Όλες οι λέξεις στο ‘Χ’

Χαβάνι (το) (<τούρκ. havan) = το μεταλλικό γουδί. (Το χαβάνι ήταν μια καλή χάρη στους γάμους.)

Χαβανόχερο (το) = το μεταλλικό γουδόχερο.

Χαβάς (ο) ή χαβιόλι (το) (<τούρκ. ava) = ο σκοπός. (Το χαβά σου εσύ…)

Χαβδαλώνω (ρ.) (<χαβδός<λάβδα ή λάμδα, Λ) = α) ανοίγω τα σκέλη και πηδάω εμπόδια. (Χαβδαλώνει τις μάντρες σα (γ)κατσίκι.)
β) ανοίγω τα σκέλη καθήμενος. (Απ’ τη κρυάδα της χαβδάλωσε το παραγώνι.)

Χαβιά (η) (<χάβος) και χαβιά (τα) = το χαλινάρι που μπαίνει στο στόμα του ζώου (κάτω σιαγόνα), κυρίως αλόγου, για να χαλιναγωγείται πιο εύκολα. (Το άλογο είναι έτοιμο, του έβαλα και τη χαβιά.)

Χαβιόλα (η) = η πονηρή γυναίκα.

Χάβρα (η ) (εβρ.) = πολλή φασαρία. Η χάβρα των Ιουδαίων (έκφραση) =μεγάλη φασαρία.

Χαβρούζα ή ω (η) = αυτή που αποκάλυπτε άσεμνα σημεία του σώματός της.

Χάβω ή χάφτω (ρ.) (<μεσν. χάπτω<αρχ. ελλ. κάπτω=αρπάζω και καταπίνω λαίμαργα) = α) τρώγω λαίμαργα, αμάσητα. (Χάφτο γλήγορα και λάκα.)
β) είμαι ευκολόπιστος, είμαι κουτός. (Χάφτει μύγες.)

Χαβώνω (ρ.) (<αρχ. ελλ. χάβος) = κοροϊδεύω. Η αρχική σημασία ήταν περνάω το χαλινάρι, αλλά μετεξελλίχτηκε σε εξουσιάζω κάποιον, τον κάνω υποχείριό μου. Η λέξη συναντάται σε βυζαντινά κείμενα και αργότερα σε παραμύθια. (Ο λύκος χάβωσε τα κατσικάκια.) Και σήμερα χρησιμοποιείται στο λαϊκό λόγο. (Το βρήκε μικρό και το χάβωσε, το έρμο.)

Χα(γ)ιάτι (το) (<τούρκ. hayat) = ξύλινο στεγασμένο εξωτερικό μπαλκόνι, στη μπροστινή συνήθως όψη του σπιτιού. (Οι νοικοκυραίοι κάθονταν σε δίπατα σπίτια με χαγιάτια, πέτρινες καμάρες, σαν εκείνες που έχουν τα γεφύρια…) – Ευ. Τεμπελόπουλος, «Επιλεγμένα αποστάγματα».

Χάζι (το) (τούρκ. haz) = η ευχαρίστηση

Χαζοβιόλης, -α, -ικο (επίθ.) (<χαζός+βιολί) = ο χαζός. (Α, ρε χαζιοβόλη!)

Χαϊβάνι (το) (<τούρκ. hayvan) και χάϊβανο (το) = ο χαζός. (Ένα χάϊβανο είναι, δε καταλαβαίνει.)

Χάϊδι (το) (μεσν.<ηχάδιον<ήχος) = το χάδι

Χάϊδω μου = χαϊδεμένη μου

Χαϊλούζω (η) = η χαϊλωμένη, η χαζή.

Χαϊλωμένος, -η, -ο (μετχ. του χαϊλώνω) = ο κουτός, ο βλάκας. (Άει σιαπέρα, ρε χαϊλωμένε.)

Χαϊλώνω (ρ.) (<αρχ. ελλ. χάλασις=χαλάρωση) = χαζεύω. (Άργησε η μάνα σου, θα χάϊλωσε σε κάνα δρόμο.)

 Χαϊμένος (μετχ.<χάνω) = ο χαμένος

Χάϊντε ή χάειντε (προστακτική άγε+ντε) = ά(ε)ιντε, άντε

Χαϊμός (ο) (<χάνω) = ο χαμός. (Κακός χαϊμός γένηκε…)

Χαΐρι (το) (τούρκ. hayir) = η προκοπή. (Κάμε καλό να ιδείς χαΐρι.)

Χαϊσιομεράου (ρ.) = χασομερώ, καθυστερώ, χαϊλώνω.

Χαϊσιομέρης (ο) = ο χασομέρης, ο αγαλιανός, ο οκνός.

Χαλάλι (το) (<τούρκ. halal) με επιρρηματική σημασία = επάξια. (Ούλα χαλάλι του…)

Χαλαλίζω (ρ.) (<τούρκ. halal) = κάνω κάτι με ευχαρίστηση.

Χάλασε (αόρ. του ρ. χαλάου) = ξεπαρθένιασε. Χαλασμένη (μετχ.) = ξεπαρθενιασμένη.

Χάλασμα (το) (μετγν. ελλ.<χαλάω-ώ) = ερείπιο, μισογκρεμισμένο σπίτι.

Χαλάσματα (τα) = α) μισογκρεμισμένα σπίτια ή συσσωρευμένες γκρεμισμένες πέτρες από κτήρια
β) τοπωνύμιο έξω από το χωριό, όπου σώζονται χαλάσματα από το πρώτο χωριό. (Βλέπε και Βασ. Γούλα, «Βασιλίτσι, η ιστορία ενός Ακρίτα».)

Χαλαζιάς (ο) = καιρός με χαλάζι.

Χαλεύω (ρ.) (<αρχ. ελλ. χαλή=παλάμη) = ψάχνω, γυρεύω. (Τι χαλεύεις;)

Χαλιάς (ο) = ο γεμάτος χαλίκια ή μικρές πέτρες τόπος.

Χαλιβώνω ή Χαλινώνω (ρ.) (<χαλινάρι<αρχ. ελλ. χαλινόω-ώ <χαλινός) = α) φοράω χαλινάρι. (Χαλίβωσε το άλογο.)
β) ελέγχω (Τήνε χαλίβωσε τη χαϊλωμένη και της τα πήρε. )
γ) ξεσκεπάζω τα σκέλη μου και ντροπιάζομαι μπροστά σε κόσμο (Σκεπάσου, μας χαλίνωσες!)

Χαλκοτσούκι (το) (<χαλκός+ιταλ. zucca) = χάλκινο μπρίκι.

Χαλούπωσε (αόρ.) = σουρούπωσε, νύχτωσε. (Χαλούπωσε μέχρι να φτάσει ο μυλωνάς στο μύλο…), παραμύθι.

Χαλκάς (ο) (<τούρκ. halka<αραβ. halka<αρχ. ελλ. χαλκός, κατά Γ. Μπαμπινιώτη) = α) η αλυσίδα
β) τα δεσμά. (Του ΄βαλε το χαλκά=δαχτυλίδι.)

Χαλκοτσούκαλο (το) (<χαλκός+τσουκάλι) = α) χάλκινο μαγειρικό σκεύος
β) ο μαυριδερός.

Χάλκωμα (το) (<χαλκός, αρχ. ελλ.) και Χαλκώματα (τα) = τα χάλκινα μαγειρικά σκεύη που έπαιρνε η νύφη ως προίκα (τηγάνι, τέντζερα, κακάβι ή λεβέτι, ταψί, νταβάς).

Χαμάλης (ο), χαμάληδες (οι) (<τουρκ. hamal) = αχθοφόρος. αχθοφόροι στο λιμάνι της Κορώνης. Κουβαλούσαν κυρίως πήλινα, τσουβάλια με σταφίδες, λιπάσματα και κάθε είδους εμπόρευμα. Αποτελούσαν ξεχωριστή κοινωνική ομάδα, με κατώτερη μόρφωση και οικονομικές δυσκολίες.  Έρχονταν στο Βασιλίτσι, συνήθως ξυπόλητοι (γι’ αυτό τους έλεγαν και ξυπολιάδες) και πουλούσαν ψάρια ή πήλινα( τσουκάλια, βίκες). Συχνά η πληρωμή τους ήταν και σε είδος: λάδι, αλεύρι ή άλλα τρόφιμα. Έτσι επέζησαν της μεγάλης φτώχειας!

Χαμοκέλα (η) (<χάμου+κελί) = ισόγειο σπίτι με ένα ή το πολύ δύο δωμάτια, συνήθως πλίθινο, σπανιότερα πέτρινο. ( «Η παλαιϊκή Χαμοκέλα του χωριού: Το σπίτι των φτωχών. Από τότε που ένιωσα τον κόσμο, οι φτωχοί, που ήταν και οι περισσότεροι, ζούσαν στις Χαμοκέλες, οι οποίες το χειμώνα ήταν βουτηγμένες στη λάσπη και το καλοκαίρι πνιγμένες στο μπουχό. Οι νοικοκυραίοι κάθονταν σε δίπατα σπίτια με χαγιάτια, πέτρινες καμάρες…») – Ευ. Τεμπελόπουλος, «Επιλεγμένα αποστάγματα».

Χαμόσπιτο (το) = ισόγειο, φτωχικό σπίτι, συνώνυμο της χαμοκέλας.

Χαμολόι (το) (<χάμου+λο<λέγω) = το μάζεμα των λιγοστών καρπών που πέφτουν στο χώμα κατά το μάζεμά τους (ελιές, σταφίδα κ.α.). (Το χαμολόι το έκαναν οι γυναίκες και τα παιδιά. Και ο πατέρας τους έδινε χαρτζιλίκι.)

Χαμολοΐστρα (η) = η γυναίκα που μαζεύει χαμολόια. (Στα πέτρινα χρόνια οι χαμολοΐστρες θρέψανε τις φαμπελιές τους.)

Χάμου (επίρρ.) (<χαμαί, αρχ. ελλ.) = κάτω

Χαμούρα (η) = α) το κατώτερης ποιότητας προϊόν
β) η εύκολη και αμφιβόλου ηθικής γυναίκα.

Χαμούρι (το) (<τούρκ. hamur=ζυμάρι) = οι πολτοποιημένες ελιές πριν το διαχωρισμό του ελαιόλαδου.
(…κι άλλος χαμούρι άφθονο να βάνει στις τσαντίλες…) – Π. Γλυφός, «Ομορφιές και μορφές της Κορώνης».

Χαμπάρι (το) ή χαμπέρι (το) (<τούρκ. haber) = νέο, μαντάτο, είδηση. (Τι χαμπέρια μας ήφερες;) Παλιότερα υπήρχε η πρόληψη, όταν ξαφνικά κουδούνιζαν τ΄ αυτιά κάποιου, να στρίβει τον αντίχειρα με το μεσαίο δάχτυλο αριστερά–δεξιά στο κάθε αυτί, δημιουργώντας έναν ήχο και να λέει: «Καλό χαμπέρι!» κάνοντας το σταυρό του.  Παίρνει χαμπάρι (έκφραση) = καταλαβαίνει.

Χαμπαρί(α)ζω (ρ.) = λογαριάζω. (Δε χαμπαριάζει τίποτα αυτός!)

Χαμπέρω (η) και χαμπερούλα (η) = η κουτσομπόλα

Χαμπηλός, -ή, -ό (επίθ.) = χαμηλός (χαμπηλός τοίχος, χαμπηλό σκαμνί). Ως επίρρημα: (Απ΄ τα ψηλά στα χαμπηλά), παροιμία.

Χανταβουλιάστηκα (ρ. παθ. αόρ.) (<χαντάκι+βουλιάζω) = α) έπεσα μέσα
β) χάθηκα, έπαθα κακό.

Χανταβούρι (το) (κατά το νταβαντούρι) = η φασαρία

Χαντάκι (το) (<χάνδαξ<αραβ. khandag) = το μεγάλο αυλάκι. Εκτός από τα φυσικά χαντάκια, άνοιγαν χαντάκια συνήθως στην άκρη του χωραφιού για να φεύγουν τα βρόχινα νερά.

Χαντρολαίμι (το) (<χάντρα+λαιμός) = κολιέ με χάντρες και διάφορες άλλες πέτρες. Οι γυναίκες τα παλιότερα χρόνια δεν φορούσαν τέτοια κοσμήματα και τους έκανε ιδιαίτερη εντύπωση όταν μετανάστριες γυναίκες (από Αυστραλία και Αμερική) έρχονταν στο χωριό και φορούσαν στο λαιμό τους περιλαίμια, χαντρολαίμια, όπως τα έλεγαν.

Χαράκι (το) (<χάραξ, αρχ. ελλ.) = το χάραγμα του φλοιού σε κάποια φυτά, κυρίως στις σταφίδες, όπου ξεφλούδιζαν ένα στεφάνι στον κορμό του κλήματος για να χοντρύνουν τα σταφύλια. Πολύ κουραστική δουλειά, την οποία την έκαναν έρποντας από κλήμα σε κλήμα.

Χαρακώνω και χαράζω (ρ.) = κάνω χαράκι.

Χάραμα (το) (<χάραγμα<χαραγή, αρχ. ελλ.) = πολύ πρωί.
(Το χάραμα θα μας έβρει στο χωράφι. / Αύριο με το χάραμα θα φύγουμε.)

Χαραμάδα (η) = το κενό ανάμεσα σε τοίχο ή σανίδες.
(Το πάτωμα στο παλιό σκολειό ήτανε ούλο χαραμάδες, μας πέφτανε τα βολύμια μας και τα χάναμε.)

Χαράμι (το) (<τούρκ. harami) και χαράμια ως επίρρ.= άδικα, στο βρόντο.
(Χαράμια πήγανε ούλα τα κόπια μας.)

Χαραμής (ο) = ο τεμπέλης

Χαραμοφάης, -ισσα, -ικο (επίθ.) (<χαράμι+φαγ-) = αυτός που τρώει τα έτοιμα.

Χαράρια (τα) = γεωργικά εργαλεία, κατάλληλα για τη μεταφορά του άχυρου. Αποτελούνταν από λεπτά στρογγυλά ραβδιά, ύψους ενός  μέτρου περίπου, τα οποία δένονταν με σκοινιά κάθε 10 -15 πόντους σχηματίζοντας έναν σχοινένιο κύλινδρο, τον οποίο τον γέμιζαν με άχερο, τον φόρτωναν στα ζώα (γαϊδούρια, άλογα) και μετέφεραν το άχυρο στους «ρογούς» των κατωιών ή των αχουριών.

Χάρβαλο (το) (μεσν.<χάρβαλο<χάλαβρον<χαλαβρός) = το σαράβαλο, το ερείπιο.

Χάρη (η), χάρες οι (<χαρ-ίζω) = το δώρο, τα δώρα στο γάμο του ζευγαριού. Τα χρόνια εκείνα οι χάρες ήταν σε είδος και όχι σε χρήμα. Συνηθισμένες χάρες ήταν οικιακά σκεύη (πιατικά, γυαλικά, γουδί κ.α.), είδη προικός (σεντόνια, τραπεζομάντηλα, πετσέτες κ.α.), είδη ένδυσης, διάφορα υφάσματα και πολλά άλλα χρηστικά πράγματα. Αξίζει να υπενθυμίσουμε τις χάρες της μιας οικογένειας προς την άλλη, γαμπρού και νύφης. Στις υποχρεώσεις των γυναικών και δη της νύφης ήταν η ύφανση στον λάκκο των προικιών των κοριτσιών, όπου παράλληλα με τα προικιά ύφαιναν πουκάμισα για όλους τους άνδρες της οικογένειας του γαμπρού, για τις γυναίκες σακούλια, αλλαξιές και ποδιές και ένα βρακοζώνι του πεθερού, όπως και μια προσκεφαλάδα. Από το τέλος του πολέμου (1950 ) και  μετά, όπου άρχισε η οικονομική ανάπτυξη, στη νύφη από τα αρραβωνιάσματα ήδη τα πεθερικά της τής έπαιρναν χρυσαφικά (όλα τα χρυσαφικά: σταυρό, μεταγιόν, δαχτυλίδι, βραχιόλι, καρφίτσα, σκουλαρίκια) και φορέματα (από ρόμπα και πασούμια μέχρι φορέματα και παλτό). Η νύφη χάριζε στο γαμπρό σταυρό και ρολόϊ, πάντα βέβαια ανάλογα με την οικονομική δυνατότητα της κάθε οικογένειας. Στην οικογένεια  του γαμπρού και της νύφης ως χάρες έκαναν πουκάμισα και μεσσήνες για  τους άντρες, για δε τις γυναίκες φορέματα ή υφάσματασμα και ποδιές.

Χαροκαμένος, -η, -ο (μετχ.) = αυτός που έχει χτυπηθεί από θάνατο αγαπημένου προσώπου, ο πολύ δυστυχισμένος.

Χαρούλα (η), χαρούλες (οι) = η τραγουδίστρια, -ες που έρχονταν στο πανηγύρι τ΄ ‘Αγιο-Βασιλιού» στα μαγαζιά του χωριού (στου Κατσαρού, στου Μπρατσόλα, στου Αντρικάκη, στου Φράγκου) και τραγουδούσαν.

Χαρχάλεμα (το) = το ψαχούλεμα

Χαρχαλεύω (ηχοποιητική λέξη) = ψαχουλεύω, ψάχνω.

Χάρχαλο (το) = ο θόρυβος

Χασές (ο) (<τουρκ. hase<αραβ. hassa) = λευκό βαμβακερό ύφασμα.

Χασένια ή χάσινα (τα) = τα λευκά από χασέ ρούχα, τα πολύ καθαρά.

Χάση (η) του φεγγαριού = η έλλειψη του φεγγαριού. Το αντίθετο είναι ο γιόμος, δηλαδή το γέμισμα.

Χάσικο (το) (<χασές) = τ΄ άσπρο αγοραστό ψωμί, που παίρναμε στα χρόνια του ΄60 και 70 από τους φούρνους της Κορώνης. Το λέγαμε και πολυτελείας. Ήταν μαλακό και μας φαινόταν νόστιμο, ενώ το δικό μας, που ζύμωναν οι μανάδες μας ήταν νόστιμο τις δυό-τρεις πρώτες μέρες, μετά ξεραινόταν και δεν μας άρεσε. (…Που σου ανοίγουν πλιότερο την όρεξη
για να φας το χάσικο ψωμί σου
και τις μοσκοβολημένες σαρδέλλες…) – Π. Γλυφός, «Ομορφιές και μορφές της Κορώνης».

Χάχαλο (το) και χαχαλάκι (το) (<χαχάλα<χαλί<χηλή, κατά Ανδριώτη) = το ξυλαράκι

Χαψιά (η) (<χάφτω<αρχ. ελλ. κάπτω) = όσα χωράει το στόμα, μπουκιά.
(Και ο κακός ο λύκος έκαμε μια χαψιά τα κατσικάκια…), παραμύθι.

Χεζής, –ού, -ούδικο (επίθ.) = ο φοβιτσιάρης

Χεζοβολιό (το) = η αφόδευση

Χείλα-χείλα (επίρρ.) = έως τα χείλια, ξέχειλα. (Χείλα – χείλα τη ξεχείλισες τη κούπα!)

Χειμαδιό (το) (<μεσν. χειμάδιον<χειμάς=χειμών, αρχ. ελλ.) = το ζεστό μέρος.

Χελώνι (το) (μεσν. υποκορ. χελώνιον<αρχ. ελλ. χελώνη) = το λίπωμα

Χεριά (η) (<αρχ. ελλ. χειρ) = όσα χωράει το χέρι. Χεριά έλεγαν όσα στάχια θέριζαν μαζί με την καλαμιά, σε ύψος περίπου 10-15 πόντων από τη γη και που χώραγαν στο χέρι του θεριστή.

Χερ-χερ(ι) ή χερ-χέρα (επίρρ.) (<χέρι<αρχ. ελλ. χείρ) = γρήγορα. (Χέρ-χέρα, βιάσου.)

Χεριάρα (η) = μπλούζα με μεγάλα μανίκια.

Χερικό (το) = η καλή αρχή, η καλή τύχη, το γούρι. (Έχεις καλό χερικό, σου «πιάνουν» τα πράματα, τα φυτέματα, τα προξενειά, τα ξεματιάσματα κ.λ.π.)

Χερόβολο (το) ή χειρόβολο (το) (<αρχ. ελλ χειρ+βάλλω) = με λίγες χεριές έκαναν ένα χειρόβολο και με 4-5 χειρόβολα ένα λημάρι. (Κακό χερόβολο, κακό δεμάτι), παροιμία.

Χερομουρίθρα (η) = είδος φαγώσιμου χόρτου.

Χερόμπυλας (ο) = χερόμυλος, πέτρινος μύλος χειρός, με τον οποίο έκοβαν μπλουγούρι, ψιλόκοβαν την κούκλα και έτριβαν το αλάτι.

Χέρ(ι)σος, -α, -ο (επίθ.) (<χέρσος, αρχ. ελλ.) = ο ακαλλιέργητος. (Μείνανε χέρσα ούλα τα χωράφια.)

Χερολαιμιάζω (ρ.) = σφίγγω το λαιμό με τα χέρια.

Χερσότοπος (ο) = χέρσος τόπος.

Χέρσωσε (αόρ. του ρ. χερσώνω) = γέμισε χορτάρια και θάμνους, έμεινε ακαλλιέργητο για μακρό διάστημα και χορτάριασε. (Χέρσωσε το χωράφι.) Αντίθετο: ξεχερσώνω = καθαρίζω από δέντρα, θάμνους και χόρτα. Συνήθης γεωργική εργασία το ξεχέρσωμα των χωραφιών με το τσαπόνι ή την αξίνα.

Χερχεράτε (ρ. προστακτική) (<χέρι-χέρι) = βιαστείτε. (Άειντεστε, γυναίκες χερχεράτε, μας κεφάλιωσε η μέρα.)

Χιλιάρα (η) = μπουκάλι για χίλια δράμια.

Χινόπωρος (ο) = το Φθινόπωρο. (Φοβήθηκα του χινοπώρου τα νερά, της άνοιξης το κρύο), παροιμία.

Χλάμπουρο (το) (κατά το τσάμπουρο) = μικρό τσαμπί, αδύνατο σταφύλι.
(Τίποτα δεν είναι τα σταφύλια φέτο, κάτι χλάμπουρα.)

Χλαπακιάζω (ρ.) (ηχομιμ. λέξη, χλαπ, χλαπ, σλαβ. clapit) = τρώγω λαίμαργα.

Χλαπαταή (η) (<όχλος+πάταγος) = μεγάλη φασαρία με φωνές. (Χλαπαταή κι αντάρα ακούστηκε απ’ την απάνου ρούγα.)

Χλιαίνω (ρ.) (<αρχ. ελλ. χλέω) = ζεσταίνω

Χλιός, –ιά, -ιό (επίθ.) = ο ζεστός. (Με χλιό νερό το ‘πλυνα…)

Χλιβερός, -ή, -ό (επίθ.) = ο θλιβερός

Χλίβουμαι (ρ.) = θλίβομαι. (Τι έχεις κόρη που χλίβεσαι και βαριαναστενάζεις…) – Α. Γαϊτάνης, «Λαογραφικά και άλλα Βασιλιτσίου Μεσσηνίας».

Χλίψη (η) (αρχ. ελλ.) = η θλίψη. (Μάρανες ΄πο χλίψη τη καρδιά μου… / Αργό είναι το βήμα της, η χλίψη το βαραίνει…) – Π. Γλυφός, «Ομορφιές και μορφές της Κορώνης».

Χλεμπονιάρης, -α, -ικο (ο ) (<χλεμπόνα. Κατά τον Μπαμπινιώτη από το πλεμπόνα <πνευμόνι) = ο χλωμός, ο ασθενικός.

Χλωροκούκια (τα) = τα φρέσκα κουκιά.

Χνάρι (το) (<ιχνάριον<ίχνος, αρχ. ελλ.) = το αχνάρι, το ίχνος του ποδιού. Στον παλιό δρόμο, στο μονοπάτι Πόρος-Καλαμάκι, υπήρχε μια μεγάλη πέτρα, πάνω στην οποία φαινόταν ένα χνάρι. Η λαϊκή παράδοση έλεγε ότι ήταν «ταχνάρι», η πατημασιά της Παναγίας της Φανερωμένης, η οποία πέτρωσε το καράβι με τους πειρατές (Πετροκάραβο), όταν πήγαν να την κλέψουν.

Χοντροθοδώρες (οι) = είδος άγριου φαγώσιμου χόρτου.

Χοντρολιά (η) = είδος βρώσιμης ελιάς, επιτραπέζια, μεγαλύτερης σε μέγεθος από την ψιλολιά.

Χοντρολάχανα (τα) = είδος άγριου φαγώσιμου χόρτου.

Χοντροφάσουλα (τα) = τα φασόλια γίγαντες.

Χόβολη (η) (<μεσν. χοβόλη<φοβόλη<βεν. fovolo) και χούσβουλη (η) = η ζεστή στάχτη, η θράκα.

Χούσβουλο (το) = το πολύ καμμένο. (Έγινε χούσβουλο το ψωμί, το φαΐ, πάει κάηκε.)

Χουζούρι (το) (<τούρκ. huzur) = η ξεκούραση, η ξάπλα σε ζεστασιά.

Χουντρουμπαλάς (ο) (<χοντρός+μπάλα) = ο κοντόχοντρος

Χούι (το ) (<τούρκ. huy) = ιδιοτροπία. (Να πάρεις τα χούϊα τους, κόρη μου, να τους αγαπήσεις για να σ΄ αγαπήσουνε και κείνοι.)

Χουϊάζω (ρ.) (<σλαβ. hujati=φωνάζω) = βρίζω, καταριέμαι. (Ου να χαθείς, να χαθείς, χούϊαζε η κακιά γειτόνισσα.)

Χουϊατό (το) = η κατάρα. (Τον’ άρχισα στα χουϊατά και χάθηκε από μπροστά μου.)

Χουλιάρα (η) = η κουτάλα

Χουλιάρι (το) (<κοχλιάριον<κοχλίας, αρχ. ελλ.) = το κουτάλι. (Θέλεις το τρανό χουλιάρι, πάρε και μεγάλο φτυάρι), παροιμία.

Χουλιαρίζω (ρ.) = βγάζω με το κουτάλι.

Χούνα (η) ή χούνη (<αρχ. ελλ. χοάνη) =α) το φαράγγι, το κοίλωμα ανάμεσα σε δυο πλεύρες. (Δεν είναι καλό το χωράφι, μια χούνη έναι.)
β) η χούνη της ραχοκοκαλιάς. («Τρίψε με στη χούνη, παιδάκι μου», μου έλεγε η γιαγιά μου.)

Χουνέρι (το) (<τούρκ. huner) = το πάθημα

Χουρουμπουλάου (ρ.) (<χορός+μπουμ) = χοροπηδάω. (Θυμάμαι σαν παιδιά να χουρουμπουλάμε πάνω στο άχερο στο ρογό και να πέφτουμε μέσα.)

Χουρουμπουλητό (το) = α) το χαρούμενο χοροπηδητό που κάναμε ως παιδιά
β) το μπουμπουνηταριό.

Χούφταλο (το) (<κούπταλο<κύπτω=σκύβω) = ο πολύ γέρος, ο μη ικανός για τίποτα (γεροχούφταλο).

Χουφτιά (η) (<μεσν. φούκτα<φουκτίζω<πυκτίζω<πυξ) = α) όσα πιάνει η χούφτα, η παλάμη. (Μια χουφτιά βρώμη να ρίξεις στη κάθε γίδα να φάει.)
β) το πολύ μικρό. (Μια χουφτιά άνθρωπος.)

Χουχλάζει (ρ.) (<αρχ. ελλ. κοχλάζω) το φαΐ = βράζει

Χουχλί (τo) = το χοιρινό λίπος.

Χούχλος (o) (<κόχλος) = ο βρασμός

Χουχουλιάζω (ρ.) (ηχοπλαστική λέξη) = ζεσταίνω με την ανάσα μου, σκεπάζομαι να ζεσταθώ.

Χουχούλιασμα (το) = το ζέσταμα με την ανάσα ή με κάτι μαλακό και ζεστό.

Χουχουλητό (το) (ηχοποιητική λέξη) = ο αναστεναγμός

Χουχουλιέμαι (ηχοποιητική λέξη) = αναστενάζω με αντίστοιχο ήχο, ω χού!

Χουχουλόγιωργας (o) = ο κρυουλιάρης

Χρέια (το) = τα χρέη

Χρέπι (το) ή χλέπι (το) (ίσως από το χαλεπός=ο δύσκολος, ο επικίνδυνος) = το σαθρό, το ετοιμόρροπο. Με ίδια σημασία υπάρχει η λέξη χαλέπετο στην Κρήτη.

Χρίζω (<αρχ. ελλ. χρίω=αλείφω) = α) αλείφω, βάφω. (Θελά χρίσω το (ν)τοίχο, θελά χρίσω τ΄ αλώνια.)
β) λερώνω. (Μέ ΄χρισες=με λέρωσες, χρίστηκα=λερώθηκα.)

Χρονιάρης, -α, -ικο (επίθ.) = αυτός που έχει διάρκεια ενός έτους ή έρχεται μία φορά το χρόνο. (Χρονιάρα μέρα σήμερα, έλεγαν, δε κάνει να δουλεύουμε. / Χρονιάρικο κατσίκι.)

Χρυσή (η) = ο ίκτερος

Χτένι (το) (<κτένιον<αρχ. κτεις-κτενός) = α) εξάρτημα του αργαλειού, μέσα από το οποίο περνούν τα νήματα της ύφανσης. (… από κοπέλλες λυγερές π΄ έριχναν τη σαϊτα, τραγουδιστά και χτύπαγαν το χτένι με μεράκι…) – Π. Γλυφός, «Ομορφιές και μορφές της Κορώνης».
β) το εσωτερικό της σπάλας του ζώου
γ) είδος χτένας για τα μαλλιά.

Χτικιάρης, -α, -ικο (επίθ.) = ο φυματικός, ο πολύ άρρωστος.

Χτικιό (το) (μεσν. κτικιάζω<ελλνιστ. εκτικός=πυρετός<αρχ. ελλ. έξις<ρ. έχω) = η φυματίωση, σοβαρή αρρώστια των πνευμόνων. (Με χτικιό μου πήρες την υγειά, μωρή σκύλα ξενητιά…) – Π. Γλυφός, «Ομορφιές και μορφές της Κορώνης».

Χτιμάου (ρ.) (<εκτιμώ) = εκτιμώ, σέβομαι. (Να χτιμάς τους γονέους σου και ούλους τους μεγαλύτερους.)

Χτίμηση (η) = η εκτίμηση

Χυλός (ο) (αρχ. ελλ.) = α) είδος κρέμας. Ο χυλός ήταν ένα πολύ ωραίο πρωινό με νερό και αλεύρι στο τηγάνι, μέχρι να γίνει κολλώδες (κάτι σαν τη σημερινή μπεσαμέλ χωρίς γάλα, χωρίς αβγό). Στα παιδιά άρεσε ιδιαίτερα το «κόλι» (το κάτω στρώμα που το άφηναν να κολλήσει στο τηγάνι μέχρι να πάρει ένα ελαφρώς καφέ χρώμα) με ζάχαρη.
β) το κουρκούτι. (Φτιάξε χυλό για το μπακαλέο.)
γ) κάτι παχύρευστο. (Το φαΐ μού ‘γινε χυλός.)

Χυλώνω = πήζω. (Χύλωσε το μανεστρικό.)

Χυτός, -ή, -ό (επίθ.) = ο λεπτός χωρίς καμπύλες. (Χυτή γυναίκα).

Χυτούρα (η) = η δυνατή βροχή.

Χωματουλίλα (η) και χωματουλιό (το) = η μυρωδιά του χώματος μετά τη βροχή, αλλά και μια μυρωδιά ανάμεσα στην υγρασία και τη μούχλα σε κλειστούς χωμάτινους χώρους.

Χωνευτήρι (το) = μικρό οίκημα στα κοιμητήρια για τη φύλαξη των οστών των νεκρών.

Χωνεύω (ρ.) (<χωνί) = α) χωνεύω το φαγητό
β) χώνεψαν τα κάρβουνα = έγιναν στάχτη
γ) δε με χωνεύει αυτός = δεν με θέλει.

Χώρια (επίρρ.) = χωριστά. (Μένουνε χώρια με τη μάνα του.)

Χωριάτης (ο) (<χωριό) = αυτός που ζει στο χωριό. Όλοι όσοι ζούσαμε στα χωριά είμασταν «χωριάτες» (για εμάς καμάρι), αλλά για τους γείτονές μας τους Κορωναίους οι χωριάτες ήταν βλάχοι (συνήθης βρισιά), δηλ. κατώτεροι κοινωνικά.

Χωρέθηκε (παθ. αόρ. του ρ. χωραίνουμαι) (μου, σου, του) = συνέβη, έγινε έμμονη ιδέα.

Χώρισμα (το) = διαχωριστικό με καλαμωτή. (Το κατώι μας έχει ένα χώρισμα, όπου βάζουμε χωριστά τα γεννήματα και χώρια τα λάδια.)

Χωρύδι (το) = ο ασβέστης. Κατά τον Σαραντάκο προέρχεται <χωρύγι <εγχωρύγιον<έγχωρος+ορύσσω. Υπάρχει και άλλη άποψη ότι προέρχεται από τη χορηγία, διότι ο ασβέστης δινόταν ως χορηγία (χορήγι) στα χρόνια της τουρκοκρατίας για να ευπρεπίζονται και να απολυμαίνονται τα σπίτια και οι αυλές.

Χωσιά (η) (<μεσν. χωσία<αρχ. ελλ. χώσις<χωννύω) = η ύπουλη ενέργεια, η μπαμπεσιά. (Ζηλεύει ο χάρος με χωσιά μακριά τόνε βιγλίζει), ακριτικό τραγούδι.

Χωστή (η) (<χώνω) = η κρυφή τσιμπιά.

 

 

Αναζήτηση αλφαβητικά

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ

Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω