιωργής είναι στη πένα, πάντα ατσάκιγος)

Ατσούμπαλος (επίθ.) α στερ.+σιπαλός=άσχημος, άμορφος) = ασουλούπωτος, χοντροκαμωμένος

Ασφάκα (η) = θάμνος σαν τη φασκομηλιά. Οι καρποί της ήταν οι αλαφασκίδες

Ατούρα (η) (<ιταλ.atturire) = η έξαψη, η ένταση, ο θυμός,  η ομίχλη

Ατσούπωτος (επίθ.) (<α στερ.+τουρκ.cuppe) = αυτός που δεν έχει συμπιεστεί μέχρι να γεμίσει καλά.
(Το σακί είναι ατσούπωτο, χωράει κι άλλο)

Αυτουνού, -ής, -ού (αντων.) = αυτού, -ής, -ού

Αφαγανιά (η) (α στερ+φαγαν(ος) = η αδυναμία λήψης φαγητού

Αφάλια (η) (;<ιταλ.falso)  = η επί πλέον έγνοια, η ζημιά.
(Καινούριες αφάλιες μας βρήκανε!)

Αφαλοκόβω –ουμαι = τρομάζω

Αφάνα (η) = μικρός αγκαθωτός θάμνος, τον οποίο χρησιμοποιούσαν για τις σαρωματίνες και για προσάναμμα

Αφέντη μου = προσφώνηση της νύφης στον πεθερό ή στον κουνιάδο

Αφόρεση (η) = ο αφορισμός, η κακία

Αφορεσμένος = ο κακός, ο ιδιότροπος

Αφόρηγο, -α (το) (<α στερ.+φοράω) = το καινούριο, αυτό που δεν έχει φορεθεί

Αφούρα (η) (<αφρός) = αφράτο χώμα
(Πάει αφούρα το αλέτρι)

Αφορμίζω (<μεσν.αφορμίζω<αφορμή) = μολύνω
(Αφόρμισε το σπυρί)

Αφράδα (η) = ο αφρός του νερού
(…το κρύο νερό αγροίκησα σα βγαίνει απ΄ τα θεμέλια
… και με πολλήν αφράδα…, ποίημα, Π. Γλ.)

Άφρι (το) (<αρχ.αφρίτις ή αφρύη) = ο αφρός
(το άφρι από το γάλα, το άφρι από το βραστό κρέας)

Αφώτηγο και αφώτηγα (επίρ.) (<α στερ.+φωτάω) = πριν φωτίσει το πρωί
(Αφώτηγο τό ειχα βγαλμένο το ψωμί)

Αχαϊρευτος (επίθ.) (<α στερ.+χαϊρι) = ο ανεπρόκοπος

Αχαμνά (τα) = οι όρχεις

Αχάμνια (η) = η αδυναμία
(Φαίνουνται τα παϊδια του από την αχάμνια)

Αχαμνός (επίθ.) (<χαμνός <αρχ. χαύνος) = ο αδύνατος

Αχάραγο και αχάραγα (επίρ.) (α στερ.+χαράζω) = πριν να χαράξει,  πριν να φωτίσει
(Αχάραγα ειμαστούνε στο χωράφι)

Αχερίζω = βάζω άχυρο στα ζώα

Αχνάρι (το) (μεσν.υποκ.χνάριν<αρχ.ίχνος) = η πατημασιά

Άχνα (η) (<αχνός) = η ανάσα
(Ζεσταίνω τις παλάμες μου με  την άχνα μου για να ζεσταθούν)

Αχνιά (η) ή άχνα = τσιμουδιά
(Μη βγάλεις αχνιά, μη βγάλεις άχνα)

Αχούρι (το) (<τούρκ.ahir<αρχ.ελλ.αχύριον) = ο σταύλος, το βρώμικο σπίτι
(…κλαίνε τ΄ αχούρια γι άλογα και τ΄ άλογα για αγάδες, δημ. τραγ., Αντ. Γαϊτάνη «Λαογραφικά και άλλα Βασιλιτσίου Μεσσηνίας»), (αχούρι έγινε το σπίτι μου)

Αχρόνιαγο (επίθ.) = αυτό που δεν έχει χρονίσει
(Το κατσίκι είναι αχρόνιαγο, είναι καθαρό, δε βρωμάει πουρνίλα).  Συχνά όμως χρησιμοποιόταν και σαν βρισιά (το αχρόνιαγο μου τα ΄καμε λίμπα) ή σαν κατάρα  (μπα αχρόνιαγο = μπα, που να μη χρονίσεις)

Άψα (η) και αψάδα (<αψύς) = η φούντωση, η έξαψη, τα νεύρα

Α-ψάρια (έκφραση) = στην υγειά σου

Αψήλου (επίρρ.) = ψηλά
(Πάει ταψήλου ο Γιωργής μας, κοντεύει τη τράβα)

Ααα-ψουου = ηχοπλαστικός ήχος κατά το φτέρνισμα

 

 

Αναζήτηση αλφαβητικά

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ

Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω