Έβγα (το) (<εκβαίνω) = η έξοδος. (Στο έβγα του χωριού, δεξιά…)
Έγγομος, -η, -ο (επίθ.) (εν+γέμω) = ο πολύ γεμάτος, ο παχύς. (Ο Παναής μου είναι έγγομος πολύ και καψώνει.)
Έγγονας (ο) ή γγονάς (ο) και η (ε)γγόνα = ο εγγονός και η εγγονή.
Εγκρεμής (επίθ. μονοκατάληκτο) (ελλνστ. κοινή<εκκρεμάννυμι) = αυτός που δεν έχει λυθεί οριστικά, ο μη ολοκληρωμένος.
Έγνοια (η) = η έννοια, το νοιάξιμο, η σκέψη, η σκοτούρα. (Έχω πολλές έγνοιες. / Σ’ έχω έγνοια.)
Έδεκει (επίρρ.) (<εδ(ώ)+εκεί) = εκεί ακριβώς.
Έδεπα (επίρρ.) (<εδ(ώ)+πά(νω) =εδώ ακριβώς.
Εδιάκα (<αρχ. ελλ. διήκω) = πήγα. (Εδιάκα μέχρι το περβόλι.)
Έδωκε-πήρε (έκφραση = τονίζει την επιμονή, εν τέλει. (Έδωκε-πήρε τόνε κατάφερε και της το ‘γραψε το σπίτι.)
Έδωπα (επίρρ.) (εδώ+(πά)νω) = εδώ ακριβώς. (Έδωπα, νυφούλα μου, έδωπα πουλιά θα βγάλεις, έδωπα, νυφούλα μου, έδωπα θα τα κλωσσίσεις…) – Αντ. Γαιτάνης, «Λαογραφικά και άλλα Βασιλιτσίου Μεσσηνίας.»
Εδωπαχάμου (επίρρ.) (εδώ+(πά)νω+χάμου), (ε)δωχάμου (εδώ+χάμου) = εδώ, εδώ κάτω. (Εδωχάμου ήτανε…)
(Τον) Έζαψα (αόρ. του ρ. ζάφτω) = τον έκανα ζάπι, τον κατάφερα, τον ημέρωσα.
Έζηγα (παρατ. του ρ. ζω) = ζούσε. (Έζηγε τότενες.)
Έϊδα (αόρ. του γλέπω) = είδα. (Απόψε σ΄ έϊδα στ΄ όνειρό μου. / Δε σ΄ έϊδαμε θλιμμένονε.)
Έϊδα κι απόειδα = περίμενα να γίνει κάτι, αλλά τελικά υποχώρησα. (Έϊδα κι απόειδα από τις πιρουνιές της πεθεράς μου και αποφασίσαμε να μετακομίσουμε.)
Είσαι και φαίνεσαι (έκφραση) = απάντηση σε άσχημο χαρακτηρισμό ή βρισιά.
Έκα, Εκάτε (ρ. προστ.) = στάσου, σταθείτε (για εκάτε, ρε γυναίκες=για σταθείτε), αλλά και έλα, ελάτε. (Έκα κατά δω=έλα κατά δω.)
Έκαμα (αόρ. του κάνω) = ολοκλήρωσα, τελείωσα. (Έκαμα το λάδι. / Έκαμα το οργωτό. / Έκαμα το γέννημα. / Έκαμα το χωράφι.)
Έκιωσα (<αόρ. του ρ. κιώνω) = τελείωσα. (Τό ΄κιωσα το κέντημα, το υφαντό, το χωράφι.)
β) Εκοψε (<κόβω) (ρ. αόρ.) = α) χάλασε. (Έκοψε το γάλα, η σούπα, το γιαούρτι.)
β) = λύθηκε και έφυγε. (Έκοψε η γίδα.)
γ) = μίκρυνε, λιγόστεψε την απόσταση. (Έκοψε δρόμο.)
δ) = περπάτησε. (Το ΄κοψε με τα πόδια.)
ε) = πείνασε πολύ. (Τον έκοψε πείνα.)
στ) = φοβήθηκε πολύ και ίδρωσε. (Τον έκοψε κρύος ιδρώτας.)
ζ) = έπαθε διάρροια. (Τον έκοψε ζουμί.)
Έκρα = απάντηση στο ε. Όταν κάποιος απαντούσε με το ε σε μια ερώτηση ή τον φώναζε κάποιος και αργούσε να απαντήσει, του ανταπαντούσε με τη φράση έκρα και ξερό.
(Ε)λεύτερος, -η, -ο (επίθ.) = ο ανύπαντρος
(Ε)λόγου σου = εσύ. (Ελόγου σου, ποιος είσαι;)
Έμπα (το) (< αρχ. ελλ. εμβαίνω) = η είσοδος. (Θα σε ΄βρω στο έμπα του χωριού.)
Έμπασμα (το) (< αρχ. ελλ. εμβαίνω) = το έμβασμα. (Σήμερα θα φέρει ο ταχυδρόμος το έμπασμα.)
Εμπατή (η) (<εμβαίνω) = ο καταρράχτης, άνοιγμα στο πάτωμα του σπιτιού, που οδηγούσε με ξύλινη σκάλα στο κατώι.
Ένα κι ένα (επίρρ.) = α) γρήγορα. (Πες μου ένα κι ένα, γιατί το βαρείς το παιδί;)
β) ταιριαστό. (Είναι αυτό ένα κι ένα, διαμάντι.)
Ενί (το) = το υνί, σιδερένιο μυτερό εξάρτημα αλετριού (αρότρου), για να σκάβει τη γη.
Εννιάημερα (τα) = οι εννέα μέρες μετά το θάνατο. Τα εννιάημερα της Παναγίας (εορτή), τα εννιάημερα του νεκρού (τρισάγιο).
Έντηνε, έντονε, (αντων.) (ε+να+την+ε) = νάτην, νάτο
Έντος, έντη, έντο (αντων.) (να+τος) = νάτος, νάτη, νάτο.
Έντωσα (<αόρ, του ρ. ντώνω) = α) χαλάρωσε το σώμα μου. (Έντωσα με το περπάτημα.)
β) ανακουφίστηκα οικονομικά. (Είχε καλή τιμή η σταφίδα φέτο κι έντωσα λιγούλι.)
γ) ξαλάφρωσα από την πολλή δουλειά. (Κεφάλιωσα τα μεγάλα χωράφια κι έντωσα απ΄τη πολλή δουλειά.)
δ) αραίωσα. (Έντωσα το ζυμάρι.)
ε) φάρδυνα. (Έντωσα το φουστάνι.)
Εξάπαντος (επίρρ.) (<εξ+άπαντος<αρχ. ελλ. άπας) = εξ ολοκλήρου, βεβαίως, οπωσδήποτε.
Εξεπίτηδες και εξεπιτούτου ή επιτούτου (επίρρ.) (<εκ+επί+τούτου) = επίτηδες, επί σκοπού.
Εξόνε (εκτός+αν) = εκτός αν. (Ταχιά θα ξαναπάμε, εξόνε και βρέχει.)
Έπεσε περονόσπορος (έκφραση) = έπεσε αρρώστια, έπεσε θανατικό ή ερήμωσε ένας τόπος.
Επιπόνου (επίρρ.) = με πόνο ψυχής, προσωπικά. (Το πήρε επιπόνου.)
(Ε)πρόγκηξε (ρ.) (<προγκάω) = α) ξαφνιάστηκε και έφυγε τρέχοντας από φόβο ή έκανε ανεξέλεκτες κινήσεις. (Πρόγκηξε το γαϊδούρι=αφήνιασε.)
β) εμπόδισε τα ζώα, τα έδιωξε για να μην κάνουν ζημιά. (Πρόγκηξε τις κότες, τις γίδες να βγουν απ΄ το περβόλι.)
Εργάτης ή αργάτης ή ηργάτης (ο) (<αρχ. ελλ. εργάζομαι) = ξύλινη κατασκευή στο λιτρουβιό (ελαιοτριβείο), αποτελούμενη από ένα κάθετο δοκάρι, στου οποίου περίπου στα 3/4 του ύψους του μέσα από μια τρύπα περνούσε ένα οριζόντιο ξύλο, που το γύριζαν στην αρχή με τα χέρια και έπειτα με τους ώμους τους οι εργάτες για να στίψει καλά τις τσαντίλες και να βγει το λάδι.
(…κι άλλοι να καργαρίζουνται στρέφοντας τον «αργάτη»,
να στίβουνται τα στάματα, να τρέχει το λαδάκι…), Π. Γλυφός, ¨Ομορφιές και μορφές της Κορώνης».
Εργατιά ή αργατιά ή ηργατιά (η) = το σύνολο των εργατών που δούλευαν σ΄ ένα χωράφι. (Κι η αργατιά χωνότανε στις διάφορες ταβέρνες…, Π. Γλυφός, Ομορφιές και μορφές της Κορώνης». / Γεια σου περήφανη κι αθάνατη εργατιά…, λαϊκό τραγούδι.)
Έργος (ο) (<αρχ. ελλ. έργον) = ένα τμήμα του χωραφιού, το οποίο το δούλευαν αράδα-αράδα (τα κλήματα ή τα λιόφτα). Έτσι επιμέριζαν την εργασία όλου του χωραφιού, υπολόγιζαν τις μέρες που θα απαιτούσε, αλλά μετρούσαν και την ικανότητα και τη σβελτάδα των εργατών. (Σήμερα βγάλαμε τρεις έργους, έχουμε άλλους πέντε.)
Ερέτρια (η) = ποικιλία σταριού.
Έρεψε (ρ. αόρ.) (<ρέβω<αρχ. ελλ. ρέω) = αδυνάτησε πολύ, εξαντλήθηκε σωματικά.
Έρμα και σκότεινα (έκφραση) = έρημα και σκοτεινά, δυστυχισμένα, ή ερημωμένα.
Ερμαδιακός, -ιακιά, -ιακό (επίθ.) = ρημαγμένος, κακόμοιρος
Ερμούλης, -α, -ικο = ο έρημος. Χρησιμοποιείται συχνά ως προσφώνηση. (Τήρα μπροστά σου, ερμούλα μου, θα σκοτωθείς!)
Έσκασε (ρ. αόρ.) = βγήκε. (Έσκασε ο ήλιος, έσκασε η πατάτα, ο καρπός, το σπυρί.)
Έσοβα (η) = θεραπευτικό αντιοξειδωτικό βότανο με ευρεία χρήση, κατάλληλο για μολύνσεις, απαραίτητο σε κάθε σπίτι.
Έσωσα (ρ. αόρ.) = α) έφτασα. (Σ’ έσωσα=σ΄έφτασα. / Προχώρα, τράβα και θα σε σώσω. /Σώσε μου το αγγειό απ΄ το ντουλάπι και νόμου το.) β) τελείωσα. (Το έσωσα το κουβάρι = το τελείωσα.)
Ετότες (επίρρ.) και ετότενες = τότε
Έτσιγια (επίρρ.) = έτσι ακριβώς
Εύκαιρος, -η, -ο (επίθ.) (<ευ+καιρός) = ο διαθέσιμος. (Το ΄χω εύκαιρο το αγγειό, πάρτο.)
Ευκή (η) = ευχή. (Έχε την ευκή μου γιε μου!)
Ευκιέμαι (ρ.) = εύχομαι. (Ευκιέμαι για σένα παιδί μου!)
Ευτεία (επίρρ.) (<ευθεία) = ίσια
Ευτύς, -εία, -ύ (επίθ.) = ο ίσιος
Έχει του (το) (<το έχειν) = η περιουσία του
(Ε)φτούνος, -η, -ο (αντων.) = αυτός
(Ε)φτού, εφτουχάμου (επίρρ.) (εφτού+χάμου) = εκεί κάτω. (Εφτού που πας ψηλά στη φτέρη κι εμένανε κοντοκαρτέρει), δημ. τραγούδι.
Εψές (επίρρ.) (<μεσν. οψές<αρχ. ελλ. οψέ) = χθες
(Εψές προψές ανέβαινα σε μια καινούρια σκάλα
μου λιάνισε η μεσούλα μου κι έπεσε το σελάχι), δημ. τραγούδι.
Αναζήτηση αλφαβητικά
Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ
Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω