Σαβόρι (το) (<ιταλ. savore) = σάλτσα ντομάτας με φρέσκια ή πελτέ ντομάτας, λάδι, ξύδι, σκόρδο και δενδρολίβανο. (Να φας μπακαλέο σαβόρι, να γλείφεις και τα δάχτυλά σου!)
Σαβούρα (η) (<λατιν. saburra) = η βρομιά, το κατακάθι. (Έχει σαβούρα απουκάτου το βαρέλι.)
Σαβούρι (το) – τα σαβούρια = το σκουπίδι, τα σκουπίδια. (Γιόμισε η αυλή σαβούρια.)
Σαγάνι (το) (<τούρκ. sahan) = μεγάλο τσίγκινο πιάτο, από το οποίο έτρωγαν όλοι.
Σάγριο (το) (<αρχ. ελλ. σαχνός=απαλός+άγριο) = δερματικό έκζεμα των μωρών στο κεφαλάκι τους. Για φάρμακο έδιναν το σκορπιδόχορτο ως ρόφημα και ως επάλειψη.
Σάδε ή σαδέ = σαν δεν. (Σάδε ντρέπεσαι!)
Σαϊκώνω (ρ.) (<τουρκ. sahi) = ασφαλίζω, δένω σφιχτά. (Σαΐκωστο καλά.)
Σάισμα (το) (<σάττω<σάγος=τραχύ ύφασμα ή <τούρκ. sayak=υφαντό από γίδινο μαλλί) = υφαντό με τραγόμαλλο που τσιμπάει το δέρμα. Το χρησιμοποιούσαν σαν χαλί, αλλά και ως στρωσίδι πάνω στο στρώμα. Άπορίας άξιον πώς κοιμόμασταν!!!
Σαϊάστηκα (ρ. αόρ.<σαϊάζουμαι) = ντύθηκα βαριά. (Γιατί σαϊάστηκες, πού πααίνεις;)
Σαΐτα (η) (<μεσν. σαγίτα<λατ. sagitta) = α) βέλος αργαλειού. (Την ευχή μου να ΄χεις, αργαλειό να μάθεις, τη σαϊτα να πετάς, τα ποδάρια να κουνάς), δημ. τραγούδι
β) φίδι. (Η σαΐτα είναι είδος φιδιού, που πήρε το όνομά του από τη μεγάλη ταχύτητα που αναπτύσσει.)
γ) παιχνίδι με χαρτί σαν αεροπλανάκι. (Ένα, δύο, μπρος, τη σαΐτα κατά μπρος, το αυτί θα σημαδέψω, αφού πρώτα το κοκκέψω!)
Σακατεύουμαι (ρ.) (<σακάτης<τούρκ. sakat) = κουράζομαι πολύ, μένω ανάπηρος, καταστρέφομαι.
(Πάει σακατεύτηκα, δε μπορώ άλλο.) Στην Ενεργητική φωνή σακατεύω = χτυπώ κάποιον πάρα πολύ. (Τον σακάτεψε στο ξύλο.)
Σά(κ)κα ή σάκ(κ)αινα (η) = α) μεγάλο υφαντό σακί που χρησίμευε ως αποθηκευτικός χώρος για τα γεννήματα και άλλα δημητριακά.
β) μεγάλο σακί σε μέγεθος κρεβατιού, το οποίο το γέμιζαν με σάλμη (=ξερές καλαμιές) και το έκαναν στρώμα στα κρεβάτια.
Σακ(κ)ιάζω (ρ.) = γεμίζω τα σακιά. (Σακιάζω τις ελιές, τα γεννήματα, τις σταφίδες κ.α.)
Σάκ(κ)ιασμα (το) = το γέμισμα των σακιών με το προϊόν. (…Το σάκιασμα ξεκίνησε, ο ένας έτρεχε να φέρει το σακί, άλλος το φτυάρι κι άλλος το σπάγκο. Τα σακιά γιόμιζαν κι έβγαιναν όξω από το σταφιδόσπιτο…,) Β. Μάραντος, «Ζάγκα».
Σακ(κ)οβελόνα και σακοράφα (η) = μεγάλη βελόνα για το ράψιμο των σακιών.
Σακ(κ)ούλι (το) (<μεσν. σακκούλιον<αρχ. ελλ. σάκκος) = μικρό σακί. Τα σακούλια αποτελούσαν μέρος των προικιών της νύφης. Ήταν υφαντά με χρωματιστά γνέματα (=νήματα), τους έκαναν διάφορα γεωμετρικά σχέδια με ρόμβους, τετράγωνα ή με γραμμές και τους κρεμούσαν φούντες. Είχαν χρωματιστά στριφτά μακριά σκοινιά ως χερούλια για να φοριούνται χιαστί στο λαιμό, να κρεμιούνται στον ώμο, στα κολιτσάκια του σαμαριού του ζώου, στα δέντρα ή στις πρόκες των τοίχων. Ήταν οι τσάντες εκείνης της εποχής. (… Καβάλα στο γαϊδούρι με τα σακούλια κρεμασμένα στα κολιτσάκια…), Βασ. Μάραντος, «Ζάγκα».
Σάκ(κ)ουλας (ο) = αυτός που φοράει φαρδιά ρούχα σαν σακούλια, είναι και παρανόμι.
Σακ(κ)ουλιάζει (ρ.) (για ρούχο) = είναι φαρδύ σαν σακούλι ή σε κάποιο σημείο κάνει σακούλα, δεν εφαρμόζει καλά.
Σακ(κ)ουλομάσταρη (η) = η γίδα που ο μαστός της έκανε σακούλα και η ρόγα της δεν ήταν κάθετη, αλλά πιο μπροστά προς το πλάι.
Σάλα (η) (<ιταλ. sala) = το μεγάλο και καλό δωμάτιο του σπιτιού για την υποδοχή των ξένων. (Σάλα, σάλα, μες τη σάλα τα μιλήσαμε…), δημ. τραγούδι.
Σαλαγάου (ρ.) (<μεσν. σαλαγέω) = καθοδηγώ τα ζώα με κατάλληλα σφυρίγματα. (Σαλάγατα, σαλάγατα τα γίδια και τα πρόβατα), δημ. τραγούδι.
Σαλά(γ)ισμα (το) = το κάλεσμα των ζώων με λέξεις ή ήχους που απευθύνονται στα ζώα, όπως: κάτσι – κάτσι, μπρρρ, έϊ-έϊ κ.ά. (…Τα σαλαγάς πρόσχαρα, κι είσαστε όλο ζωή και φαιδρότητα… / τα σαλαγίσματά σου τ΄ αγροικάω μαζί με την αρμονία τω τρουκανιώνε…), Π. Γλυφός, «Ομορφιές και μορφές της Κορώνης».
Σάλμη (η) (<αρχ. ελλ. σάμαξ=καλάμι) = η καλαμιά της βρώμης μετά το θέρισμα, τροφή για τα ζώα. Με αυτήν οι γυναίκες γέμιζαν τα στρώματα των κρεβατιών, όπως και τις προσκεφαλάδες.
Σαμάρι (το) (<μεσν. σαγμάριον<αρχ. ελλ. σάγμα) = ειδικό κάθισμα που τοποθετείται στη ράχη του γαϊδάρου και δένεται με την ίγκλα. (Βαράει το σαμάρι, για να τ΄ακούσει ο γάιδαρος), παροιμία.
Σαμαροπαΐδα (η) = η πλαϊνή σανίδα του σαμαριού, ο πολύ αδύνατος άνθρωπος. (Και τότες φτερουγάει ευτύς για τον περίπατό της
πετώντας πέρα στη γωνιά τις σαμαροπαϊδες…), Π. Γλυφός, «Ομορφιές και μορφές της Κορώνης».
Σαμαροστρωμή (η) = το γέμισμα του σαμαριού με άχυρο.
Σαμαροτριχιά (η) = η τριχιά που κρέμεται πάντα από το κολιτσάκι του σαμαριού για να δένεται το κάθε λογής φόρτωμα.
Σαμαρτζής (ο) = ο σαμαράς. Είναι και επίθετο.
Σάματις (<ως+άμα+ότι) = μήπως. (Σάματις ξέρω;)
Σάμπως (<σαν+πως) = τάχα, μήπως, μάλλον. (Σάμπως θα βρέξει.)
Σανός (ο) (<σλάβ. seno) = τροφή από ξερά δημητριακά ή άλλα σπαρτά για ζώα.
Σαπίζω (ρ.) (β΄ παθ. αόρ. εσάπην<αρχ. ελλ. σήπομαι = α) αποσυντίθεμαι, χαλάω β) μετφ. βαράω πολύ. (Τόνε σάπισα στο ξύλο!)
Σαπίμι (το) = το σάπιο. (Ούλα σαπίμια γίνανε, θέλουνε πέταμα.)
Σαποκωλιάζω (ρ.) (<σήπω+κώλον) = σαπίζω. Κυρίως αναφέρεται στα φυτά.
(Σαποκώλιασε ο φυτός απ’ τη πολλή βροχή και δε φύτρωσε τίποτα.)
Σάρα (η) (<σαρώνω<σαΐρω< σύρω) = κατηφόρα, πλεύρα με πέτρες.
(Οι αποστάσεις όλες για μας ήταν μια πιλάλα. Ταυρί, Μελίσια, Καλαμάκι, Μπουζαλά, Σάρες, Μαύρη Πέτρα…. Από τη μια στην άλλη μ΄ ένα πήδημα…), Β. Μάραντος, «Ζάγκα».
(Η) Σάρα και (η) μάρα και το κακό συναπάντημα = παλιοπράγματα, ανομοιογενές πλήθος. (Πλάκωσε ούλη η σάρα και η μάρα.)
Σαραβαλιάζουμαι (ρ.) = α) πέφτω άτσαλα. (Σαραβαλιάστηκα κατάλακα κι έσπασα το γκουργκούνι μου.)
β) έχω πολλές αρρώστιες. (Σαραβαλιάστηκα, σου λέου, δε μπορώ άλλο, γέρασα πλια.)
Σαράκι (το) (<σαράκιον<σάραξ<αρχ. ελλ. σηρ) = α) σκουλήκι ξύλου. (Τις έφαε τις τράβες το σαράκι.)
β) στεναχώρια. (Μ΄ έφαε το σαράκι του κακού που μας βρήκε, δε μπορώ γιάλλο.)
Σαρακοφαγώθηκε (ρ. παθ. αόρ.) = φαγώθηκε από το σαράκι. Σαρακοφαγωμένος, -η , -ο (μετχ.) =αυτός που τον έχει φάει το σαράκι.
Σαριά (η) (<ελλν. κοιν. σαρόω-ω) = η βρομιά. (Πολλή σαριά έχουνε τα μαστάρια της γίδας.)
Σαρίδι (το) (<ελλν. κοινή σαρόω-ω<αρχ. ελλ. σαΐρω) = το σκουπίδι. (Μπήκε΄να σαρίδι στο μάτι μου και με κόβει.)
Σαρκώνω (ρ.) (<σάρκα+ώνω) = βάζω σάρκα, χορταίνω, δυναμώνω. (Άμα δε φας ψωμί, δε σαρκώνεις.)
Σα(ε)ρμαγιά (η) (<τουρκ. sermaye) = το αρχικό χρηματικό κεφάλαιο.
Σαρμάκο (επίρρ.) (<τούρκ. sarmak) = προσοχή, χωρίς μιλιά. (Στέκεται μπροστά του σαρμάκο, τσιμουδιά δε βγάνει.)
Σαρμανίτσα (η) (παλαιοαρμενική) = η ξύλινη κούνια.
Σαρμούτα (η) (αραβ.) = η άσχημη γυναίκα.
Σαρωματίνα (η) = χειροποίητο σάρωμα από αφάνα, κατάλληλο για τις αυλές, τ’ αλώνια, τις ξελότζες, τα κοτέτσια κ.α.
Σαρώνω (ρ.) (< μεσν. σάρωθρον<αρχ. ελλ. σαΐρω) = σκουπίζω με το σάρωμα.
Σάτζαλα και μάτζαλα (<ιταλ.cencio=κουρέλι) = πολλά και άσχετα μεταξύ τους πράγματα, συνήθως είδη νοικοκυριού, ρουχισμού, εργαλεία.
Σάψαλο (το) (<σήπομαι<σήψις) = το σπασμένο, το σάπιο. (Σάψαλο έγινε το γόνατό μου.)
Σ(ζ)βάρνα (επίρρ.) (<σλαβ. τη(ς barna) = απρόσεκτα. (Τα πήρες ούλα σβάρνα.)
Σ(ζ)βαρνιάς, σβαρνού ή σβαρνιάρης, -α, -ικο (επίθ.) = ο απρόσεκτος
Σ(ζ)βαρνίζω (ρ.) = σέρνω και λερώνω. (Μάζεψε τα βρακιά σου, σβαρνίζεις στα χώματα.)
Σ(ζ)βέλτα (επίρρ.) (<ιταλ. svelto) = γρήγορα. (Άειντε, σβέλτα, γιατί απόσκιωσε.)
Σ(ζ)βελτάδα (η) = η γρηγοράδα
Σ(ζ)βέλτος, -α, -ο (επίθ.) = ο γρήγορος, ο προκομμένος. (Είναι σβέλτος στη δουλειά.)
Σ(ζ)βένω (ρ.) = σβήνω. (Σβένω τα κάρβουνα.)
Σ(ζ)βέρκος (ο) (<αλβ. zverk) = ο αυχένας. (Πιάστηκε ο σβέρκος μου.)
Μού ΄κατσε στο σ(ζ)βέρκο (έκφραση) = με καταπιέζει
Σ(ζ)βερκώνω (ρ.) = α) χτυπώ στο σβέρκο, γενικότερα χτυπώ κάποιον. (Κάτσε ήσυχα ρε, θα σε σβερκώσω). Σβερκώνουμαι (παθητ.) = α) πέφτω για ύπνο. Σβερκώθηκα (αόρ.) = α) έπεσα για ύπνο, πιάστηκα στον αυχένα.
(Σβερκώθηκα απόψε. / Σβερκώσου=κοιμήσου.) Σβερκωμένος, -η, -ο (μετχ.) = πιασμένος στον αυχένα. (Ξύπνησα σβερκωμένος.)
Σ(ζ)βίγα (η) = ξύλινο υφαντικό εργαλείο, στο καρούλι του οποίου τυλιγόταν το γνέμα (=νήμα), όταν ξετυλιγόταν από την ανέμη.
Σ(ζ)βιλάδα (η) (<ιταλ. svolare) = η ιδιοτροπία, η παραξενιά.
Σ(ζ)βιλαδιακός, -ακιά, -ιακό (επίθ.) = παράξενος, ιδιότροπος.
Σ(ζ)βουή (η) = πολύ γρήγορα, σαν σφαίρα. Χρησιμοποιείται ως επιρρηματικό κατηγορούμενο. (Έφυγε σβουή, έγινε σβουή.)
Σ(ζ)βούρα (η) (ονοματοπ. από σβββ) = στροφή, παιχνίδι, ο αρχ. ελληνικός στρόβος. (Παιδιά παίζαμε με τη σβούρα.)
Σ(ζ)βούρτσα (η) = η βούρτσα
Σ(ζ)βούρτσας (ο) = αυτός που έχει ίσια και σκληρά μαλλιά, είναι και παρανόμι.
Σ(ζ)βουρτσίζω (ρ.) = α) βουρτσίζω. (Σβουρτσίζω τα μαλλιά, σβουρτσίζω τα σακκάκια.) β) ασπρίζω. (Σβούρτσισα τη σκάλα και τις αυλές.)
Σ(ζ)βώ(ο)λος (ο) (<βώλος<βάλλω) = χοντράδι χώματος. (Δεν έκαμε καλό οργωτό, το χωράφι είναι ούλο σβόλους. / …γιατί μας φίλευε συχνά με σβόλους ζαχαρίτσα…, Π. Γλυφός, «Ομορφιές και μορφές της Κορώνης».)
Σ(ζ)βω(ο)λιάει (ρ.) = κάνει σβόλους. (Σβολιάει το χωράφι, σβολιάει και η σούπα.)
Σ(ζ)γατζώνω-ουμαι (ρ.) (γαντζώνω, αντιδάνειο<βεν. ganzo <αρχ. ελλ. γαμψός) = πιάνω κάτι με γάντζο, παθητ. πιάνομαι με τα νύχια από κάπου. (Σγατζώθηκε σ΄ένα βράχο για να μη πέσει.)
Σ(ζ)γαρλάου (ρ.) (<ιταλ. scarnare) = ανακατώνω. (Σγαρλάνε οι κότες τα χώματα. / Τι το σγαρλάς το πράμα, άστο να ξεχαστεί.)
Σ(ζ)γάρλισμα (το) = το ανακάτεμα. Κυριολεκτείται στις κότες που ανακατεύουν τα χώματα, αλλά λέγεται και μεταφορικά για το ανακάτεμα των πραγμάτων.
Σ(ζ)γούμπα (η) (<ιταλ.gobba) = η καμπούρα
Σ(ζ)γουμπιάζω (ρ.) = καμπουριάζω
Σ(ζ)γουμπός, -ή, -ό (επίθ.) = ο καμπούρης. (Γριούλα μικροσκοπική, σγουμπή από τα χρόνια…), Π. Γλυφός, «Ομορφιές και μορφές της Κορώνης».
Σ(ζ)γουφτός , -ή, -ό (ρημ. επίθ.<σγούφτω) = με το κεφάλι κάτω. (Σγουφτή ούλη τη μέρα βοτάνιζα το σπανάκι. / Αρχίζουν τώρα τ΄ άπλωμα, σγουφτές και τάκα τάκα…, Π. Γλυφός, «Ομορφιές και μορφές της Κορώνης». )
Σ(ζ)γούφτω (ρ.) (<σκύβω<σκύπτω<αρχ. ελλ. κύπτω) = σκύβω. (Σγούψε να σε φτάσω.)
Σ(ζ)γρουμπούλι (το) (<γρομπούλι<γρόμπος<λατ. grumus=μικρός σωρός) = εξόγκωμα
Σ(ζ)γρούπα (η) = τρύπα σε βράχο. Είναι και τοπωνύμιο.
Οι λέξεις που αρχίζουν από σβ, σγ και σμ προφέρονται και ως σζ.
Σέβας (το) = ο σεβασμός. (Πρέπει να ΄χουτε, μας λέγανε, μεγάλο σέβας στους γονέους σας, στους δασκάλους και στους μεγαλύτερους.)
Σειριά (η) και σεργιά (η) (<σειρά) = η σειρά, το σόι, η ράτσα. (Κρατάει τη σειριά του άντρα της.)
Σειώ (ρ.) = σείω, κουνώ. (Ούλη την ώρα σειεί τα χέρια του.)
Σέλιτσα (η) (υποκ.<σλάβ. selo=μικρό χωριό κατά Δ. Σταματόπουλο. Υπάρχουν κι άλλες εκδοχές, όπως από αρχ. ελλ. ρίζα σελ=χορεύω ή από τη σέλα<λατ. sella) = μεγάλη περιοχή Ν. Δ. του Βασιλιτσίου πίσω από το Μαυροβούνι ως το ακρωτήριο Ακρίτας με μικρότερους οικισμούς στα παλαιότερα χρόνια κατά σόια (Καλαμάκι, Διάσελο, Αγιάννης, Βρωμόβρυση, Καγκαδόραχη, Σπλαθουρόραχη, Στρατηγού, αη-Παντελέημονας, αη-Γιάννης, Παναΐτσα Θεοτόκος, Αμμούλης, Λάζος, κλπ).
Σεμπριά (η) = το συνεταιριλίκι
Σέμπρος (ο) (<σλαβ. sebru) = ο συνέταιρος
Σέμπρες (οι) = οι σμίχτρες, οι γυναίκες που συνεταιρίζονται το γάλα, δες και σμίχτρες.
Σε(ου)ργούνι (<τούρκ. surgun) = δημόσιος εξευτελισμός, ρεζίλεμα, ντρόπιασμα. Τα διέδωσε, τα έβγαλε στη φόρα και τον, την έκανε ρεζίλι. (Σεργούνι έγινε σ΄ούλο το χωριό, βγήκανε τα σκολιανά του στη φόρα.)
Σεργιάνι (το) (<τούρκ. seyran<αραβ. sayaran) = ο περίπατος, η βόλτα. (Να βγάλουνε τον άγιο μας σεργιάνι μες τη πόλη…,), Π. Γλυφός, «Ομορφιές και μορφές της Κορώνης».
Σεργιανίζω (ρ.) = πηγαίνω βόλτα. ( Σήμερα τ΄ Αγιο-Δημητριού και σεργιανούν τον άγιο…), Π. Γλυφός, «Ομορφιές και μορφές της Κορώνης».
Σενικοβότανο (το) = βοτάνι, αλλιώς μανδραγόρας, για να κάνουν αρσενικά παιδιά οι γυναίκες.
(«T΄ είπες εξεφώνισε κατακόκκινη από χαρά και ντροπή ή Κρουστάλλω. Τ’ έχεις είπες – Τό σερνικοβότανο, ξανάειπε δυνατώτερα παίρνοντας θάρρος και φέρνοντας …), Α. Καρκαβίτσας, «Ο Ζητιάνος».
Σερνικάδι (το) = το αρσενικό. Σερνικάδι έλεγαν το νεογέννητο αρσενικό ζώο.
Σερνικεύω (ρ.) = α) αποκτώ αγόρι. (Δε σερνίκεψες καψερέ και συ. Ούλα θηλυκά σου ‘δωκε ο Θεός.)
β) μιμούμαι τους σερνικούς, αντροφέρνω. (Για βάλτε το λάκκο μωρ΄ γυναίκες, κοντεύουμε να σερνικέψουμε φέτο.)
Σερνικιά (η) = η στείρα γυναίκα.
Σερνικό (το) = το αρσενικό, το αγόρι.
Σερνικομάνα (η) = η μάνα που έχει σερνικά παιδιά, γιους.
Σημαντούρα (η) ή σημαντούρι = το σημάδι. (Έβαλε σημαντούρα τη μεγάλη ξυλοκερατιά αγνάντια στη πεζούλα για να μη χαθεί.)
Σηκωαπιθώστρα (η) (σύνθ. από σηκώνω+απιθώνω) = αυτή που σηκώνει κουβέντες και τις ακουμπάει κάπου αλλού, δηλ. η κουτσομπόλα, η ρουφιάνα.
Σιά-πιά (επίρρ.) = σιγή, σιωπή. (Δεν ακούεται τίποτα, σιά-πιά.)
Σιαδώθε, σιακείθε (επίρρ.) = ίσια εδώ, ίσια εκεί.
Σιάχνω (ρ.) (<ισιώνω) = ισιώνω, τοποθετώ σωστά. (Χαμογέλασε πονηρά, έσιαξε τα πρασινισμένα σκουτάκια του και συνέχισε…), Φωτ. Βασιλοπούλου, «Οι παπούλες». Σιάξου (προστακτ.) = φτιάξου, παθ. σιάχνουμαι = φτιάχνομαι, καλλωπίζομαι, συγυριέμαι.
Σιακάτου και) σιακατουφτούθε (επίρρ.) = ίσια κάτω και ίσια κάτω φτου (αυτού). (Σιακάτου στ’ Αχούρι ακούεται σιαματάς.)
Σιαπάνου και σιαπανουφτούθε (επίρρ.) = ίσια πάνω και ίσια πάνω φτου (αυτού). (Σιαπάνου στον ανήφορο.)
Σιαπέρα. σιαπεραδώθε και σιαπερακείθε (επίρρ. ) = ίσια πέρα, ίσια πέρα εδώ και ίσια πέρα εκεί.
Σιάκα (ρ.) (προστακτ.) (εις+ήκω) = πήγαινε
Σιαμούρω (η) (<ίσια+μούρη) = με ανέκφραστο πρόσωπο, η στριφνή γυναίκα.
Σιγκούνι (το) (<αλβ. shegune) = χοντρό γυναικείο παλτό.
Σιγουρεύω (ρ.) (<μεσν. σίγουρος<βεν. seguro) = τοποθετώ κάτι στη θέση του επιμελώς, τακτοποιώ. (Σιγούρεψε τα πράματα.)
Σιδεροπάλουκο (το) = σιδερένιο παλούκι. Τα σιδεροπάλουκα τα χρησιμοποιούσαν για να δένουν σφιχτά τα σκοινιά στις τέντες των αλωνιών, ως παλούκια για τα ζώα και σε άλλες χρήσεις.
Σιδεροστιά (η) (<σίδερο+στιά) = ο σιδερένιος τρίποδας για τοποθέτηση μαγειρικού σκεύους στη φωτιά.
Σιέστα (επίρρ.) (<ιταλ. sestare) = στα ίσια σου, στα καλά σου. (Έλα στα σιέστα σου, δε ξέρεις τι λες!)
Σι(ε)κλέτι (το)(<τουρκ. siklet) = η στενοχώρια. (Και στη μονή μας ήρθε για να γιάνει / η δόλια απ΄ το μεγάλο της σικλέτι… / …Δυό μέρες τη χωρίζουνε απ΄ το πικρό ταξίδι / κι έχει σικλέτι δυνατό, δε τη χωράει ο τόπος…), Π. Γλυφός, «Ομορφιές και μορφές της Κορώνης».
Σικλετίζω-ουμαι (ρ.) = στενοχωρώ-ιέμαι.
Σιλαρώνω (ρ.) (<ιλαρώνω<αρχ. ελλ. ιλάσκομαι) = ηρεμώ, φέρνω με τα νερά μου. (Η γυναίκα ήταν αστοιχείωτη, ένα αγρίμι. Όμως η πεθερά ήταν καλή γυναίκα και έξυπνη. Τη πήρε με το καλό, την ορμήνεψε, τη σιλάρωσε. Και κείνη την αγάπησε σα μάνα της.)
Σιναπίδι (το) (<σινάπι) = αρρώστια του σταριού (κοκκινίζει το στάχυ).
Σιορόκος (ο) (<ιταλ. scirocco) και η Σιοροκάδα = ο Σιρόκος
Σιουρακλεμές (ο) (<τούρκ. suruklemek) = ο αδύνατος, ο ψηλός και άχαρος, o αχαΐρευτος, ο ανυπόληπτος.
Σιουράου (ρ.) (<σφυρίζω) = καταλαβαίνω. (Δε σιουράει καθόλου.)
Σιουρντάου (ρ.) (<σε+όρντινο) = βάζω σε σειρά, σπρώχνω. (Σιούρντα τόνε λιγούλι, μπας και στρώσει.)
Σιουρούκου-μουρούκου (επίρρ.) = όπως-όπως. (Δεν είχε χρόνο, βιαζότανε για τη δουλειά. Σουρούκου-μουρούκου σιγύρισε τα ζωντανά, έχωσε στο σακούλι δυο φέτες ψωμί, λίγο τυρί, έβαλε κι ένα σουϊά κι έφυγε για το χωράφι.)
Σιούτος, -α, -ο (επίθ.) (<ιταλ.asciutto) = ο χωρίς κέρατα (σιούτα γίδα), αλλά και σιούτα έλεγαν τη γυναίκα με πολύ μικρό στήθος. Ήταν και παρανόμι.
Σιρδεστέκι (το) (<σιδεροστέκι) = μακρύ ξύλο ή σίδερο.
Σιτάρι (το) = τα κόλλυβα. (Θα βράσω σιτάρι, γιατί αύριο είναι Ψυχοπαράσκευο. / Τίνους είναι το σιτάρι; = για ποιον είναι τα κόλλυβα;)
Σίτεψε (ρ. αόρ.) (<σιτεύω<αρχ. ελλ. σίτος) = παράγινε. (Σιτέψανε τα σταφύλια. / Ας το κρίας να σιτέψει./ Η σιτεμένη κυρά τη τήραξε με ζήλεια.)
Σιφουνικό (το) (<αρχ. ελλ. σίφων) = ο ανεμοστρόβιλος. (Στο ξαφνικό σιφουνικό και στο σφοδρό δρολάπι…), Π. Γλυφός, «Ομορφιές και μορφές της Κορώνης».
Σιχαντερίλα (η) = η αηδία
Σιχαντερός, -ή, -ό (επίθ.) (<σιχαίνουμαι<ελλνστ. σικχαίνω<σικχός = αηδιάζω) = αηδιαστικός
Σιόπατο (το) (<ίσος+πάτος) = το ίσιωμα, το ισόγειο (το σιόπατο παπούτσι).
Σίχλος (ο) (<λατ. sicoula και όχι αρχ. σίκλος) = ο κουβάς, ο μπου(γ)έλος. Ευρεία χρήση η λέξη σίχλος είχε στην Κορώνη, ενώ στο Βασιλίτσι έλεγαν ο μπουέλος.
Σιχτίρι (<τούρκ. siktir ή κατά κάποιους από το αρχ. ελλ. οικτίρω<οίκτος = λύπηση, που όμως δεν είναι αληθές). Έκφραση: άι σιχτίρ ως βρισιά = άιντε γ@@@@@@, άιντε χάσου γενικότερα.
Σιχτιρίζω (ρ.) = αποπαίρνω, βρίζω, χουγιάζω.
Σκάλα (η) = σιδερένιο εξάρτημα που κρέμεται από τη σέλα ή το σαμάρι και βοηθάει τον αναβάτη να καβαλ(λ)ικεύσει στο ζώο.
Σκαλίζω (ρ.) = σκάβω ελαφρά το χώμα γύρω από το φυτό.
Σκαλιστήρι (το) = μικρό γεωργικό εργαλείο με ξύλινο στ(ε)ιλιάρι και σιδερένια αιχμή (σαν μικρό τσαπόνι) για το σκάλισμα.
Σκάλος (ο) ή σκάλισμα (το) (<αρχ. ελλ. σκάλλω) = το σκάλισμα, η εργασία του σκαλίσματος. Όταν ακόμα δεν υπήρχαν μηχανές και τρακτέρ, οι γεωργοί σκάλιζαν ελαφρά το χώμα γύρω από τον κορμό του δέντρου ή τον βλαστό του φυτού για να ελαφρύνει και να αεριστεί. Ο σκάλος ήταν από τις πιο κοπιαστικές εργασίες κυρίως της σταφίδας. Σήμερα με αυτόν τον τρόπο σκαλίζονται τα κηπευτικά.
Σκαλούνι (το) (ιταλ. scalene<scala) και σκαλούγκι = το σκαλοπάτι. (Η γιαγιά μου με τη θεια Γιαννού καθόντανε στο σκαλούγκι και λέγανε τα μοίρινά τους.)
Σκάλτσα (η) (ιταλ. calza) και σκαλτσούνι τ(ο) = η κάλτσα
Σκαλτσοβιομήχανος = ο ευρηματικός, ο ικανός να βρίσκει λύσεις σε καθημερινά μικροπροβλήματα.
Σκαλτσουνόγνεμα (το) = γνέμα (νήμα) από γίδινο μαλλί για ύφανση.
Σκαμνί (το) (<σκαμνίον <λατ. σκάμνον) = μικρό ξύλινο 10 έως 20 περίπου πόντων καθισματάκι, με τρία ξύλα σε σχήμα π, όπου κάθονταν γύρω από το σοφρά, μπροστά στο τζάκι ή και στην αυλή, τα σκαμπό της εποχής.
Σκαμπάζω (ρ.) (<μεσν. σκαμβάζω=βλέπω<ίσως από αρχ. ελλ. σκαμβός= κυρτός) = καταλαβαίνω. (Δε σκαμπάζει καθόλου το έρμο.)
Σκαμπίλι (το) (γαλλ.) = το χαστούκι
Σκάντζα (η) (<ιταλ. scangia=η ρεζέρβα) = η βοήθεια
Σκαπετάου (ρ.) (<ιταλ. scappare) = απομακρύνομαι, χάνομαι στον ορίζοντα. (Έγινε μπουχός, σκαπέτησε κι αποπέρα. /…Ωσάν παιδί σκαπέταγε πέρα εκεί στου Μώλου τη πλατεία…, Π. Γλυφός, «Ομορφιές και μορφές της Κορώνης».)
Σκαρίζω (ρ.) (ελλνστ. σκαρίζω<σκαίρω=αναπηδώ) = βγαίνω για βοσκή, εμφανίζομαι. (Σκαρίσανε τα ζα απόκει στη πεζούλα. Κι ο ποιητής «…σκάρισεν ο Αυγερινός μπονόρα, κι ανέβηκε η λάμψη στα ουράνια…»), Π. Γλυφός, «Ομορφιές και μορφές της Κορώνης».
Σκάρισμα (το) = το βόσκημα των γιδοπροβάτων τις πρωινές ώρες.
Σκαρμούτσο (το) (<ιταλ. schermuzzio) = το λαστιχένιο εξάρτημα της γαλαζομηχανής που ψεκάζει.
Σκαρταδούρα (η) (<σκάρτος<ιταλ. scarto) = τα σκάρτα
Σκαρτσιμάδι (το) = α) κοχυλάκι με πόδια, β) ζωηρό παιδί
Σκατζουλήθρες (οι) (<σκάω+λήθρες< λαμβάνω) = οι καψαλήθρες, τα ροζ εξανθήματα σαν δαχτυλίδια που σχηματίζονται στα γυμνά πόδια από την πύρα της φωτιάς.
Σκατζούφης, -ω, -ικο (επίθ.) = αυτός που έχει αναμαλλιασμένο κεφάλι σαν του σκατζόχοιρου, ο σκυθρωπός (από το κατσούφης, χάνοντας το σ).
Σκατοψύχι (το) = βρισιά, κυρίως για νεκρούς, κατάρα για μικρόψυχες και κακές πράξεις, γενικά η κακή πράξη.
Σκατόψυχος, -η, -ο (επίθ.) = ένας πολύ κακός άνθρωπος που έχει πεθάνει. Ωστόσο η σημασία της λέξης έχει γενικευτεί και σημαίνει κάθε κακό άνθρωπο. (Και τι κατάλαβε ο σκατόψυχος, τα πήρε κοντά του; Κατάρα έπεσε στη φαμίλια του. / Κακός άντρωπος ο σκατόψυχος.)
Σκαφίδα (η) (<αρχ. ελλ. σκαφίς) = ξύλινη κατασκευή σαν βάρκα (με επίπεδο πάτο) για το ζύμωμα και το πλύσιμο, η σκάφη.
Σκέβουμαι (ρ.) = σκέπτομαι
Σκεβρώνω (ρ.) (<σκευρίον<σκευάριον<αρχ. ελλ. σκεύος)(σλ. iskribim) = στραβώνω, χάνω μάζα, καμπουριάζω. (Σκέβρωσε το παρεθύρι. / Άχ, σκεβρώσαμε με τα χρόνια!)
Σκεμπές (ο) (<τούρκ. iskembe) = η κοιλιά, ο πατσάς.
Σκερβελές (ο) (γαλλ.) = ο πολύ αδύνατος.
Σκιάδι (το) (< μεσν. σκιάδιν<αρχ. ελλ. σκιάδειον) = ψάθινο καπέλο, ό,τι δημιουργεί σκιά.
Σκιαέτι (το) (<τουρκ. schikiaet) = αίσθημα αδικίας, παράπονο μαζί με θυμό. (Τόνε έφαε το σκαέτι.)
Σκιάζαρος (ο) = το σκιάχτρο (ομοίωμα ανθρώπου περασμένο σε καλάμι), για να μην πλησιάζουν τα πουλιά και τρώνε τους καρπούς, τα φρούτα κλπ., ο σκιαχτερός.
Σκιαζής, ού, ούδικο (επίθ.) ή σκιαζούρης -α,ω, -ικο = ο φοβητσιάρης
Σκιάζουμαι (ρ.) (<σκια+ομαι) = φοβούμαι
Σκιαχτερός, –ή, -ό (επίθ.) = αυτός που δημιουργεί φόβο.
Σκιάχτρα (η) = ο φόβος. (Έπαθα μια σκιάχτρα!)
Σκιάχτρο (το) = το φόβητρο
(του) Σκιεριώνει (ρ.), (του) σκιέριωσε (<Ισκαριώτης) = του μπήκε ο Σατανάς στο μυαλό και αναποδιάστηκε.
Σκιεριωμένος, -η, -ο (μετχ.) = ο Σατανάς
Σκιέρπετος (ο) = ο ανάποδος, ο Σατανάς.
Σκίζα (η) = λεπτό και επίμηκες κομμάτι ξύλου. (Φέρε 2-3 σκίζες να ρίξουμε στη στόφα να μη σβήσει.)
Σκιώ (ρ.) = σχίζω. (Ο γέρος μου ούλο σκιεί τα σκουτιά του.)
Σκλέτζα (η) (<ιταλ. schienza) = λεπτό κομμάτι ξύλου.
Σκλήθρα (η) (μεσν.<αρχ. ελλ. κλήθρα) = αγκάθι από καλάμι ή ξύλο. (Μου μπήκε μια σκλήθρα στο δάχτυλο και μ΄ αφόρμισε.)
Σκλημέντζος, -ω, -ικο (επίθ.) = ο πολύ αδύνατος, ο δύσκολος στο φαγητό, ο κλαψιάρης, ο γκρινιάρης. (Φάε, ρε σκλημέντζο, μ’ έσκασες!)
Σκλημουρίζω-ιέμαι (ρ.) = κλαψουρίζω, κλαίω με το ζόρι, γκρινιάζω.
Σκοινιάστηκε (ρ. αόρ.) = κρεμάστηκε με σκοινί. Αναφέρεται σε ανθρώπους και ζώα. (Σκοινιάστηκε ο τάδε. / Σουβή που με βρήκε, σκοινιάστηκε η γίδα.)
Σκολιανά (τα) (<αρχ. ελλ. σκόλιον=περιπαικτικό τραγούδι) = κατηγορίες, μομφές. (Άκουσε τα σκολιανά του=τον κατηγόρησαν.)
Σκοντάφτω (ρ.) (<μσν. κονδάπτω /σκονδάπτω < πιθ. κοντός «κοντάρι»+ἅπτω, με ανάπτυξη προθ. σ-, όπως σκύπτω από κύπτω) = χτυπώ κάπου και πέφτω. (Σκόνταψα στο σκαλούνι.)
Σκορδοκαΐλα (η) = η αδιαφορία
Σκορπιδόχορτο (το) = βότανο διουρητικό, αντιφλεγμονώδες και αποτοξινωτικό με ευρύτατη χρήση.
Σκορδοσαράδα (η) (<σκόρδο+αράδα) και κρεμμυδοσαράδα = σκόρδα και κρεμμύδια στη σειρά, η πλέχτρα με σκόρδα ή κρεμμύδια.
Σκοτειδιάζει και σκοτεινιάζει (ρ.) = σουρουπώνει. (Σκοτείνιασε κ’ ακόμα δε φάνηκε.)
Σκοτειδιάζω (ρ.) (<σκοτάδι) και σκοτεινιάζω (<σκοτεινιά) = λιποθυμώ.
(Σκοτειδιάσανε τα μάτια μου, χάνουμαι!!!)
Σκούζω (ρ.) (< αρχ. ελλ. σκύζομαι=οργίζομαι) = φωνάζω δυνατά.
(Ανέβηκα στη πιπεριά
…Tην τσίμπησα μες το λαιμό, σκούζει, φωνάζει: “Όχι εδώ!”
… Tην τσίμπησα στα δυο βυζιά, σκούζει, φωνάζει: “Kερατά!”
…Tην τσίμπησα στον αφαλό, σκούζει, φωνάζει: “Oύτ’ εδώ!”, σκωπτικό.)
Σκοτούρα (η) (<αρχ. ελλ. σκότος) = η σκοτοδίνη, η στεναχώρια.
(Έχω πολλές σκοτούρες στο κεφάλι μου. / Μες τη πολλή σκοτούρα μου, γιατί να σ΄ αγαπήσω…, λαϊκό τραγούδι.)
Σκουλαρίκια (τα) = δυο κρεατάκια που κρέμονται στο λαιμό κάποιων ζώων.
Σκουληκαντέρα (η) = το σκουλήκι
Σκουληκιάρης,-α,-ικο (επίθ.) = ο χαλασμένος, ο άρρωστος, ο βρόμικος.
(Είναι σκουληκιάρικο το σύκο, μη το φας.)
Σκουντουφλάου (ρ.) (<σκουντούφλα<σκότος+τυφλός) = σκοντάφτω
Σκουντούφλης, -α, -ικο ή σκουντουφλιάρης, -α, -ικο (επίθ.) = αυτός που περπατάει απρόσεκτα και σκοντάφτει.
Σκουράντζος (ο) (ιταλ.) = η αρσενική ρέγκα.
Σκούρκος (ο) = δηλητηριώδες έντομο. (Στο τρύγο οι μέλισσες, οι σφήκες και οι σκούρκοι ζουγκουνάγανε στ’ αλώνια. / Βουίζουν από πάνου τους οι σφήκες και οι σκούρκοι…, Π. Γλυφός, «Ομορφιές και μορφές της Κορώνης».)
Σκουτέλα (η) (<ιταλ. skutella)) = η γαβάθα
Σκουτί (το) (μεσν. ελλ. υποκορ. σκυτίον<αρχ. ελλ. σκύτος) = το ύφασμα, το ρούχο. (- Μάνα, μη σικλετίζεσαι, η μπόρα να περάσει…
να δώσουμε κανά σκουτί, ΄πο ΄κείνα που περσεύουν…), Π. Γλυφός, «Ομορφιές και μορφές της Κορώνης».
Σκράπας (ο) (αγγλ.) = ο αργόστροφος
Σκρόπιος, -α, -ο (επίθ.) (<σκόρπιος) = ο σκόρπιος
Σκρούμπος (ο) (<ιταλ. scrupolo) = ο σκληρός σαν πέτρα
(Το ψωμί ξεράθηκε, έγινε σκρούμπος ή στούμπος.)
Σκρόφα (η) (<λατ. scrofa=αγριόχοιρος) = γουρούνα, ύπουλη, πανούργα, ασχημος χαρακτηρισμός για γυναίκες.
Σκύβαλο (το) (<αρχ. ελλ. σκύβαλον) = α) αποκοσκινίδι. Όταν οι γιαγιάδες και οι μανάδες μας καθάριζαν στο κόσκινο το σιτάρι, τα σκουπιδάκια που έμεναν, τα έλεγαν σκύβαλα.
β) σαρίδι, σκουπίδι. (Γιόμισ’ η αυλή σκύβαλα.)
γ) ο άχρηστος. (Σκύβαλο της κοινωνίας.)
Σκύβαλον στα αρχαία Ελληνικά : Σκουπίδι, ο άνθρωπος ο ρηχός, ο τιποτένιος, περιττώματα ζώων (ελληνιστ. χρόνια), σκυβαλικτά κέρδη (από δωροδοκίες) = κέρδη ντροπής. Ο Κωστής Παλαμάς γράφει στο Δωδεκάλογο του Γύφτου για τη Γύφτισσα: «…ποιας οργής βάσταξ’ εσένα μήτρα, σκύβαλο του κόσμου κι αποκόμματο, που είσαι η Σίβυλλα,… »
Σκυλόδοντο (το) = ο κυνόδοντας
Σκυλονυχίδα (η) = η παρανυχίδα
Σμερδάκι (το) (;<σμερδνός) = μικρό ζώο που έβγαινε τις νύχτες και λαμπίριζε. Σμερδάκια, όμως, έλεγαν και τα πεθαμένα αβάπτιστα μωρά.
(Λένε και κάτι σοβαρότερο, ότι τάχατες ήταν πρόνιασμα τούτος ο βράχος διαβολικών, όχι όμως επικίνδυνων, παρά μόνο μικρών και άκακων «τριβόλων» που όλοι τα ξέρουνε ως σμιρδάκια. Τα κακόμοιρα κάθε βράδυ, από το μούχρωμα σχεδόν, έβγαζε το στόμα τους άφτρα, όταν τζιτζιγκιάζανε στο κλάμα, μέχρι που από το στόμα τους έβγαζαν σπίθες φωτιάς. Έτσι στέλνανε σα μήνυμα διαμαρτυρίας το παράπονο τους, που τα πέταξαν στον κολασμένο τούτο τόπο. Τα «κουρούνικα» πριν ακόμα γεννηθούν θεωρούνταν «πομπιεμένα». Ήτανε μερικά, κατά πως λέγανε «πιασμένα» όξω από την ανθρώπινη ηθική και ήταν στιγματισμένα τα άτυχα πριν ακόμα ξεμυτίσουν στη ζωή, άλλα έβγαιναν πεθαμένα και δεν πρόλαβαν να τα βαφτίσουν και άλλα που δεν τα ήθελαν, γιατί είχαν πολλά παιδιά και τα θανάτωναν πριν γεννηθούν…»), Ευ. Τεμπελόπουλος, «Το σμερδάκι».
Σμέρτα (τα) = τα μύρτα
Σμερτιά (η) (< αρχ. ελλ. μύρτος) = η μυρτιά
Σμερτίδι (το) = τοπωνύμιο ( τόπος με πολλές σμερτιές)
Σμίχτρα (η) (<σμίγω<αρχ. ελλ. μείγνυμι) = γυναίκα που σμίγει με άλλη το γάλα για την παρασκευή τυριού ή μυτζήθρας.
(Οι σμίχτρες: Γυναίκες συγγενείς ή γειτόνισσες ή φιλενάδες «έσμιγαν» μεταξύ τους το γάλα που άρμεγαν από τα ζώα τους για να πήξουν τυρί και να φτιάξουν «μουτζήθρα». Κάθε πρωί όλες το πήγαιναν σε μία με τη σειρά ανά τόσες μέρες μέχρι να ισοφαρίσουν την ποσότητα της κάθε μιας.
Μονάδες μέτρησης ήταν : 1. ο μπουέλος, 2. το καπακλί, 3. η κούπα ή το κουπί (το κουπί ήταν στα χρόνια μας από ζαχαρούχο γάλα, ή οποιαδήποτε κούπα, ίδια για όλες). Παλιότερα, πριν τον πόλεμο, οι μονάδες μέτρησης ήταν: η γαλομέτρα (η πιο μεγάλη), η βεδούρα (η μεσαία) και ο τσίτουρας (η μικρότερη). Ήταν όλα ξύλινα.
Έριχναν το γάλα μέσα στον τέτζερα ή στο κακάβι αν ήταν πολύ, και ακολουθούσε η διαδικασία της πήξης.)
Σμπαράλια (επίρρ.) (<ιταλ. sbaraglio) = πολλά πολλά κομμάτια, θρύψαλα.
(Σμπαράλια έγινε το γόνατό του.)
Σμπήγω (ρ.) (<μεσν. μπήγω<αρχ. ελλ. εμπήγνυμι) = α) χώνω κάτι βαθιά σε κάτι άλλο. (Όμως ο γέρος έσμπηξε τα παπούτσια στην κοιλιά του ζωντανού με μεγαλύτερη ορμή κι οργή), Φωτ. Βασιλοπούλου, «Οι παπούλες».
β) φωνάζω δυνατά. (Το παιδί έσμπηξε τις φωνές από τη σκιάχτρα του.)
Σοκιάζω (ρ.) = χτυπώ. (Τόνε σώκιασε στο ξύλο.)
Σουβή (η) (<αρχ. σοβώ=κινδυνεύω) = η συμφορά. (Πού, πού! Σουβή μαύρη που τους βρήκε, τους έρμους! / Ως κατάρα: μπα σουβή να σε βρει!)
Σουϊάς (ο) (<ιταλ. succhio) = α) μικρό μαχαίρι τσέπης που διπλώνει.(Κολοκοτρωνέϊκος σουϊάς. / Κλείσανε τους σουϊάδες τους για μια στιμή οι κοπέλλες…, Π. Γλυφός, «Ομορφιές και μορφές της Κορώνης».)
β) μετφ. ο στραβός, ο κυρτός. (Σγούμπιανε ο έρμος κι έγινε σουϊάς!)
Σούγλα (η) ή το σουγλί = η σούβλα, κάτι πολύ μυτερό.
Σουγλερεύω (ρ.) (<σουγλί) = κάνω κάτι μυτερό. (Σουγλέρεψα τη μύτη του βολυμιού μου.)
Σουγλιά (η) και σουγλισιά (<σουβλί<ουβλί<ουβελός) = η σουβλιά, μετφ. ο αιχμηρός πόνος. (Ωχ, μου ήρθε μια σουγλιά στο δόντι!)
Σουγλερός (ο), σουγλέρω (η) = ο μυτερός (Στα σουγλερά τα χέρια τ΄ Αποστάτη…), Π. Γλυφός, «Ομορφιές και μορφές της Κορώνης».
Σούδα (η) (<λατ. sudis) = στενό δρομάκι ανάμεσα σε σπίτια ή σε σύνορα. Συνήθως εκεί έπεφταν τα λούκια και λειτουργούσε ως σύνορο. (Άνοιξε ζαγά το παραπόρτι του μαγερειού, έκοψε δρόμο από τη σούδα στη πίσω μεριά του σπιτιού και ανηφόρισε κατά την αλάνα.)
β) γενικότερα εννοούσαν κάτι πολύ μικρό και στενό.
(Μια σούδα είναι το χωράφι, δεν αξίζει).
Σουδιάζει (ρ.) = δημιουργεί ρεύμα ο αέρας σε στενό χώρο, στριμώχνει ρεύμα αέρα. (Δωχάμου το σουδιάζει και φυσάει πολύ. / Το σουδιάζει και γιόμισε η αυλή σαρίδια).
Σούελο (το) (<σωλήν) = μικρό τμήμα σωλήνας που έβγαινε το νερό από τις υπαίθριες βρύσες.
Σούζα (επίρρ.) (<ιταλ. suso) = όρθια, προσοχή, σε υποταγή. (Μπροστά του στέκεται σούζα.)
Σουκίδα (η) (ίσως τούρκ.) = παχιά γυναίκα
Σουνούτης (ο) (<τουρκ. sunnet=η περιτομή) = ο ευνουχισμένος
Σουλάτσο (το) (<ιταλ. sollazzo) = ο περίπατος
Σουλατσαδόρος (ο) (ιταλ.) = τεμπέλης και περιφερόμενος, ψευτόμαγκας. Τοκιστής και σουλατσαδόρος (ως έκφραση) = αυτός που θέλει να ζει με τόκους, άεργος και βολτάροντας.
Σουλάτσος (ο) = παρανόμι. Έτσι έλεγαν τον Γιώργη τον Κατσούλια, τον πατέρα του Κώστα του Κατσούλα (Κατσουλοκωστάκη). Όταν πήγε για τα φανερώματα του προξενιού του, στο σπίτι των μελλοντικών πεθερικών του, πηγαινοερχόταν σε μια μεγάλη σάλα πέρα δώθε. Του είπαν: γιατί κάνεις ούλο σουλάτσο; Και τού ‘μεινε!
Σουλατσάρω (ρ.) = κάνω άσκοπες βόλτες
Σουλήνα (η) = η σωλήνα
Σουλούπι (το) (<τούρκ. uslup) = η εμφάνιση. (Του μοιάζει στο σουλούπι.)
Σουλουπιάζω-ουμαι ή σουλουπώνω (ρ.) = συγυράω, τακτοποιώ. (Σουλούπωσε τα πουκάμισά σου.)
Σούμπιτος, -η, -ο (επίθ.) (<ιταλ. subito) = ολόκληρος. (Βράχηκα σούμπιτη, ίσιαμε με το μεδούλι.)
Σουράβλα (επίρρ.) (<σύρω+ αύλαξ=σύρω αυλάκι) = ανοίγω αυλάκι, ορμητικά.
(Η πολλή βροχή άνοιξε σουραύλα στο χωράφι. / Τρέχει σουραύλα το νερό.)
Σουραύλι (το) (<σύραξ+αυλός) = η φλογέρα
Σουραύλω (γριασουραύλω) = η γυναίκα που σούρνει τα πόδια της, η δυσκίνητη.
Σούργελο (το) (<σούρνω+γελώ) = ο περίγελος, (Έγινε σούργελο σ΄ούλο το χωριό.)
Σουρμένη (η) = η διασυρμένη
Σουρμή (η) και σουρσικό (το) = η διάρροια
Σουρντούκης (ο) (<τούρκ. surtuk) = ο περιπλανώμενος, ο ανεύθυνος, η Σουρντούκω = η πορτογύρω, η κουτσομπόλα.
Σούρσιμο (το) = το σύρσιμο
Σούρνω (ρ.) (<σέρνω<σύρω) = α) σέρνω (Σούρε τα χώματα ν’ ανοίξεις αυλάκι.)
β) μετφ. επιθυμώ σεξ (για τα ζώα). (Σούρνει η γίδα = θέλει να ζευγαρώσει.)
Σούρτα-φέρτα (έκφραση) (<σούρνω<σύρω+φέρνω) = το πήγαινε-έλα, το πέρα-δώθε, οι καθημερινές επισκέψεις.
Σουρτάρι (το) = το συρτάρι
Σουρταρόλι (το) (<σύρω)= σκοινί αντί για ζωνάρι
Σουρτζίνα (<ιταλ.) = βούκινο, μυστικό που διέρρευσε. (Σουρτζίνα μ΄ έκαμες.)
Σουρτοθηλιά (η) = το δέσιμο σε κόμπο ενός σχοινιού, που σφίγγει καθώς τραβιέται. (Δέσ΄το φόρτωμα σουρτοθηλιά, να μη λυθεί. /Ποτέ δε δένουμε σουρτοθηλιά τα ζωντανά.)
Σουσούμι (το) (<μεσν. σουσούμιν <συσσήμιον<αρχ. σύσσημον) =το χαρακτηριστικό, το γνώρισμα.
Σουσουμιάζω (ρ.) = ταιριάζω. (Σουσουμιάζει με το πατέρα του.)
Σουσουράδα (η) (<αρχ. ελλ. ο σους=κίνηση) = αυτή που σείει την ουρά της (το πουλί), γυναίκα που κουνιέται.
Σούφρα (η) (<αρχ. ελλ. σύφαρ) = η πτυχή, η ρυτίδα. (Γιόμισε η μούρη της σούφρες.)
Σουφραΐδα (η) = η σφραγίδα
Σουφρίδα (η) και σούφρος (ο) = ο πρωκτός
Σουφρίτης, ισσα, -ικο (επίθ.) = ο πολύ ζαρωμένος, άρα ο πολύ γέρος με τις πολλές σούφρες ή αυτός που γέρασε πριν την ώρα του.
Σουφρώνω (ρ.) = γεμίζω τις χούφτες, αρπάζω, κλέβω. (Τα σούφρωσε και τη κοπάνισε.)
Σοφράς (ο) (<τούρκ. sofra) = μικρό ξύλινο τραπεζάκι με κοντά πόδια, γύρω από το οποίο καθόταν η οικογένεια σε σκαμνιά και έτρωγε (η τραπεζαρία της κουζίνας).
Σπάθη (η) = εξάρτημα του αλετριού, κάθετο ξύλο προς τη χερολαβή, που ενώνει το σταβάρι με την αλετροπόδα.
Σπάραχνα (τα) (<σπλάχνα+βράγχια) = τα εντόσθια
Σπάργανα (τα) (<αρχ. ελλ. σπάργω) = τα πρώτα μωρουδιακά, η φασκιά.
Σπάρτο (το) = είδος θάμνου, συγγενές του λιναριού. Τα σπάρτα οι γυναίκες του χωριού μας τα μούσκευαν στη θάλασσα ή στο ποτάμι, τα έξεναν και τα έκαναν γνέμα (νήμα) για τον αργαλειό. Συνήθως ύφαιναν σακούλια ή στρωσίδια για το πάτωμα.
Σπαρτός (ο) (<σπέρνω<αρχ. ελλ. σπείρω) = η σπορά
Σπατσιάρω (ρ.) (<ιταλ. spazzare) = τελειώνω κάτι. (Άιντε, το σπατσιάραμε και φτούνο το (ν)έργο.)
Σπερ(ι)νός (ο) (<εσπερινός<αρχ. ελλ. εσπέρα) = ο Εσπερινός. (Χτύπησ΄ο Σπερνός (η καμπάνα), πάμε να φύγουμε.)
Σπερνά (τα) (<στερνά) = τα κόλλυβα
Σπερώνει, σπέρωσε (ρ.) (<εσπέρα) = σουρουπώνει, σουρούπωσε. (Το Δεκέβρη σπερώνει από τις 4 η ώρα.)
Σπιθούρι (το) (<σπίθα+ούρι) = μικρή καντίλα, μπιμπίκι.
Σπηλιές, Σπλαθούρι, Σπλαθουρόραχη = τοπωνύμια στη Σέλιτσα.
Σπληθάρι (το) (<σπίθα+ληθάρι) = μικρή λακκούβα σε πέτρα. Μετά από βροχή έπιανε νερό και οι άνθρωποι συχνά το έπιναν και πάθαιναν γαστρεντερίτιδα. Είχε, έλεγαν, κοψαντερήθρες.
Σποράκλα (η) και σπόρισμα (το)= η διάρροια
Σποριά (η) = α) ένα μικρό τμήμα χωραφιού, στο οποίο έσπερναν συγκεκριμένη ποσότητα δημητριακού. (Όργωσα τη πρώτη σποριά.)
β) μεταφορικά το λίγο, το μικρό, το κοντό. (Μια σποριά άντρωπος.)
Σπόριασε (ρ. αόρ.) = έκανε σπόρους. (Παραγίνανε τα κολοκύθια και σποριάσανε, δε τρώγουνται.)
Σπορίζω (ρ.) (<σπόρος) = α) ρίχνω σπόρους στο χωράφι κατά το όργωμα για να φυτρώσουν. (Σπόρισα=έριξα τους σπόρους στο χωράφι.)
β) ρίχνω κάτι και το διασκορπίζω ή το σπάω. (Μου χύθηκε το σιτάρι και σπόρισα το (ν)τόπο. / Πάει η καδίνα, μου ‘πεσε και τη σπόρισα. )
Σπορίζουμαι (παθητικό) = παθαίνω διάρροια. (Σπορίστηκε το κατσίκι, κράτα το στο γαλάρι.)
Σπορίτης (ο) = το πολύ ώριμο, αυτό που έχει κάνει σπόρους και πλέον δεν τρώγεται. Το λέμε για τα παραγινωμένα αγγούρια, κολοκύθια κ.α.) Λέγεται και μεταφορικά για τους τεμπέληδες ανθρώπους.
Σπούρνη (η) (από σποριά<σπόρος) = το πλήθος. (Έχει μια σπούρνη παιδιά. / Έχει μια σπούρνη κότες κ.α.)
Σπυρί (το) (<σπυρίον<πυρίον<αρχ. ελλ. πυρός) = α) ο κόκκος, ο καρπός των δημητριακών και των οσπρίων. (Σπυρί σπυρί γιομίζει το σακί), παροιμία.
β) Δερματικό εξόγκωμα. Η λέξη μετεξελίχτηκε σημασιολογικά λόγω της ομοιομορφίας των δερματικών σημαδιών ως κόκκοι.
Σταθιμός (ο) = ο σταθμός. (Ήρθε και με πήρε από το σταθιμό το παιδί μου.)
Σταβάρι (το) (<μεσν. σταβάριον <ιστοβοάριον<αρχ. ελλ. ιστοβοεύς) = εξάρτημα του αλετριού.
Στάκα (ρ. προστ.<αρχ. ελλ. ίστημι) = στάσου.
(Στάκα κυρά-Βαγγελιώ, να σου πω ΄να μυστικό,
ήρθαν δύο στο χωριό και μας πήραν τη Μαριώ…), δημ. τραγούδι.
Στάμνα (η) (<αρχ. ελλ. σταμνίον) = πήλινο αγγείο κατάλληλο για υγρά.
(Πολλές φορές πάει η στάμνα στη βρύση για νερό, μα μια δε θα γυρίσει), παροιμία.
Σταλιάζω (ρ.) (<αρχ. ελλ. στάλος) = στέκομαι όρθιος. (Τι ξεροσταλιάζεις όξω στο κρύο;)
Σταλίζω (ρ.) (<αρχ. ελλ. στάλος) = οδηγώ τα ζώα στο γαλάρι ή σε σκιερό μέρος.
(Να σταλίσεις τα γίδια το μεσημέρι.)
Στάλος (ο) (<ομηρ. στάλιξ, -ικος=πάσσαλος) = τόπος με σκιά για το κοπάδι.
Στάμα (το) = η στοίβα από 20 περίπου τσαντίλες γεμάτες χαμούρι, την οποία πίεζε μία ξύλινη πλάκα με τη βοήθεια του «εργάτη», για να στραγγίξει το λάδι. Δύο μεγάλα σακιά ελιές (με ρίγες) έδιναν 18 με 20 τσαντίλες του λιτρουβιού, δηλ. 1 στάμα.
(…κι άλλοι να καργαρίζουνται στρέφοντας τον «αργάτη»,
να στίβουνται τα στάματα, να τρέχει το λαδάκι…), Π. Γλυφός, «Ομορφιές και μορφές της Κορώνης».
Στανεύω (ρ.) (<στάνη) = στήνω στάνη.
(…μα οι βοσκοί, φοβούμενοι τους πειρατές, δε στάνευαν κοντά στο γιαλό ούτε κατάκαμπα, προτιμούσαν τις αθέατες πλαγιές των λόφων…), Ν. Πασαγιώτης, «Ανεβοκατεβάτες».
Στανιάρω (ρ.) (<ιταλ. stagnare) = δυναμώνω. (Άιντε γειά μας, άλλο ένα και θα στανιάρουμε!)
Στανικάτα (επίρρ.) = με το στανιό, με το ζόρι. (Ούλο στανικάτα πας, καλά είσαι;)
Στανιό (το) (<βεν. stagnon) = το ζόρι, χωρίς τη θέληση. (Με το στανιό να κατεβάσει δυό χουλιάρια ζουμί.)
Στασιά (η) = αυλάκι με κρεμμύδια και σκόρδα. (Φύτεψα δύο στασιές κρεμμύδι και μία σκόρδο.)
Στατέρι (το) (<αρχ. ίστημι) = ο στατήρας, η ζυγαριά.
Σταυρός (ο) = α) στο τέλος κάθε σοδειάς έπλεκαν σε σχήμα σταυρού το προϊόν. Το σταυρό από τα στάχυα τον λειτουργούσαν «του Σταυρού» και μετά τον τοποθετούσαν στο εικονοστάσι του σπιτιού, δίπλα στις εικόνες. Στα εικονίσματα τοποθετούσαν και ένα σταυρωτό κλαδί ελιάς από το ξεράβδισμα. Με τα σταφύλια στο κέντρο του τελευταίου αλωνιού έφτιαχναν μ’ ένα καλάμι έναν σταυρό και επάνω του κρεμούσαν σταφύλια, τα οποία λιάζονταν μαζί με τα άλλα.
β) Σταυρό έλεγαν και το κέντρο του μετώπου ανάμεσα στα μάτια. (Τόνε πήρε μες στο σταυρό η σφαίρα.)
Σταυρώματα (τα) = α) τα χαρακτηριστικά ενός ανθρώπου.
(Έχει όμορφα σταυρώματα, είναι καλοσταυρωμένος. / Κι άστραφτεν σαν Αρχάγγελος με τα σταυρώματά του…, Π. Γλυφός, «Ομορφιές και μορφές της Κορώνης».)
β) Οι μεγάλες κλάρες στο δέντρο που είναι κοντά στον κορμό.
(Να το κλαδέψεις το ξερό λιόφτο απ΄ τα σταυρώματα για ν΄αμολήκει.)
Σταύρωμα (το) = το ξεμάτιασμα
Σταυρώνω (ρ.) = ξεματιάζω, λέω προσευχές ή λόγια (μυστικά) για το ξεμάτιασμα. (Παπα-Νικόλα μου, τα σέβη μου, θέλω να με σταυρώσεις για το μάτι.)
Σταυρωτήδες (οι) = οι σταυρωτές του Χριστού.
(… που οι σταυρωτήδες κάποτες για το Χριστό εκράξαν…), Π. Γλυφός, «Ομορφιές και μορφές της Κορώνης».
Σταφίδα (η) = η κορινθιακή μαύρη σταφίδα, αλλά και ολόκληρο το χτήμα με τα κλήματα της σταφίδας. (Φέτο είχαμε καλό πράμα, καθαρό, σταφίδα ρύζι. / Κουβαληθήκαμε στη σταφίδα.)
Σταφιδάλωνο (το) = το αλώνι που άπλωναν τα σταφύλια για λιάσιμο.
Σταφιδόπανο (το ) = μεγάλο πανί στο μέγεθος του αλωνιού για να σκεπάζονται τα σταφύλια που λιάζονταν και να προστατεύονται από τη βροχή.
Σταφιδόσπιτο (το) = μονόχωρο πλίθινο συνήθως σπιτάκι στις σταφίδες για την εξυπηρέτηση των γεωργικών εργασιών της οικογένειας.
(…Τα τσουβάλια γιόμιζαν κι έβγαιναν όξω από το σταφιδόσπιτο…/ Και δε μου λες, πού θα μένεις, θα νοικιάσουτε ; Όχι, όχι, Ντίνο, θα μείνω με το ξάδερφό μου στο σταφιδόσπιτο…), Β. Μάραντος, «Ζάγκα».
Σταφιδόφκιαρο (το) = το φτυάρι που χρησιμοποιούσαν για τη σταφίδα. Την σώρωναν και τη λίχνιζαν με αυτό.
Σταφίδωμα (το) = η υπερβολική ωρίμανση με πλήρη αποστράγγιση των χυμών.
Σταφιδώνω και σταφιδιάζω (ρ.) = ωριμάζω υπερβολικά, αφυδατώνομαι, ξεραίνομαι. (Θα τη χάσουμε τη σοδειά, τα σταφύλια σταφιδιάσανε, έπρεπε να έχουν τρυγηθεί.) Σταφιδωμένος, -η, -ο (μετχ.) = αποξηραμένος, αφυδατωμένος (σταφιδωμένα απίδια, σταφιδωμένες ντομάτες).
Σταχτοπάνι (το) = το πανί που σούρωναν τη στάχτη. Το έλεγαν και θελοπάνι.
Σταχτιός, -ιά, -ί (επίθ.) = ο σταχτής
Στειλ(ε)ιάρι (το) (<μεσν. στειλειάριον<αρχ. ελλ. στειλεός) = α) μακρόστενο κυλινδρικό ξύλο που χρησιμοποιείται ως λαβή σε γεωργικά εργαλεία. (Το στειλιάρι της αξίνας, του τσαπονιού, του σκερπανιού κλπ.)
β) συνεκδοχικά το χτύπημα με ξύλο. (Στειλιάρι που σου πρέπει!)
γ) μετφ. ο ανεπίδεκτος μαθήσεως. (Ντιπ, στειλιάρι είναι ο γιος μας, γυναίκα.)
Στένω (<αόρ. έστησα του μετγ. ιστάνω=στήνω) = στήνω όρθιο, τοποθετώ.
(Στένω τον αργαλειό.)
Στενωσιά (η) = το στενό μέρος ανάμεσα σε λόφους.
Στέρξει (ρ.) (<στέργω) = να πιάσει, να στεριώσει, να σταθεί τυχερό (να στέρξει).
Συχνά στον λαϊκό πολιτισμό συναντούμε διάφορες προλήψεις ή δοξασίες: π.χ. όταν έστρωναν το κρεβάτι του μελόνυμφου ζευγαριού, έριχναν επάνω ένα αγόρι για να στέρξει και να κάνει το ζευγάρι αγόρια.
Στερεμένος, -η, -ο (μετχ. του στερώ) = ο κακόμοιρος. Χρησιμοποιείται ως προσφώνηση συμπάθειας σε παιδιά. (Έλα δωχάμου στερεμένο…)
Στέρνα (η) (αντιδάνειο<μεσν. κιστέρνα<λατ. cisterna<cista<αρχ. κίστη) = μικρή τεχνητή γούβα συλλογής νερού κοντά σε ποτάμια ή ρέματα για πότισμα, αργότερα τεχνητή τσιμεντένια δεξαμενή για χρήση καθαρού νερού.
Στερνός, -ή, -ό (επίθ.) = α) ο ύστερος, ο τελευταίος. (Στερνή μου γνώση…)
β) ως επίρρ. στερνά = μετά. (Στερνά το σκέφτηκα)
γ) τα στερνά = τα γεράματα. (Καλά στερνά!)
Στέρφος, -α, -ο (επίθ.) (<υστερώ) = ο στείρος. (Έμεινε στέρφα η γίδα). Στέρφα και σερνικιά λεγόταν και η άκληρη γυναίκα.
Στεφάνι (το) = ο, η σύζυγος. Κυρίως οι γυναίκες έλεγαν τους άντρες τους «το στεφάνι μου». Στεφάνι ήταν και τοπωνύμιο στην κορυφή του βουνού.
Στέφανα (τα) = η τελετή του γάμου και όλο το γλέντι του γάμου. (Πότε είναι τα Στέφανα = πότε θα γίνει ο γάμος;)
Στεφανοκούτι (το) = ξύλινη θήκη για τα στέφανα του ζευγαριού, το οποίο είχε περίοπτη θέση στα «εικονίσματα».
Στεφανολαμπάδες (οι) = οι λαμπάδες του γάμου.
Στεφανοχάρτι (το) = το πιστοποιητικό του γάμου.
Στημόνι (το) (<στημόνιον<αρχ. ελλ. στήμων) = υφαντικό νήμα, κόκκινο ή άσπρο, τεντωμένο κατά μήκος του αργαλειού πάνω στο οποίο ύφαιναν. (Θα απλώσουμε το στημόνι τ’ απομεσήμερο μέχρι το μούχρωμα να το ‘χουμε στημονιάσει.)
Στημονιάζω (ρ.) = βάζω το στημόνι στον αργαλειό. (Αποσπερού θα στημονιάσω.)
Στιβάλια (τα) (<βεν. stival) = παπούτσια.
(Σε δυό καλάμια μακριά που βάσταγε στα χέρια
χίλιω λογώνε, αραδιαστά, παπούτσια είχε κρεμάσει
και μαύρα και κοκκινωπά, στιβάλια και σκαρπίνια…), Π. Γλυφός, «Ομορφιές και μορφές της Κορώνης».
Στι(ή)ερας (ο) (<αρχ. ίστημι) = ο ξύλινος στύλος στη μέση του αλωνιού, στον οποίο έδεναν το άλογο για το αλώνισμα. Στίερα είχε και το σημείο εκείνο του λιτρουβιού, όπου το άλογο γύριζε τα λιθάρια.
Στοιχειό (το) (<αρχ. ελλ. στοιχείον) = κάτι το υπερφυσικό, το φάντασμα.
(Το στοιχειό του Αγι-Αντώνη, / το στοιχειό της Λίμνας.)
Στομώνω (ρ.) (<αρχ. ελλ. στομώ, στόμα) = α) γεμίζω το στόμα κάποιου με φαΐ, χορταίνω. (Στομώθηκε το έρμο.)
β) εμποδίζω να μιλήσει. (Το στόμα της πάει μπιρμπίλι, δε στομώνεται με τίποτα.)
γ) καρτερώ τα γιδοπρόβατα. (Στόμωσ΄ τα γίδια να μη περάσουνε τη λαγκάδα.)
Στουμπανάου (ρ.) = χτυπάω με γουδί ή με πέτρα κάτι σκληρό, αλάτι, σπόρια, καρπούς κλπ. (Στούμπα τ’ αλάτι.)
Στουμπάου (ρ.) (<αρχ. ελλ. στύπος) = χτυπάω με το μέτωπο (κούτελο) κάτι. Λέγεται κυρίως για τα αρσενικά ζώα (τράγους, κριάρια και βόδια) που χτυπούσαν άλλα ζώα ή ανθρώπους. συχνά με θανατηφόρες στουμπιές, ιδίως αν είχαν κέρατα. (Τον στούμπησε ο τράγος και κόντεψε να τον σκοτώσει.)
Στουμπαριάζω και στουμπιάζω (ρ.) = πετρώνω. (Στούμπιασε το φαΐ στο στομάχι μου.)
Στουμπηστ(χτ)ός, -ή, -ό (επίθ.) = χτυπημένος με το γουδί ή με κάτι σκληρό.
Στούμπος (ο) (<αρχ. ελλ. στύπος, ίσως και από σλαβ. stonpa) = πέτρα, σκληρό σαν πέτρα. (Έγινε στούμπος το ψωμί.)
Στουπέτσι (το) (<τούρκ. ustubec) = α) άσπρο βερνίκι για τα παπούτσια
β) φάρμακο για το στομάχι
γ) μετφ. η σκληρή και τζιφή γεύση. (Στουπέτσι είναι το κυδώνι, δε τρώεται.)
Στουπί (το) (<μεσν. στουππίν<στυππείον<αρχ. ελλ. στύππη) = α) απορροφητικό χαρτί
β) αίσθημα ξηρότητας και πικρίλας στο στόμα. (Γίνηκε το στόμα μου στουπί.)
γ) κάτι άνοστο και σκληρό. (Το κρίας έναι στουπί, δε καταπιέται.)
δ) καθόλου (Δε γλέπει στουπί.)
ε) ο κουτός (Είναι στουπί το παιδί.)
στ) ο μεθυσμένος (Ήρθε στουπί στο σπίτι.)
Στουπίρω, στούπιρα (ρ.) (<ιταλ. stupire) = εκπλήσσομαι, εξεπλάγην, θαύμασα, τα έχασα. (Στούπιρε ούλος ο κόσμος από την ομορφάδα της!)
Στουποβούλωμα (το) = το πώμα, το βούλωμα.
Στούπωμα (το) = το βούλωμα, το καπάκι, ο,τιδήποτε σφραγίζει.
(Το στούπωμα του βαρελιού, / το στούπωμα του φούρνου.)
Στουπώνω (ρ.) = α) σφραγίζω. (Στούπωσε καλά τη (μ)πόρτα να μη μπαίνει αέρας.)
β) γεμίζω το στόμα. (Oύλη τη (ν)ώρα το στουπώνει το παιδί.)
γ) συμπιέζω. (Στούπωσε καλά τα σακιά.)
Στουπόχιονο (το) = χιόνι σαν στουπί.
Στουποκωλιάζω (ρ.) = παθαίνω δυσκοιλιότητα. (Έφαε πολλά φραγκόσυκα νηστικός και στουποκώλιασε!)
Στουρνάρι (το) ή στούρνος (ο) (<μεσν.<αρχ. στορύνη) = α) σκληρό πέτρωμα, κάτι πολύ σκληρό. (Δεν οργώνεται το χωράφι, είναι στουρνάρι το χώμα.) β) μετφ. ο κουτός. (Είναι στουρνάρι, δε (ν)τα παίρνει τα γράμματα το παιδί.)
Στουφάδο (το) (<ιτ. stufado<αρχ. ελλ. τύφος=ατμός) = το φαγητό στιφάδο, κρέας με κρεμμύδια, σάλτσα ντομάτας, σκόρδο, δάφνη.
Στραβάδι (το) = α) κάποιος που δεν βλέπει καλά
β) ειρωνικά ο κουτός.
Στραβαρίδης, -ω,α, -ικο (επίθ.) (στραβός+αρίδα) = ο στραβοπόδης
Στραβέγκλω (η) = η στραβή, μεταφορικά η απρόσεκτη.
Στραβοκάνης, -α, -ικο (επίθ.) (στραβός+κανί) = ο στραβοπόδης
Στραβομούρης, -α, -ικο (επίθ.) = χαρακτηρισμός σε άνθρωπο με ακανόνιστα χαρακτηριστικά. Είναι και παρανόμι.
Στραβομουτσουνιάζω (ρ.) = στραβώνω το πρόσωπο, ενοχλούμαι και το εκφράζω με γκριμάτσες. Στραβομουτσούνιασμα (το) = η πράξη και το αποτέλεσμα του ρήματος.
Στραβός, ή, -ό (επίθ.) (<αρχ. ελλ. στρεβλός<στροφή<στρέφω) = ο τυφλός
Στραβοστόμιασε (ρ.) = έπαθε εγκεφαλικό
Στραβούλιακας (ο) (<στραβός+βλάκας) = στραβός, τυφλός.
Στραμπουλάου (ρ.) (<ιταλ. strambare) = παθαίνω διάστρεμμα (π.χ. στραμπούληξα το χέρι μου ή το πόδι μου.)
Στράτα (η) (<ιταλ. strata) = ο δρόμος.
(Κλείσαν οι στράτες του Μοριά, κλείσαν και τα ντερβένια), Αντ. Γαϊτάνης «Λαογραφικά και άλλα Βασιλιτσίου Μεσσηνίας».
Στρατοκαρτεράου (ρ.) = σταματώ κάποιον στη στράτα, στο δρόμο.
(Τόνε στρατοκαρτερέσανε στην άκρη του χωριού και τόνε συλλάβανε.)
Στρατολάτης (ο) (<στρατός+λάτης (αρχ. ελλ. ελαύνω) = ο περαστικός.
(Περάσανε κάτι στρατολάτες σήμερα.)
Στρατόνι (το) (<ιταλ. strata) = μικρό δρομάκι σε χέρσο ή καλλιεργήσιμο έδαφος. Οι χωρικοί άνοιγαν στρατόνια σε χώρους που έπρεπε να είναι προσβάσιμοι, όπως στις σταφίδες και τ’ αμπέλια για να περνούν ελεύθερα από τις βέργες των κλημάτων, στις άκρες των χωραφιών τους ή στο λόγγο για να περνούν τα ζα τους.
Στράτσο (το) (<ιταλ. straccio) = το χοντρό χαρτόνι.
Στρέου (ρ.) (<αρχ. ελλ. στερεόω) = πετυχαίνω. (Φυτεύω διάφορα φασούλια και δε μου στρέει, μόνο τ΄αμπελοφάσουλα φυτρώνουνε. /Δε μου στρένε τα προξενιά.)
Στρέκλα (η) = η ζαλάδα
Στρεκλάου (ρ.) (<σλάβ. strukel=αλογόμυγα) = πηγαίνω πέρα δώθε, ζαλίζομαι και παραπατάω.
Στριγκλιάτα (η) = το πηγμένο γάλα που το έβαζαν στην τσαντίλα με το γκεβγκίρι για να στραγγίξει.
Στρίμα (επίρρ.) (<στριμώνω<μεσν. ελληνική στρύμοξ) = πολύ κοντά, χωρίς περιθώριο. (Στρίμα-στρίμα είναι το γαζί, θα το ράψω διπλό ν’ αντέξει.)
Στριμόκωλα (επίρρ.) = πολύ στριμωχτά. (Κοιμηθήκαμε κι οι δύο στριμόκωλα σ’ ενα μονό ντιβάνι.)
Στρούγκα (η) (<αρχ. ελλ. στρουθίον(<ινδ. αρωμαν. struga) = α) το μαντρί
(Άϊντε, μωρή σκύλα ξενητειά, μ΄ έδιωξες από τις στρούγγες και από τα μαντριά…), Π. Γλυφός, «Ομορφιές και μορφές της Κορώνης».
β) μετφ. ο πολύ κλειστός χώρος. (Μια στρούγκα είναι το οικόπεδο, δεν αξίζει φράγκο!)
Στρουμπούλι (το) = το στρουμπουλό
Στροφιάζω (ρ.) (<σ+τροφή) = τρώγω, Στροφιάζουμαι (παθητ.) = κοιμάμαι
(Στρόφιαξε=φάε. / Στροφιάξου στην άκρη=κοιμήσου.)
Στρωγκλιάζω (ρ.) (ίσως από στρούγγα;) = συσσωρεύω
(Τα στρώγκλιασε η ανοικοκύρευτη.)
Στρωμάτσο (το) (<ιταλ. stramazzo, με επίδραση της λέξ. στρώμα) = το στρώμα των χωρικών από λινάτσα γεμισμένο με σάλμη ή άχυρο.
Στρωματσάδα (η) = ο ύπνος στο πάτωμα πάνω σε στρωσίδια, χωρίς κρεβάτι.
Στρώση (η) (<αρχ. ελλ. στρώννυμι) = α) το τμήμα του σαμαριού μέσα από τον ξύλινο σκελετό. Το επάνω μέρος φτιάχνεται από καραβόπανο, ενώ το κάτω από μάλλινο σαμαροσκούτι.
β) μια σειρά από ομοειδή πράγματα, (π.χ. μία στρώση υφαντά, μια στρώση κουρελούδες ή απλώσαμε δυο στρώσεις σταφύλια στ’ αλώνια φέτο.)
Στρωσίδι (το) = ό,τι στρώνεται στο πάτωμα, στο κρεββάτι, στον καναπέ…
Συβάζω (ρ.) = συμβιβάζω. (Tα συβάσανε τα πράματα, ούλα καλά γενήκανε.)
Συγενικιάρης, -α, -ικο (επίθ.) = ο ασθενικός
Συγενικό (το) = αρρώστια, κακό. (Τόνε τάραξε το συγενικό.)
Συγκάθια (τα) (συν+κάθια<αρχ. ελλ. κάθημι) = ό,τι κάθεται σ΄ ένα υγρό, η σαβούρα στον πάτο.
Συγνεφιάζει (<σύγνεφο) = συννεφιάζει. Συγνεφιασμένος, -η, -ο (μετχ.) (σγνεφιασμένος ουρανός).
Συγυράου (ρ.) (<συν+ελλν. κοιν. γύρος<αρχ. ελλ. γυρός) = α) τακτοποιώ, καθαρίζω. (Συγύρισε τα πράματά σου, να είναι έτοιμα.)
β) βάζω κάποιον στη θέση του, τιμωρώ, από το μεσαιωνικό συγύρισμα, που ήταν η διαπόμπευση (συν+γύρα). (Θα τόνε συγυρίσω εγώ, να μάθει να λέει.)
Συγυριέμαι (ρ.) = καλλωπίζομαι
Συγύριση (η) = το νοικοκυριό του σπιτιού, η οικοσκευή.
(Τοίμασα ούλη τη συγύριση για να φύγουμε αύριο για τη σταφίδα = ετοίμασα τα απαραίτητα για τη μετακόμιση στο χτήμα για τις εργασίες του τρύγου.)
Συγύρισμα (το) = η τακτοποίηση
Συγυρίστρα (η) = η ανακατώστρα. (Είναι μια συγυρίστρα φτούνη!)
Συγκαιριάζω (ρ.) (<συν+καίριος) = ταιριάζω. (Τα συγκαιριάσανε=τα ταίριαξαν.)
Σύγκαλα (τα) (επίρρ.) (<συν+καλά) = στα καλά, στα ίσια, στη λογική. (Έλα στα σύγκαλά σου =σκέψου λογικά.)
Συγκάρτσελοι και συμπούρμπουλοι (<συν+πούπουλα) = όλοι μαζί.
Συγκέσιο (το) (<συνοικέσιο<συν+οίκηση) = το προξενιό
Συγκομοιάζω (ρ.) (<συν+ομοιάζω) = μοιάζω με κάποιον άλλο.
(Τόνε συγκόμοιασα με το ξάδερφό του, μοιάζουνε πολύ.)
Σύγκρυο (το) (<συν+κρύο) = το πολύ κρύο, η ανατριχίλα από το πολύ κρύο.
(Μ΄ έκοψε σύγκρυο.)
Συδιπλώνουμαι (ρ.) = μπερδεύομαι και πέφτω. (Μάζω τις αρίδες σου, συδιπλώθηκα.)
Συκολόγος (ο) = πουλί
Συλ(λ)οή (η) = η περίσκεψη. (Σε μεγάλη συλλοή είσαι αφέντη μου, μη σικλετίζεσαι.)
Συλ(λ)οϊέμαι (ρ.) (<συν+λογίζομαι) = σκέπτομαι
Συμμαζωτάρι (το) = αυτό που προσκολλήθηκε ή το συμμάζεψαν.
(Mπουρινιασμένη η πεθερά χούιαζε το σώγαμπρο: «άϊντε χάσου παλιοσυμμαζωτάρι».)
Συμπάθιο (το) (μεσν.<συμπαθώ) = συγγνώμη
(Με το συμπάθιο θεια Παναϊώταινα, να προσέχεις τα ζωντανά σου, ούλες τις μέρες τα βρίσκω στο χωράφι μου, εμ, δε τό’ χουμε και μισιακό!)
Συμπητήρι (το) (<συμπάω+τήρι) = το εργαλείο με το οποίο ο βαλμάς έπρωχνε τις ελιές στη γυριά να μπούνε κάτω από τα λιθάρια και να γίνουν χαμούρι.
Συμπράγκαλα (τα) (<συν+βεν. branca) = οικιακά μικροπράγματα, εργαλεία.
Συμπάου (ρ.) τη φωτιά (από το ρ. τσιμπάω ή από το συμπαγής<πήγνυμι) = βάζω ξύλα στη φωτιά και την ανανεώνω, αλλά και συμπάου κάποιον (μετφ.), δηλ. τον ερεθίζω.
Συνήθειο (το) = η συνήθεια
Συναυλακάρης (ο) = αυτός με τον οποίο πότιζαν το περιβόλι τους από το ίδιο κεντρικό αυλάκι που μετέφερε νερό.
Συνορίτης (ο), Συνορίτισσα (η) = ο γειτονικός, με κοινά σύνορα.
Συντελίνη (η) = μικρή κατασκευή που περιείχε συντελινόπετρα και νερό και άναβε φλόγα. Την χρησιμοποιούσαν για να πιάνουν τη νύχτα πουλιά.
Συντράβιστο (το) (<συν+τραβώ) = α) το φουρνόξυλο β) μετφ. η βοήθεια.
Συνυφάδα (η) = συνυφάδες είναι οι γυναίκες που έχουν παντρευτεί αδέρφια.
Σύξυλος, -η, -ο (επίθ.) (<συν+ξύλο) = αυτός που έμεινε απολιθωμένος, χωρίς αντίδραση.
Συφάμπελοι (<συν+φάμπελοι<φαμπελιά,φαμίλια) = με όλη την οικογένεια. (Φύγαμε συφάμπελοι, με τα ζα και τα ναχρεικά μας, να γλυτώσουμε.)
Συφλογιάρικος, -ικια, -ικο (επίθ.) = ο ασθενικός
Συφλογιάζουμαι (ρ.) (συν+φλογίζομαι) = εξάπτομαι, κοκκινίζω, ντρέπομαι. (Συφλογιάστηκα η έρμη μ’ όσα έιδα!)
Συφορά (η) = η συμφορά
Συφοριασμένος, -η, -ο (μετχ.) = αυτός που έπαθε κάτι κακό, ο δυστυχισμένος.
Συφόρηση (η) ή κόλπος (ο) = η κυκλοφορική συμφόρηση, το εγκεφαλικό επεισόδιο.
Συφουλιάζω (ρ.) (συν+φωλιάζω;) = τακτοποιώ, σκεπάζω.
(Συφούλιασε καλά τα πανιά στη κουρβούλα, να μη βγούνε όξω οι ελιές. /Συφουλιάσου καλά να μη κρυαίνεις.)
Συχαριάζω (ρ.) = συγχαίρω. (Πάμε να συχαριάσουμε τα ξαδέρφια σου.)
Συχαρίκια (τα) (<συγχαρίκια<συν+χαίρομαι) = συγχαρητήρια. Έξω από την εκκλησία ο πατέρας περίμενε την αναγγελία του ονόματος του βαπτιζόμενου παιδιού. Πιτσιρίκια έτρχαν και του φώναζαν το όνομα, μόλις το άκουγαν από τον νονό και τον ιερέα του χωριού: – Μπάρμπα, τα συχαρίκια! Το μπέμπη τόνε βγάλανε Παναγιώτη! Ο πατέρας έβγαζε από τις τσέπες του κάποια ψιλά, τα πέταγε σκορπώντας τα μπροστά στα πόδια των παιδιών και αυτά έσκυβαν να αρπάξουν όσο πιο πολλά προλάβαιναν.
Κάποια πό τα παιδιά έτρεχαν για το σπίτι των γονιών για να προλάβουν να πουν το όνομα και στη μάνα. Η μάνα απαγορευόταν να πάει στην εκκλησία στα βαφτίσια του παιδιού της: -Θειά τα συχαρίκια! Το μπέμπη τόνε βγάλανε Παναγιώτη! Και κείνη τους έδινε μπουναμά ό,τι είχε! Τίποτα φραγκοδίφραγκα, δίπλα, καρύδια, μύγδαλα, καραμέλες, λουκούμι !
Σύχναρα (επίρρ.) (<συν+αχνάρι) = μέχρι τ’ αχνάρια.
Συχώρα με = Συγγνώμη. Έτσι έλεγαν όλοι πριν πάνε να κοινωνήσουν, φιλώντας οι μικρότεροι το χέρι των μεγαλύτερων, αλλά και όταν είχαν σφάλλει ή είχαν κάνει αμαρτία, όπως πίστευαν.
Συχώριο (το) (<συγχωρώ) = τα κόλλυβα («σιτάρι»+ψωμάκι) που προσφέρονται στον κόσμο για τη συγχώρηση του νεκρού.
Σφαή (η) = η σφαγή
Σφαλάγγι το) ( αρχ. ελλ. φαλάγγιον) = η αράχνη
Σφαλαγγοφωλιά (η) = α) η φωλιά της αράχνης
β) μετφ. σύνολο ανθρώπων που επεξεργάζονται κακά σχέδια.
Σφάλαχτρο (το) (<αρχ. ελλ. ασπάλαθος) = πανέμορφος με κίτρινα λουλούδια αγκαθωτός θάμνος, που φουμίζει την άνοιξη τα λόγγια και τα λαγγάδια, ακόμα και τους δρόμους και τις στράτες έξω απ΄ το χωριό μας. Το χρησιμοποιούσαν και ως φράχτη στα χωράφια.
Σφαλιστός, -ή, -ό (ρημ. επίθ.) (<σφαλίζω<ασφαλίζω) = ερμητικά κλειστός.
Σφάρδακλας (ο) ή σφαρδάκλι (το) = ο βάτραχος.
(Ούλη τη νύχτα σκούζανε τα σφαρδάκλια.)
Σφάχτης (ο) (<σφάζω) = ο δυνατός πόνος. (Έχω ΄να σφάχτη στη (μ)πλάτη.)
Σφαχτό (το) = οικόσιτο ζώο που σφάζεται.
Σφέλα (η) (<φελί) = κομμάτι τυριού. Η σφέλα δεν ήταν είδος τυριού, αλλά ένα κομμάτι από το χωριάτικο τυρί. Όταν έπηζε, το έβγαζαν από την τσαντίλα, το έκοβαν σε σφέλες και το τοποθετούσαν στη βούτα μέσα σε άρμη.
Σφελούδα (η) = η πυρούδα, η φέτα (Μια σφελούδα σκόρδο.)
Σφερδούκλι (το) (<ασφοδέλιον<αρχ. ελλ. ασφόδελος (…κατ΄ασφοδελόν λειμώνα, Ομήρου «Οδύσσεια», ραψ. ω 14) = σφερδουκλιά. Όμορφος θάμνος σε χέρσα χωράφια, που δεν τρώγεται.
Σφέρτσα (η) (ιταλ. pezza) = στενόμακρο κομμάτι δέρματος χοίρου με λίπος.
(Έβγαλε ένα κομμάτι σφέρτσα και με τις φρέσκιες ντομάτες και το γίδινο τυρί έφκιασε ΄να καϊανά, λουκούμι, πεντανόστιμο!)
Σφίχτρα (η) (<αρχ. ελλ. σφίγγω) = η ζώνη που στηρίζει το σαμάρι στη ράχη του ζώου, αλλιώς ίγκλα.
Σφοντύλι (το), σφόντυλος (ο) (<αρχ. ελλ. σφόνδυλος) = α) ένας κύλινδρος με τρύπα στη μέση που μπαίνει στη βάση του αδραχτιού.
β) σβούρα, ζαλάδα. (Έφαε μια και του ΄ρθε ο ουρανός σφοντύλι!)
Σφέντουλος (ο) = το πέταγμα. (Του ‘ δωκε ΄να σφέντουλο και πήε στη (γι)άλλη (ν)άκρη.)
(Το) Σφοντύλησε (ρ. αόρ.) = το πέταξε μακριά.
Σφουγγάου, -ιέμαι (ρ.) = σπογγίζω, καθαρίζω, -ομαι. (Σφούγγα τα λάδια απ΄ το σαγόνι σου.)
Σφουράου (ρ.) (<μεσν. σφυρίζω<αρχ. συρίζω) = σφυρίζω. (Σφουράνε τ΄αυτιά μου.)
Σφουρίχτρα (η) = η σφυρίχτρα. (Σφουρίχτρες για τ΄αγόρια και βραχιολάκια-ρολογάκια μας έφερναν οι γονείς μας από το πανηΰρι στα Καντιάνικα). Σφουρίχτρα, -χτρες = πουλιά, που σφύριζαν από τον Γκαβαρνό και τα ακούγαμε στο χωριό.
Σφουριχτός, -ή, -ό (επίθ.) = α) αυτός που προέρχεται από σφύριγμα ή από κρυφή πληροφόρηση. Το σφουριχτό = το σφύριγμα.
Σχολαρχείο (το) = μεσαία βαθμίδα σχολείου τριών τάξεων, μετά το δημοτικό (4 τάξεις) και πριν το Γυμνάσιο. Αλλιώς λεγόταν και Ελληνικόν. Καταργήθηκε το 1929.
Σώγαμπρος (ο) (<έσω+γαμπρός) = ο γαμπρός που διέμενε μόνιμα μετά το γάμο στο σπίτι της γυναίκας του. Αυτό συνήθως γινόταν όταν η νύφη ήταν μοναχοκόρη και ο γαμπρός είχε πολλά αδέρφια και ήταν πιο φτωχός από τη νύφη.
Σωθικά (τα) (<έσωθεν) = τα σπλάχνα. (Με τραβάνε τα σωθικά μου.)
Σωκάρδι (το) = το εσωκάρδι, το μέσα μου.
Σωμάρα (η) = μεγάλη αδυναμία. (Έχω μια σωμάρα!)
Σωμός (ο) (<σώνω) = ο τελειωμός. (Ετούτος ο τρύγος σωμό δεν έχει.)
Σώνω (ρ.) (< αρχ. ελλ. σώζω) = α) διασώζω, βοηθώ. (Μ’ έσωσες ,άντρωπέ μου!)
β) φτάνω. (Δε το σώνω, είναι ψηλά.)
γ) τελειώνω. (Το σώσαμε και τούτο το χωράφι.)
δ) προλαβαίνω (Ξεκίνα και μέχρι να λύσεις τις γίδες, εγώ θα σε σώσω.)
ε) ως κατάρα: (Μπα που να μη σώσεις = να πεθάνεις!)
Σώνουμαι (ρ.) (παθητ.) = α) σώζομαι, γλυτώνω. (Σώθηκα παιδί μου, με φτούνη την αυλίτσα που πήραμε από το μπάρμπα σου, γλύτωσα πόσο δρόμο από τη γύρα του άλλου.)
β) αδυνατίζω πολύ. (Έγλεπα το Γιωργή ψες, που πέρναγε με τις γίδες του και τον έιδα σουρωμένο. Έχει σωθεί ο άθρωπος, σα κάτι να το (ν)τρυγάει.) Σωμένος, -η, -ο (μτχ.) = πολύ αδυνατισμένος.
Σωπάνι (το) (<έσω+πανί) = εσωτερική επένδυση σε ρούχο από λεπτό άσπρο πανί.
Σωπανιάζω (ρ.) = ντύνω εσωτερικά ένα ρούχο με σωπάνι.
Σωριάζουμαι (ρ.) = πέφτω σαν σωρός, ως αδύναμος.
Σωρός (ο) = η συγκέντρωση πολλών ομοειδών πραγμάτων το ένα πάνω στο άλλο (σωρός χωμάτων, σκουπιδιών, ρούχων κλπ.) Ιδιαίτερα χρησιμοποιείται για τα δημητριακά (σωρός από σιτάρι, βρώμη, κριθάρι) και για τη συγκεντρωμένη στο αλώνι λιασμένη σταφίδα. (Βραδιές καλοκαιριάτικες και συντροφιές στ΄ αλώνια, που η σταφίδα σε σωρούς, με μύρα τόσο ευφραίνει…), Π. Γλυφός, «Ομορφιές και μορφές της Κορώνης».
Σώρωμα (το) = η διαδικασία της συγκέντρωσης της λιασμένης σταφίδας σε σωρό στο αλώνι. (Έχω σώρωμα απόψε.)
Σωρώνω (ρ.) (<αρχ. ελλ. σωρός) = κάνω σωρό. (Σωρώνω τη σταφίδα.)
Σώψυχα (τα) = τα εσώψυχα, η ψυχή.
Αναζήτηση αλφαβητικά
Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ
Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω