Όλες οι λέξεις στο ‘Λ’

Λάβρα (η) (<λαβ<μεσν. λάβρα<αρχ.<λάβρα, λάβρος) = μεγάλη ζέστη.

Λαβροτανάου (ρ.) (<λάβρος+τανύω) = κάνω κάτι με ένταση, ενοχλώ κάποιον. (Ούλη τη μέρα λαβροτανάει με το σπίτι. / Μη με λαβροτανάς άλλο, άσε με πια!)

Λαγάνα (η) (<αρχ. ελλ. λάγανον) = τύπος ψωμιού. Στο χωριό μας οι νοικοκυρές σε κάθε ζύμωμα έφτιαχναν και μια λαγάνα. Έκοβαν ένα κομμάτι ζυμάρι, το έκαναν λεπτό σαν πίτα, του έκαναν τρυπούλες με το πιρούνι, το έβαζαν στον νταβά με μπόλικο λάδι και το έψηναν στη σιδεροστιά μαζί με τα ψωμιά. Το έβγαζαν νωρίτερα και του έριχναν μπόλικη μυτζήθρα. Ήταν πεντανόστιμη, επαληθεύοντας το «και νεκρούς ανασταίνει!!!». Επίσης λαγάνα προσφερόταν και ως συχώριο για τους νεκρούς. Στους δρόμους έβγαιναν γυναίκες και έδιναν στους περαστικούς ένα κομμάτι λαγάνα με τυρί και εκείνοι απαντούσαν «Διός συχωρέστονε». Σήμερα η λαγάνα, ο άζυμος άρτος, λεπτή και μακρόστενη, είναι ταυτισμένη με την Καθαρή Δευτέρα.

Λαγανίζω (ρ.) (<λαγαρίζω=καθαρίζω, λαγαρός=καθαρός) = καθαρίζω με λεπτή σαρωματίνα τη σταφίδα από τα μικροκόρτσαλα και τις χοντρές ρόγες.

Λαγαρός, -ή, -ό (επίθ.) <αρχ. ελλ. λαγαρός) = α) άτονος, λεπτός, ντελικάτος (λαγαρή γυναίκα)
β) μεταφορικά διαυγής, καθαρός (λαγαρά νερά).

Λάγαρα (τα) (<αρχ. ελλ. λαγαρός) = ευαίσθητα μέρη κοιλιάς. (Με πόνεσαν τα λαγαρά μου από τα γέλια.)

Λάγγεμα (το) (<παράγωγο του μεσν. ρ. λαγγεύω<αρχ.  ελλ. λαγγάζω) = το πετάρισμα του ματιού, ακούσια νευρική κίνηση του ματιού, στην οποία αποδίδεται οιωνός συνάντησης.

Λαγγεύει (ρ.) (το μάτι) = συσπάται ακούσια το μάτι. (Λαγγεύει το μάτι μου, κάποιον θα ιδώ!)

Λαήνι (το), λαήνα (η) (αντιδάνειο) (<μεσν. λαγήνα<λατ. lagena<αρχ. ελλ.  λαγύνιον ) = πήλινη στάμνα νερού.
(Όμορφη κόρη περπατεί και λυγεροκορμάτη,
χρυσό
λαΐνι κουβαλεί κι είναι χαρά γιομάτη…), δημ. τραγούδι.

Λαγγόνια (τα) (<υποκορ. αρχ. ελλ. λάγγων) = τα πλάγια μέρη της ανθρώπινης λεκάνης. (Με πονιούνε τα λαγγόνια μου.)

Λαγκοδέρνω (ρ.) (<λαγός+δέρνω) = η καρδιά μου χτυπάει δυνατά, όπως του λαγού, έχω δυσφορία είτε από αρρώστια είτε από ζέστη. Συνήθως χρησιμοποιείται στα ζώα με τη ζέστη του καλοκαιριού.

Λαγκουνίζω (ρ.) (<λαγαρίζω) = γυαλίζω, αστράφτω. (Τα λαγκούνισα τα γυαλικά.)

Λαγκουνός, -ή, -ό (επίθ.) (<λαγκουνίζω) = γυαλιστερός, πεντακάθαρος. (Το ΄κανα λαγκουνό το λαμπόγυαλο, αστράφτει.)

Λαγκουφάνα (η) = το ζωηρό κορίτσι.

Λαδιά (η) = α) μεγάλη απόδοση ελιάς. (Έχουμε καλή λαδιά φέτο.)
β) λεκές από λάδι. (Έχει μια λαδιά το πουκάμισό σου.)

Λαδοχρονιά (η) = χρονιά πλούσια σε παραγωγή λαδιού. (Είχαμε καλή λαδιά φέτο, ήτανε λαδοχρονιά.)

Λαδίκια (τα) (<λάδι) = τα βαφτιστικά ρούχα. Ήταν ιερό χρέος της μάνας να ξεπλύνει τα λαδίκια, (εσώρουχα, σκουφάκι, καλτσάκια, πετσέτα και λαδόπανο) στη θάλασσα, στα σαράντα κύματα.

Λαδικό (το) = το δοχείο του λαδιού, το ροΐ.

Λαζεύω (ρ.) (<λάζος) = καθαρίζω το χωράφι με τσαπόνι ή αξίνα από θάμνους και ξερά χορτάρια, συνήθως την άνοιξη ή το φθινόπωρο.   (Αφού το λάζεψαν καλά οι τρεις του δυχατέρες…) – Π. Γλυφός, «Ομορφιές και μορφές της Κορώνης. Λαζεμένος, -η, -ο (μετχ.) = καθαρισμένος από θάμνους και χορτάρια (λαζεμένο χωράφι).

Λάζος (ο) ή Λάζεμα (το) = το ξεχέρσωμα του χωραφιού, κουραστική χειρωνακτική εργασία. Ο Λάζος είναι και τοπωνύμιο στη Σέλιτσα.

Λαθούρια (τα) (<μεσν. λαθούριν<υποκ. λαθύριον<αρχ. ελλ. λάθυρος) = είδη οσπρίων, τα μπιζέλια, η φάβα.

Λαιμιακά (τα) = η περιοχή γύρω από το λαιμό. (Σα δε ντρέπεται χήρα γυναίκα, έβγαλε τα λαιμιακά της όξω!)

Λαιμουριάζω (ρ.) = α) κόβω το λαιμό. (Το σκυλί λαιμούριασε τη κότα.)
β) τρώγω λαίμαργα. (Α΄τη λίμα του λαιμούριασε το φαΐ στο τσακ-μπαμ.)

Λαιμούρι (ουδ. ως επίρρ.) = λαίμαργα. (Το πάει λαιμούρι το φαΐ.)

Λαίμωμα (το) = επώδυνο πρακτικό γιατροσόφι για τον πονόλαιμο. Κάποιες γυναίκες του χωριού με το δάχτυλό τους πίεζαν τις αμυγδαλές, κυρίως σε παιδιά, για να σπάσει το πύο και να υποχωρήσει η φλεγμονή.

Λαιμώνω (ρ.) = πιέζω με το δάχτυλο τις αμυγδαλές, για να φύγει η φλεγμονή.

Λαιμαριά (η) = περιλαίμιο ζώων. (Το σκυλί έκοψε τη λαιμαριά και χάθηκε.)

Λαιμοδέτης (ο) = η γραβάτα

Λά(γ)ιος (<αρωμουν. lai(ū)) = μαύρος. (Λάγιο πρόβατο.)

Λάκ(κ)α (η) = α) ίσιωμα, επίπεδο χωράφι, ευκολοκαλλιέργητο.
(Έπεσε μες τη λάκα. /Καλό χωράφι, είναι λάκα.)
Ως επίρρημα σύνθετο με την πρόθεση κατά =  Κατάλακα. (Έπεσα κατάλακα!)

Λακάου (ρ.)(<αρχ. ελλ. λακώ-λακίζω) = φεύγω τρέχοντας, το βάζω στα πόδια. Λάκα (προστ.) = φύγε τρέχοντας.

Λάκ(κ)ος (ο) = βαθούλωμα εδάφους, νερόλακκος, ασβεστόλακκος, λάκος για καμίνι
β) μετφ. θάνατος. (Μακριά παιδί μου, μακριά από  τ΄ άτιμο θεριό (θάλασσα), αργά ή γρήγορα θα σου σκάψει το λάκκο. / Όποιος σκάβει το λάκκο του άλλου, πέφτει μέσα ο ίδιος, παροιμία.)

Λάκκος (ο) = ο οριζόντιος αργαλειός. Ένα από τα τρία είδη αργαλειού ήταν και ο αργαλειός του λάκκου. Ονομάστηκε έτσι γιατί στηνόταν εκτός σπιτιού κυρίως από τους νομάδες κτηνοτρόφους μέσα σε λάκκους σε μόνιμη βάση. Η υφάντρα καθόταν σε κινητό σκαμνί μέσα στο λάκκο και ήταν δεσμευμένη να υφαίνει. Αντιπροσωπευτική είναι η κάτωθι ρίμα: το κέντημα είναι γλέντημα κι η ρόκα είν΄ σεργιάνι και ο καημένος αργαλειός είναι σκλαβιά μεγάλη. Στα χρόνια της μόνιμης εγκατάστασης των νοικοκυριών ο λάκκος – αργαλειός τοποθετήθηκε σ’ ένα χώρο εντός ή εκτός σπιτιού και μέχρι την πλήρη βιομηχανοποίηση της οικοτεχνίας αποτέλεσε το κύριο εργαλείο ύφανσης κάθε είδους ρουχισμού (ένδυση, σκεπάσματα, στρωσίδια, είδη προικός). Σήμερα η χρήση του έχει περιορισμένη οικοτεχνική χρήση για λόγους παραδοσιακούς ή τουριστικούς.

Λάκκωμα (το) (<λακκώνω) = το βαθούλωμα. (Το χωράφι ούλο ένα λάκκωμα έναι.)

Λακωτό (το) = χωράφι σε ίσιωμα, κατάλληλο για καλλιέργεια.
(Ο κύρης έκανε μερικά βήματα στην αρχή του λακωτού, για να εχτιμήσει το βαθμό καταλληλότητας του χωραφιού για τη δουλειά της μέρας εκείνης, «Ευλογημένη δουλειά η σπορά») – Ευ. Τεμπελόπουλος.

Λακριντί (το) (<τουρκ.lakridi) = το κουβεντολόι, η φλυαρία. (Έπιασε το λακριντί και θα νυχτώσει.)

Λαλάς (ο) (μεσν. λαλά<τούρκ.) = ο θείος

Λάμια (η) = η νεράιδα, η βεργολυγερή, η πολύ όμορφη. Στα αρχαία χρόνια ήταν τερατόμορφη γυναίκα που προξενούσε κακό στους ανθρώπους, στα νεότερα χρόνια η όμορφη και βεργολυγερή γυναίκα.
(Εγώ είμαι η λάμια του γιαλού κι η  λάμια του πελάγου) – Αντ. Γαϊτάνης, Λαογραφικά και άλλα Βασιλιτσίου Μεσσηνίας.

Λαμνί (το) (ή από ιταλ. lamani ή από αρχ. ελλ. ελλ. λάμνω) = α) ο σωρός του σιταριού σε στενόμακρο σχήμα μετά το αλώνισμα  και το λίχνισμα. Λαμνί έλεγαν και τον  πρόχειρο στενόμακρο σωρό της σταφίδας στο αλώνι.
β) ο λεπτός και ψηλός βλαστός
γ) ο λεπτός και ψηλός νέος, αγόρι ή κορίτσι.

Λαμπίκο (επίρρ.) (αντιδάνειο) (<μσν. λαμπίκον<αραβ. alambik<ελλ.  ελλάμβυξ=αποστακτήρας) = πεντακάθαρο, διαυγές. (Το σπίτι έγινε λαμπίκο!)

Λαμπόγυαλο (το) = α) το γυαλί της λάμπας πετρελαίου. Αχ, πόσες φορές  έσπαζε κατά το καθάρισμα!!!
β) μετφ. το διαφανές, το καθαρό. (Το σπίτι το έκαμα λαμπόγυαλο.)
γ) το κούρεμα σύρριζα. (Το (γ)κουρέψανε λαμπόγυαλο!)

Λαμπρή (η) (<λαμπρός) = το Πάσχα

Λαμπρίτης (ο) = το αρνί του Πάσχα.

Λαμπρίτσα (η) = η πασχαλίτσα

Λανάρι (το) (<μσν. λανάριος<λατ. lanarius) = ξύλινο εργαλείο με όρθια καρφιά που έξεναν τα λινάρια και τα σπάρτα, για να τα κάνουν νήματα (μαλλιά).

Λάου λάου (επίρρ.) (<λάγου λάγου<γεν. λαγός) = σιγά σιγά, ήρεμα, με διπλωματία.

Λάπα (η) = (αρχ. ελλ. λαπάρα) = η κοιλιά των σφαγίων.

Λαπάντι (επίρρ.) (<αρχ. ελλ. απαντάω ή υπαντάω) = πεντακάθαρο, διαυγές. (Το λάδι, το κρασί είναι λαπάντι.) Βγήκε λαπάντι (έκφραση) = βγήκε καθαρός, αθώος, τη γλίτωσε.

Λάπαθ(τ)ο (το) (<ισπ. lapato<λατ lapathum) = φαγώσιμο αγριόχορτο.

Λαρδί (το) (αντιδάνειο) (μεσν. λαρδίον<λατ. lar(i)dum<αρχ. ελλ. λαρινόν) = παστό, χοιρινό λίπος.

Λαρώνω (ρ.) (<ιλαρώνω<αρχ. ελλ. ιλάσκομαι) = ηρεμώ, χαλαρώνω.
(Το λάρωσα το παιδί κι αποκοιμήθηκε.)

Λάσκα (επίρρ.)  (<βεν. lascar) = χαλαρά, ελεύθερα.
(Άστα λάσκα τα λουριά. / Πολύ λάσκα σ΄ έχει αφήσει ο πατέρας σου.)

Λασπερός, -ή, -ό (επίθ.) = ο υγρός τόπος, ο μη στεγνός.
(Είναι λασπερό το χωράφι, δεν οργώνεται.)

Λάτα (η) (<ιταλ. latta) = ντενεκές πετρελαίου 17 κιλών.

Λατανάου, -ίζω (ρ.) (<λαταγέω< αρχ. ελλ. λάταξ) = α) βυζαίνω όλο το γάλα και μετά βυζαίνοντας ταλαιπωρώ τον άδειο μαστό. (Η μάνα δεν έχει γάλα, το λεχούδι της ίσια που τη λατανάει.)
β) μετφ. βασανίζω. (Μη με λατανίζεις πια, δεν αντέχω άλλο.)

Λάτζα (η) (<βεν. lanza) = α) μηχανισμός που τραβούσαν νερό με κουβά από γούβες παράπλευρα μικρού ποταμιού, που κρεμιόταν σε σκοινί.
β) το πλύσιμο, το καθάρισμα.

Λατζοκόβουμαι (ρ.) (<λάτζα+κόβω) = περνάω μεγάλη λαχτάρα.

Λατζόνα (η) = ψηλή, ωραία κοπέλα.

Λατζούνης (ο) = ο γεροδεμένος, είναι και παρανόμι.

Λαυροκαίουμαι (ρ.) = καίγομαι από τον ήλιο ή από δυνατή φωτιά και κοκκινίζω, ξεροψήνομαι εξωτερικά. (Λαυροκάηκαν τα ψάρια από τη δυνατή φωτιά. /Λαυροκάηκα από τον ήλιο.)

Λάχανα (τα) = τα άγρια φαγώσιμα χόρτα.
(Τι να ερμοκάμω, μάζωξα λιγούλια λάχανα και πολεμάου να τα βράσω. / Πού ήσουνα περιστερούλα μου, τόσο καιρό που λείπεις;
-Μάνα, για λάχανα ήμουνα,
δημ. τραγούδι.)

Λαχίδι (το) (<αρχ. ελλ. λαγχάνω) = μικρός κλήρος γης. (Πήρα κι εγώ ‘να λαχίδι…)

Λαχνί (το) (<λαγχάνω) = ο κλήρος, το μερίδιο από λαχνό.
(Τα πατρικά μας με τον αδερφό μου τα κάμαμε λαχνί.)

Λαχνίζω (ρ.) = βάζω σε λαχνί (κλήρο), κληρώνω.

Λεβέτι (το) (<αρχ. ελλ. λέβης) = το καζάνι

Λεβίθες (οι) (<λεβίθα<αρχ. ελλ. έλμινς) = παράσιτα (σκουλήκια, όπως τα έλεγαν) στα έντερα. Για την  αντιμετώπισή τους οι γονείς μας, μάς πήγαιναν στο Τσαπί να πιούμε «Τσερλονέρι», γλυφό νερό δίπλα στη θάλασσα και να καθαρίσουν τα έντερά μας.

Λεγάμενος (ο), λεγάμενη (η) (μετχ. του ρ. λέγω) = ο λεγόμενος, ειρωνικός χαρακτηρισμός για συγκεκριμένο πρόσωπο που κουβεντιάζεται αλλά δεν ονοματίζεται.

Λεγώνης (ο) = ο Λεωνίδας, Λεγωνιδάκαινα (η) = η Λεωνίδαινα

Λέζα (η) (<βεν. lesa) = α) η καλή προς τα έξω εικόνα. (Μου χάλασε τη λέζα.)
β) η δαντέλα. (Θα του πλέξω γύρω-γύρω λέζα, να γίνει όμορφο.)

Λειδινό (το) (με αντιμετάθεση<δειλινό) = α) το απόγευμα. (Το λειδινό θα φτάσουμε.)
β) η δύση της ζωής. (Στα λειδινά του τού ΄λαχε.)

Λειδίνισε (ρ.) = απογευμάτισε. (Λειδίνισε και ακόμα δε φάνηκε. /Λειδίνισε η ζωή μου = φεύγω σιγά σιγά από τη ζωή.)

Λεϊμόνι (το) = το λεμόνι. Λεϊμονιά (η) = η λεμονιά. Λεϊμονόκουπα (η) = η λεμονόκουπα.

Λειτρουγάει (ρ.) = λειτουργάει, έχει λειτουργία.

Λειτρουϊά (η) = το πρόσφορο

Λειψός, -ή, -ό (επίθ.) = α) ο ελλιπής
β) αυτός που δε φουσκώνει. (Λειψό ψωμί = το ψωμί που δε φούσκωσε.)

Λέλε (η) (γαλλ.) = η απροβλημάτιστη γυναίκα, η επιπόλαιη (τσίτσιμ λέλε).

Λελέκι (το) (<τουρκ. leylek-i) = α) ο πελαργός
β) ο πολύ ψηλός άνθρωπος.

Λελούδι (το) (<μεσν. αλβ. lule+ούδι) = α) λουλούδι. (Λελούδι της Μονεμβασιάς και κάστρο της Λαμίας…), δημ. τραγούδι
β) ειρωνικά πονηρός, αμφιβόλου ηθικής, κακός άνθρωπος.

Λεπίδα (η) (αρχ. λεπίς<λέπω) = η λάμα, το κοπίδι. Χρησιμοποιείται και ως επίρρημα. (Κόβει λεπίδα.)

Λέουρδα (τα) = β) μικρό χορταράκι, πόα, το οποίο το έτρωγαν οι γίδες μαζί με τ΄ άλλα χόρτα και μύριζε το γάλα τους. Μύριζε και το τυρί και δεν είχε καλή γεύση.

Λέρα (η)  (μεσν. λέρα<λερός<αρχ. ελλ. ολερός) = η ακαθαρσία, μετφ. άνθρωπος ανήθικος.

Λεσιά (η) (<λατ. lesa=η καλή προς τα έξω εικόνα) = α) το ύψος, το παράστημα. (Όμορφη λεσιά έχει.)
β) το ξύλινο ή καλαμένιο πλέγμα που έβαζαν πάνω στον τέντζερα με το γάλα και το σκέπαζαν με την τυροτσαντίλα, μέχρι να πήξει.

Λέτσος (ο) (<ιταλ. lezzo) = βρώμικος, άξεστος.

Λεφούσι (το) (<ίσως από τουρκ. nefus=άτακτο πλήθος) = ασκέρι, πλήθος. (Θελά ρθει η ξαδέρφη μου με το λεφούσι της, οχτώ παιδιά έχει!)

Λεχούδι (το) (<υποκορ.<λεχώ) = το νεογέννητο μωρό.

Λεχρίτης, -ισσα, -ικο (ο), (επίθ.) (<αρχ. ελλ. λέχριος) = βρωμιάρης, ανέντιμος, τιποτένιος.

Λημεριάζω (ρ.) (<όλη+μέρα) = αργώ πολύ, περνώ όλη την ημέρα μου. (Για δυο-τρεις ώρες ήρθαμε και τελικά λημεριάσαμε δωχάμου.)

Λημέρι (το) = τόπος που περνά κανείς τον περισσότερο χρόνο του.
(Που λες Κωσταντή μου, εδώ είναι το λημέρι μου. /
Σ΄αυτές τις ράχες τις ψηλές, εκεί θα κάμουμε λημέρι, δημ. τραγούδι.)

Ληνός (ο) (<αρχ. ελλ. ληνός) = α) πατητήρι κρασιού (…και τρέχει ο μούστος στους ληνούς παχύς και μοσκοβόλος…) – Π. Γλυφός, «Ομορφιές και μορφές της Κορώνης».
β) αποθήκη νερού, στέρνα. Στο χωριό μας οι περισσότεροι ληνοί ήταν τετράγωνες στέρνες αποθήκευσης νερού από το ποτάμι, για να ποτίζουν τα περιβόλια.  (Στον Κάλαμο, δίπλα στο ληνό, που γιομίζει με τα νερά που στάζουν από το βράχο…) – Β. Μάραντος, «Ζάγκα».

Λιαγκουρίζω (ρ.) (<λιακό (<ηλιάζω<ήλιος) +αντικρ(ι)ύζω) = μόλις που βλέπω, μόλις που διακρίνω το φως. (Δε γλέπω, γιόκα μου, ίσια που λιαγκουρίζουνε τα λιακά μου.)

Λιάζω (ρ.) (<ηλιάζω) = εκθέτω στον ήλιο τρόφιμα, ντομάτες, σύκα, σταφίδες κ.α. μέχρι να στεγνώσουν από τα υγρά τους και να διατηρηθούν για πολύ χρόνο.

Λιακά (τα) (<μεσν. ηλιακόν<ελλνστ. κοιν. ηλιακός<αρχ. ελλ. ήλιος) = τα μάτια. (Θα σου βγάλω τα λιακά σου, μη κρυφοτηράς.)

Λιακωτό (το) (<ηλιακόν) = μεγάλο μπαλκόνι ηλιόλουστο, λιακωτό χωράφι.

Λιανά (επίρρ.) (<λιανός<λειαίνω<λείος) = α) τα ψιλά κέρματα. (Κάνε μου λιανά.) 
β) τα ψιλά ξύλα. (Φέρε μου λιανά, ν’ ανάψω τη φωτιά.)
γ) ως επίρρημα = αναλυτικά. (Το κάνω λιανά = το εξηγώ, το αναλύω.)

Λιανάκι (το) = η  μικρή ψείρα.

Λιανάκια (τα) = τα πολύ αδύνατα πόδια.

Λιανεύω (ρ.) (<λιανός) = αδυνατίζω, γέρνω.
(Εψές προψές ανέβαινα σε μια καινούρια σκάλα
ελιάνινε η μεσούλα μου κι έπεσε το σελάχι) – Αντ. Γαϊτάνης, Λαογραφικά και άλλα Βασιλιτσίου Μεσσηνίας.

Λιανίζω (ρ.) = καθαρίζω και κόβω σε λεπτότερα κομμάτια. (Λιανίζω ξύλα.) 

Λιάνισμα (το) = το καθάρισμα των ξύλων από τα λιανόκλαδα.  (Με το λιάνισμα φτιάνω φουρκάδες και ξεχωρίζω τα ξύλα σε χοντρά για το παραγώνι και λιανά για το φούρνο.)

Λιανοτάρια (τα) (<λιανός)  και λιγοτάρια (<λίγος) = ψιλοπράγματα, λίγα ακόμη. (Κάτι λιανοτάρια μου έχουν μείνει.)

Λιανός, -ή, -ό (επίθ.) (<μεσν. λιανός<αρχ. ελλ. λείος) = λεπτός, αδύνατος.

Λιάνωμα (το) = μικρό αμνοερίφιο, οβελίας.

Λιάπικα (τα) (<αλβ. λιάπης) = τα ρούχα της δουλειάς, ρούχα ατημέλητα.

Λιάρος, -α, -ο (επίθ.) (<αλβ. λjάρε) = ο παρδαλός, ο στιγκτός. Λιάρα (η) = η γίδα με άσπρα ή μαύρα σημάδια.

Λιάστρα (επίρρ.) = α) στον ήλιο. (Τις έχω λιάστρα τις ντομάτες.)
β) κατάχαμα σωρηδόν πεσμένα πράγματα.(Τα πράματα τα’ ριξες λιάστρα, άτσαλη!)

Λιαστός, -ή, -ό (ρημ. επίθ.) = αυτός που έχει λιαστεί (λιαστές ντομάτες, λιαστά σύκα=οι τσιαπέλες).

Λιβανιστήρι (το) = απαραίτητο μικρό οικιακό σκεύος, με το οποίο λιβάνιζαν τα εικονίσματα και τους ανθρώπους, οπωσδήποτε στις εορτές, σε αγιασμούς, αλλά και σχεδόν καθημερινά, ως ένδειξη ευσέβειας και πίστης. Επίσης λιβάνιζαν τους ανθρώπους και τα ζώα, εάν «είχαν μάτι».

Λίγδα (η) (<αρχ. ελλ. λίγδην) = η βρωμιά, ο λεκές από λιπαρή ουσία, η λέρα από το σώμα ή από το περιβάλλον πάνω στο σώμα ή σε αντικείμενα. Λίγδα έλεγαν και τη λιπαρή ουσία που κατακάθιζε στον πυθμένα από διάφορα υγρά. (Η τζάρα έχει λίγδα, θέλει σφούγγισμα.)

Λιγδιάρης, -α, -ικο (επίθ.) = ο λερωμένος, ο βρόμικος.

Λιγδώνω (ρ.) = λερώνω. Λιγδωμένος, -η, -ο (μετχ.) = λερωμένος (…τη λιγδωμένη και μακριά φορώντας πουκαμίσα…) – Π. Γλυφός, ‘Ομορφιές και μορφές της Κορώνης».

Λίγδωμα (το) = το λέρωμα.

Λιγκρίζω (ρ.) (<λιγουρίζω) = επιδεικνύω κάτι για να ζηλέψουν οι άλλοι. (Τι μου το λιγκρίζεις, θα μου το πάρει κι εμένα ο πατέρας μου.)

Λιγούρα (η) (<λιγώνω<αρχ. ελλ. ολιγώ) = έντονη παροδική επιθυμία για κάτι φαγώσιμο.

Λιγουρεύουμαι (ρ.) = επιθυμώ πολύ.

Λιθάρι (το) (υποκ.<αρχ. ελλ. λίθος) = α) πέτρα (…στρώμα έχουνε τη μαύρη γης, προσκέφαλο λιθάρι, δημ. τραγούδι. / Στάλα με στάλα το νερό τρυπάει το λιθάρι, παροιμία.)
β) η μυλόπετρα. (Θα κόψω το σιτάρι στο λιθάρι.)
γ) η μεγάλη πέτρα του λιτρουβιού, που έλιωνε τις ελιές.
(…σ΄ ούλα τους άλογα γερά κυλάνε το λιθάρι…) – Π. Γλυφός, ‘Ομορφιές και μορφές της Κορώνης».

Λιθοπάτης (ο) (<λίθος+πατώ) = πόνος στην πατούσα λόγω συχνού περπατήματος σε πέτρινους δρόμους χωρίς παπούτσια. (Έβγαλα λιθοπάτη.)

Λιλιά (τα) (<αγγλ. λιλί) = στολίδια, παιχνίδια μωρουδιακά.

Λίμα (η) (<μσν. λίμα<λιμάρω<αρχ. ελλ. λιμός) = α) εργαλείο για λείανση επιφανειών.
β) μεγάλη πείνα. (Μ΄ έπιασε λίμα.)

Λιμάζω (ρ.) (<αρχ. ελλ. λιμώσσω<αρχ. ελλ. λιμός) = πεινάω πολύ. Λιμασμένος, -η, -ο (μετχ. παρακ.) = πολύ πεινασμένος.

Λιμάρι (το) (<λημμάριον, υποκορ.<λήμμα<λαμβάνω) = μεγάλο δεμάτι από θερισμένα στάχυα, αποτελούμενο από χερόβολα, 5-6 συνήθως. (Το ένα πίσω απ΄ το άλλο ανέβαιναν τα λιμάρια με το ανεβατόριο…, έπιανε ο εργάτης τα λιμάρια, τους έκοβε το δέμα και τα έριχνε μέσα στη μηχανή…) – Β. Μάραντος, «Ζάγκα».

Λίμνα (η) = α) συγκέντρωση νερού σε μικρή λιμνούλα
β) μια γούβα με νερό σε πηγή ή ποτάμι, που δημιουργούσαν οι γυναίκες, για να ξεβγάζουν τα ρούχα
γ) γενικά το πλημμυρισμένο νερό (Οι δρόμοι είναι λίμνα. Δε περνάει.)
δ) Λίμνα ήταν και τοπωνύμιο λίγο έξω από το χωριό μας, προς δυτικά με πηγή νερού και νερό που έτρεχε.

Λιμός (ο) (αρχ. ελλ.) = επιδημία πείνας.

Λίμπα (η), αντιδάνειο, (<ιταλ. limbo<αρχ. ελλ. λέμβος) = α) στάμνα πήλινη για αποθήκευση προϊόντων (μια λίμπα με παστό, λίμπα με απόλαδα)
β) ως επίρρημα = ζημιά (Τα έκανες λίμπα = έκανες ζημιά).
Προφανώς λόγω του εύθραστου υλικού (πηλός) και της καταστροφής του περιεχομένου παίρνει τη σημασία της ζημιάς, της καταστροφής.

Λιμπί (το), αντιδ. (<ιταλ. limbo) = α) γούρνα νερού, συνήθως πέτρινη, κάτω από μια πηγή, για να συγκρατεί το νερό και να διευκολύνει ανθρώπους και ζώα να πίνουν και να ξεδιψούν. Λιμπιά υπήρχαν σε πηγές ή βρύσες μέσα στο χωριό και έξω στην ύπαιθρο. Οι παλιότεροι θα θυμούνται το λιμπί της πηγής στη Λίμνα, στο Μαναστήρι, στο Σμερτίδι, στα Φλεβάρια κ.α. Πρόχειρα λιμπιά οι άνθρωποι κατασκεύαζαν και στα χωράφια τους για να αποθηκεύουν νερό. (Η λίμνα, η πηγή του νερού, ο Μύλος, όπου το νερό κυλούσε σε δύο λιμπιά σκαμμένα στο βράχο…) – Β. Μάραντος, «Ζάγκα».
β) το μέρος στο λιτρουβιό, όπου έπεφτε το λάδι
γ) εκεί, όπου πατούσαν τα σταφύλια.
(Απ΄τα λιμπιά τον πιάνουνε σε λίγο οι αγωγιάτες
γιομίζουν τα τουλούμια τους και πάνε στις ταβέρνες…) – Π. Γλυφός,  «Ομορφιές και μορφές της Κορώνης».

Λίξα (η) (<λίγ-) = λαχτάρα για κάτι φαγώσιμο. (Έχω μια λίξα!!!)

Λιοβόρι (το) (<ήλιος+βοριάς) = πρωϊνό ζεστό ΒΑ αεράκι του καλοκαιριού, που κάνει ζημιά στα κηπευτικά και τα δέντρα.

Λιοκόκ(κ)ια (τα) (<ελιά+κόκκοι) = α) πυρήνας ελιάς, τα κουκούτσια της ελιάς σπασμένα. Τα λιοκόκκια μαζί με πίτουρα ήταν η πιο θρεπτική τροφή για τα  γουρούνια.
β) μεταφορικά άχρηστα πράγματα. (Πάν΄τα στολίδια του – της νιότης μας λαχτάρα – λιοκόκια τώρα έχουν μέσα σωριαστεί…) – Π. Γλυφός, ‘Ομορφιές και μορφές της Κορώνης».

Λιόπανα (τα) (<ελιά+πανιά) = τα πανιά που έστρωναν για το μάζεμα των ελιών.

Λιόπρα (η) = γίδα σε γκρι-καφέ χρώμα α) με μαύρη ράχη (Μαυρόλιοπρα), β) με άσπρη ράχη (Ασπρόλιοπρα), γ) με καφεκόκκινη ράχη (Κοκκινόλιοπρα).

Λιοπύρι (το) (<ήλιος+πύρα) = μεγάλη ζέστη. (Σήμερα κάνει λιοπύρι.)

Λιόσμος (ο) (<ελιά+ζουμί) = το δύσοσμο μαύρο ζουμί της ελιάς μετά την αφαίρεση του λαδιού, τα απόβλητα του ελαιοτριβείου. (Ανάκατα με τον πικρό και σκούρο εκείνο λιόσμο…) – Π. Γλυφός, «Ομορφιές και μορφές της Κορώνης».

Λιόφτο (το), λιόφτα (τα) (<ελιά+φύω) = το δέντρο της ελιάς. (Πόσα λιόφτα έχεις;)

Λιοφτόκλαρα (τα) = οι χτυπημένες κλάρες από τις ελιές.
(Θέλω να κάψω τα λιοφτόκλαρα και δε σταματάει η βροχή.)

Λιτρουβαραίοι (οι) (<λιτρουβάρης<ελιά+τρίβω) = οι εργάτες του λιτρουβιού. (Κι ούλοι οι λιτρουβαραίοι σβέλτοι, ξυπνοί, καπάτσοι…), Π. Γλυφός, «Ομορφιές και μορφές της Κορώνης».

Λιτρουβιό (το) = το ελαιοτριβείο.
(Οχτώβρης μήνας πρόβαλε, μαζεύονται οι ελίτσες
κι ανοίξανε τα λιτρουβιά, να φάμε φρέσκο λάδι…), Π. Γλυφός, «Ομορφιές και μορφές της Κορώνης».

Λιτρουβολίθαρο (το) = το μεγάλο λιθάρι του λιτρουβιού.

Λιχνίζω (ρ.) (<αρχ. ελλ. λικμάω<λικμός) = πετάω ψηλά στον αέρα με φτυάρι τον καρπό, για να καθαρίσει, όπως τη σταφίδα από τα κόρτσαλα, τις ελιές από τα φύλλα ή τα σιτάρια από τα άχυρα.

Λιχνίστρα (η) (<λιχνίζω) = τόπος λιχνίσματος.

Λοβιτούρα (η) (<αρωμουν. lovitura=χτύπημα) = α) το άρρωστο, το λοβό, το μη υγιές. (Λοβιτούρα η σοδειά φέτο.)
β) η απάτη, η κλοπή, το ξεγέλασμα. Με τη σημασία της απάτης κατά Δ. Συμεωνίση είναι ομηρική από λωβαίνω, λώβη=εξαπατώ. (Ουλοένα στο μυαλό του έχει τη λωβιτούρα.)

Λογιέμαι (ρ.) = περνιέμαι, θεωρούμαι. (Λογιέμαι για πλούσιος.)

Λόγγος (ο) (<μεσν. λόγγος<αρχ. σλαβ. longou=πυκνό δάσος) = μικρό δάσος από θάμνους.

Λογγώνει (ρ.) (σε γ΄ενικό και πληθ.) = γεμίζει θάμνους.
(Έφυγε ο κόσμος απ΄ τα χωριά και τα χτήματα ούλα λογγώσανε.)

Λόζιο (το) (<ιταλ. loggia<βεν. loga) = μικρό τρίτοιχο σπιτάκι για το γουρούνι, με νότιο προσανατολισμό για απάγκιο.

Λοής (αντων.) (<λογής, λόγιον) και τιλο(γ)ιός, τιλο(γ)ιά, τιλο(γ)ιό = τι λογής. (Τι λοής έναι φτούνο;)

Λόιδο (το) = ατημέλητη τούφα μαλλιών. (Άειντε, χτενίσου, πετάνε κάτι λόιδα.)

Λόξα (η) (<λοξός) = η τρέλα, η παραξενιά, η ιδιοτροπία.

Λόπια (τα) (<λόβι<λουβίον<λοβός) = τα ξερά φασόλια.

Λόρδα (η) και λόρδωμα (το) (<βενετ. lorda ή αρχ. ελλ. λορδόω) = α) το λόρδωμα, το τέντωμα του στήθους προς τα εμπρός. (Ούλο λόρδα και φιγούρα έναι αποδαύτη.)
β) μεγάλη πείνα. (Μ’ έκοψε λόρδα.)

Λούβα (η) (<αρχ. ελλ. λώβη) = η αρρώστια

Λουβί (το) (<μεσν. λοβίον<αρχ. ελλ. λοβός) = το περικάρπιο των σπόρων, των οσπρίων, των φρέσκων φασολιών, του αρακά….

Λουβιάρης, -α, -ικο (επίθ.) (<αρχ. ελλ. λώβη) = ο λεπριάρης, ο άρρωστος.

Λουβώνω (ρ.) (<λουβί) = φυτρώνω
β) αρρωσταίνω. (Μπα που να λουβώσεις!)

Λούκι (το), τα λούκια (<τουρκ. oluk) = α) η άκρη από τα κεραμίδια της σκεπής, όπου τρέχουν τα νερά της βροχής. (Η σούδα κατά το βοριά είναι δική  μας παιδί μου, έχουμε λούκια από κείθε.)
β) υδροσωλήνας. (Τρέχει το λούκι στη πηγή, έχει ακόμα νερό.)
γ) μετφ. η δυσκολία. (Πέρασα ένα λούκι ψες…)

Λούκι (το) (<λουμπούκι (ή ντρουμπούκι) με αποβολή του μπου = το εσωτερικό χοντρό κοτσάνι του καλαμποκιού που απομένει, εάν βγει ο καρπός. (Παιδιά μου, ρίχτε τα λούκια από τις κούκλες στο γαϊδούρι.)

Λουλάκι (το) (<μεσν. λουλάκιν<αραβ. lilak) = γαλάζια σκόνη, που την χρησιμοποιούσαν οι γυναίκες στο ξέβγαλμα των ασπρόρουχων (τα λουλάκιαζαν), αλλά και στον ασβέστη για να μη γανιάζει το άσπρο χρώμα.

Λουλακιάζω (ρ.) = ξεβγάζω τα ασπρόρουχα σε λουλακιασμένο νερό.

Λουλακί = το χρώμα του λουλακιού.

Λουμίνια (τα) (<βεν. lumin) = αγοραστά φιτιλάκια καντηλιού.

Λουμάκι (το) (<λειμάκον<αρχ. ελλ. λείμαξ=λειμώνας) = καινούργιο βλαστάρι στον κορμό του δέντρου.

Λούμπα (η) (<αλβ. luba) =  α) λάκκος με λασπόνερα. (Έπεσα σε μια λούμπα.)
β) μετφ. η αποτυχία. (-Λούμπα, λούμπα, φωνάζανε στο χαμένο υποψήφιο.)

Λουμώνω (ρ.) (<λουφώζω<μεσν. ελλ. λωφάζω<αρχ. ελλ. λωφάω-ώ) = μαζεύομαι και κρύβομαι περιμένοντας κάτι. (Λούμωξε στη γωνίτσα της. / Λουμώνει σαν οχιά.)

Λουμωχτός, -ή, -ό (ρημ. επίθ.) = αυτός που λουμώνει, που κρύβεται και περιμένει κάτι, ο πονηρός.

Λουντρούκι (το) = ο γεροδεμένος άντρας, ο παχύς. Χρησιμοποιείται και ως παρατσούκλι.

Λούπινα (τα) (<ιταλ. lupino<λατ. lupinum) = πικρά κουκιά, τα γνωστά λούπινα, τα οποία τα έτρωγαν την καθαρή εβδομάδα και σε όλη την περίοδο της νηστείας, αφού πρώτα τα ξεπίκριζαν στη θάλασσα, επίσης τα έπιναν και ως χάπι της πίεσης.

Λουπινιάζουμαι (ρ.) (<λούπινο) = αρρωσταίνω. (Η γίδα λουπινιάστηκε.)

Λούρα (η) (<λουρί<λώρος) = η βέργα. (Σε κάτι αλκυονίδες είχα πετύχει που έβγαζα τις κομμένες λούρες στ΄ αλώνι…) – Ελ. Γούλα, διήγημα.

Λουρίδα (η) (<λωρίδα<λώρος) = α) η ζωστήρα. (Βάλε τη λουρίδα στο παντελόνι σου.)
β) στενόμακρο κομμάτι από ύφασμα. (Κόψε γλήγορα μια λουρίδα από τη φανέλα σου και δέσ’ το δυνατά, να σταματήσει το (γ)αίμα.)
γ) ένα στενόμακρο κομμάτι από χτήμα ή χωράφι. (Μια λουρίδα μου ‘μεινε αχάραγο, ταχιά θα το κιώσω νωρίς.)

Λουρώνω = μαλακώνω. (Λουρώσανε οι λυγιές για να πλέξω καλάθια. / Λουρώσανε τα σταφύλια από τη πολλή δροσιά.)
β) αδυνατίζω. (Λούρωσε από την αχάμνια.)

Λούσιο (το) (< ιταλ. lusso) = στολίδι καλλωπισμού.  Λούσια (τα) = τα ακριβά ρούχα και στολίδια. (Κι οι κουρτινούλες οι πλεχτές για με θε να΄ναι λούσο, άσε να δώσουμε κι αυτές, να πάρουμε ψωμάκι…) – Π. Γλυφός, «Ομορφιές και μορφές της Κορώνης».

Λούστρος (ο) (<ιταλ. lustro) = α) στιλβωτής υποδημάτων
β) μετφ. ο ανυπόληπτος. Χρησιμοποιείται και ως βρισιά.

Λουσφέκας (ο) = ψηλός και δυνατός άντρας.

Λουτριάζω (ρ.) (<λουτρό) = πλένω με αρωματικά φυτά το βαρέλι, για να βάλω το κρασί.

Λούτσα (επίρρ.) ή Λουτσούνι (<μετχ. λούουσα<λούσα<λούτσα ή από σλαβ luza) = μούσκεμα. (Έγινα λούτσα ή έγινα λουτσούνι= βράχηκα.)

Λούφα (η) (<λουφάζω) = το απάγγειο, η φωλίτσα. (Η γιαγιά θα φκιάξει μια λουφίτσα με τη (γ)κουβέρτα για τ΄αγγονάκι της, για να μη κρυαίνει). Ως επίρρημα σημαίνει κρυφά.  (Πήε στη λούφα η δουλειά.)

Λουφίο (το) (<λοφίο<λόφος) = λοφίο, διακριτικό γνώρισμα καπέλου.

Λοχεύω (ρ.) (<λόχος) = πειράζω κάποιον, προκαλώ, τσιγκλάω.
(Με λόχεψες με τη κουβέντα που ξεστόμισες.)

Λοχίας (ο) = παρανόμι

Λύξιγκας ή Κλίτσιγκας (ο) (<αρχ. ελλ. λύγξ=λυγμός) = ο λόξυγκας

Λυσσιακά (<λύσσα). Λέγεται στην έκφραση: Έφαε τα λυσσιακά του = επέμενε με μανία να επιτύχει κάτι. (Έφαε τα λυσσιακά του να ‘βρει ‘να παλιό συβόλαιο του παππούλη του.)

Λυχνάρι (το) = μικρό φωτιστικό σκεύος με φιτίλι στο λάδι.

Λυχνοστάτης (ο) (<λύχνος+ίστημι) = στητό σίδερο με γαντζάκι, που κρεμούσαν το λυχνάρι.

Λώβιανα (αόρ. του λωβιαίνω) = εξασθένησα ως οργανισμός, έγινα επιρρεπής στις αρρώστιες.

Λωβός, -ή, -ό (επίθ.) (<ομηρ. λώβη) = ο αδύνατος, ο ασθενικός, ο ανάπηρος.

Λωποδύτης (ο) (< λωποδύτης<αρχ. ελλ. λώπη=ένδυμα+δύω) =  ο κλέφτης, ο άτιμος, ο παλιάνθρωπος.

 

 

Αναζήτηση αλφαβητικά

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ

Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω